Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από παλιά υλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από παλιά υλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Οκτωβρίου 2011

Σκονισμένη ευτυχία

Caro diario



Eχει μια ξεχασμένη γλύκα τούτη η ημέρα. Μπορεί να είναι η απουσία των κακών ειδήσεων,  μπορεί να είναι απλά ετούτο το φως που ξεχύνεται από τις γαλαζωπές περσίδες και  χαρακώνει τα χέρια μου. Χάζευα τις κορφές των δέντρων καθώς λικνίζονταν - και ακόμα το κάνουν - στον γαλανό ουρανό. Θυμάμαι σκηνές ταινιών του Μάλικ. Εικόνες που αργοσέρνονται γεμίζοντας τους πόρους του δέρματός σου. Και η μουσική, της φύσης.

Ηταν μια σχολική εκδρομή στους αγρούς των μεσογείων. Προχωρημένη η άνοιξη. Ξεφύγαμε  από τους υπόλοιπους. Φτάσαμε μπροστά σ' ένα σπαρμένο χωράφι. Αγουρο το στάρι, πιο άγουροι εμείς. Παίζαμε ξεμυαλισμένοι, κρυβόμαστε κάτω από τα σπαρτά και από το χρόνο. Ξεμάκρυνα μονάχος, ώσπου χάθηκα μέσα τους. Ησυχία. Αφησα τα «μουστάκια» να  χαιδέψουν τρυφερά την μαλακή παλάμη μου, καθώς περνούσαν από δίπλα μου.

Κοντοστάθηκα. Αφουγκράστικα με τα μάτια κλειστά. Ενας κόμπος ιδρώτα γλύστρησε από το μέτωπο και κύλησε να βρει τη γη. Παύση. Δεν άκουσα τον ήχο της ένωσής τους. Ηρθε το κύμα  και το σκέπασε. Ηταν κύμα. Και ήταν θάλασσα. Μια πράσινη θάλασσα είχε ξεχυθεί στο μεσημέρι για να με κλείσει στα σπλάχνα της. Ανέβηκα σε ένα μικρό βράχο. Ψήλωσα μια ιδέα. Δεν υπολόγισα τίποτα. Μόνο το βάθος. Χαμογέλασα, άπλωσα τα χέρια και βούτηξα ευτυχισμένος.



17 Νοεμβρίου 2010

Τα μουσταρδί σκαρπίνια

Caro diario


Θα 'μουν δεν θα ΄μουν δεκαπέντε. Ηταν μια βροχερή μέρα όπως η σημερινή, καλή ώρα. Αλλωστε πολλές φορές έχει συμβεί 17 του Νοέμβρη να βρέχει. Σήμερα πάντως η μνήμη ξετρύπωσε παλιές ιστορίες. Εκεί, σχεδόν είκοσι τόσα, χρόνια πίσω.

Το πρωί με πήγε στο σχολείο ο πατέρας μου. Μισή ώρα δρόμος από το σπίτι με το αυτοκίνητο. Πριν με αφήσει, ρώτησε τι είχα να κάνω το απόγευμα. "Τίποτα" απάντησα. "Ωραία. Να είσαι έτοιμος για να πάμε μαζί κάπου" είπε, χωρίς να χωράνε αντιρρήσεις. Μου έκανε εντύπωση αυτό που είπε. Καταρχήν ήξερα ότι στην οικογένεια περνούσαμε πολύ μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Και μετά, ποτέ δεν είχαμε πάει κάπου οι δυο μας. Σταμάτησα να το σκέφτομαι μόλις μπήκα στο σχολείο. Είχα να σκεφτώ άλλα.

Θα είχαμε γιορτή... και πανηγύρια. Ολοι περίμεναν το κλου της γιορτής, όπου δεν ήταν άλλο απ' το χορευτικό γλέντι. Εγώ πάντως είχα αγωνία για το θεατρικό δρώμενο γιατί για πρώτη φορά θα έπαιρνα μέρος σε σχολική γιορτή. Είχα και μια προηγούμενη  εμπειρία από μουσικοχορευτικά. Στο δημοτικό, όπου για τη γιορτή της 25ης Μαρτίου θα έκανα έναν άγγελο σε μια βουβή παραλλαγή του Ευαγγελισμού. Αλλά τότε μας πρόλαβε ο σεισμός στις Αλκυονίδες και η γιορτή, προς μεγάλη μου απογοήτευση ματαιώθηκε.

Για το σημερινό δρώμενο πάντως, είχα ενεργή συμμετοχή. Θα "έπαιζα" έναν από τους φοιτητές του Πολυτεχνείου. Πίσω από μια ξύλινη κατασκευή, εν είδη πόρτας, ντυμένης με αλουμινόχαρτο θα φώναζα "Κάτω η Χούντα" ανάκατος με τους υπόλοιπους της...γενιάς του Πολυτεχνείου. Τα πάρε - δώσε μου με αυτή θα άρχιζαν και θα τέλειωναν εκεί. Πάνω στη "σκηνή", στο Γυμναστήριο του Λυκείου.

Για το "θεατρικό", που θα παρουσιάζαμε ενώπιον των καθηγητών και του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων, είχαμε καταπιαστεί εδώ και ένα μήνα. Δυο φορές την εβδομάδα, στην αρχή και πιο συχνά όσο πλησίαζε η μέρα της "γιορτής", τα μέλη της ομάδας μαζευόμαστε και απογεύματα στο σχολείο, σε ένα μικρό βοηθητικό γραφείο των καθηγητών, δίπλα στις αίθουσες του δευτέρου ορόφου.

Δεν είχα μεγάλες παρέες στο σχολείο, αλλά ούτε και έξω από αυτό. Σε καμιά κλίκα δεν ήμουν. Σχεδόν αόρατος. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα ανακατεμένος σε αυτό. Κάποιος όμως με έμπασε και μένα στην ομάδα για τη διοργάνωση της "σχολικής εορτής για το Πολυτεχνείο". Ισως επειδή λόγω πολιτικών φρονημάτων θα μου ταίριαζε ο ρόλος. Οπως και στους άλλους εκλεκτούς της ομάδας. Γιατί στα χρόνια των αρχών του ΄80 η κομματικοποίηση ήταν απαραίτητο συστατικό της σχολικής ζωής. Τα ονόματα όσων δεν δήλωναν την υποστήριξή τους στη Δεξιά ή ακόμα χειρότερα όσων τολμούσαν να φανερώσουν... αποκλίνουσες προτιμήσεις, έμπαιναν στα κατάστιχα της τοπικής οργάνωσης της ΜΑΚΙ και της ΟΝΝΕΔ. Τι και αν κυβερνούσε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα; Στα μέρη μας έκαναν κουμάντο οι δεξιοί. Από τις σχολικές εκλογές μέχρι και τις δημοτικές. Πάππου προς πάππου.

Πάντως με την ετοιμασία της γιορτής, ένοιωσα πρώτη φορά στη ζωή μου να γίνομαι μέλος μιας μεγάλης παρέας, να μου μιλάνε, να συμμετέχω, να λέω τη γνώμη μου. Είχα πάψει να είμαι αόρατος. Εκεί καπνίσαμε τα πρώτα μας τσιγάρα. Εκεί κανονίζαμε να βρεθούμε και έξω όταν η γιορτή θα είχε τελειώσει. Εκεί, σε μια διπλανή αίθουσα, έπιασα ένα συμμαθητή, που μου άρεσε σφόδρα- να χαμουρεύεται με μια φίλη μου. Εκεί συζητούσαμε ακούγοντας τραγούδια, άσχετα - εννοείται- με την επέτειο. Θυμάμαι μεγάλο σουξέ ήταν τότε το "Γιου αρ ε γούμαν" των Μπαντ μπόις μπλου, που έλειωνε για ώρες στις κασέτες. Ευτυχώς πάντως, την κρίσιμη ώρα, όταν η υποκριτική μου στόφα έφτανε στην κορύφωση, φώναξα το σωστό σύνθημα και όχι τίποτα αμερικάνικα στιχάκια. Πάντως κατά γενική ομολογία ήμασταν χάλια και στο τέλος πολύ μας ήταν και εκείνο το χλιαρό χειροκρότημα... Ετσι, στο τέλος της γιορτής, άπαντες ξεδώσαμε με το "Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός" που ξανά-τραγουδούσανε με μεγάλη επιτυχία τότε τα Παιδιά απ΄την Πάτρα και το "Αρμενάκι είμαι κυρά μου" με την Κονιτοπούλου.

Γύρισα κατάκοπος από το σχολείο αλλά ευδιάθετος. Θυμήθηκα τότε ότι είχα να πάω κάπου μαζί με τον πατέρα μου. Μυστήρια πράγματα. Μέχρι για πουτάνες σκέφτηκα, αλλά δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος ο πατέρας. Εφαγα γρήγορα με την προτροπή της μάνας μου και περίμενα. Είχα περιέργεια. "Ξέρεις που θα πάμε;" την ρώτησα. Δεν ήξερε. "Μόνο να σου ετοιμάσω ρούχα, μου είπε. Πήγαινε ντύσου." Πήγα. Φόρεσα καθαρό σώβρακο, ένα παντελόνι που περνιόταν για καλό, πουκάμισο και καρώ πουλόβερ. Για από πάνω είχε βγάλει το παλιό μοντγκόμερι, που μας είχαν δώσει πέρυσι κάτι χουβαρντάδες συγγενείς, που ήξεραν πόσο δύσκολα τα φέρναμε βόλτα. "Για φόρεσέ το και έλα να σε δω, αν σου πέφτει καλό φέτος. Ψήλωσες." Την άκουγα από την κουζίνα. Λες και με έβλεπε. "Παπούτσια!" είπα εγώ. "Δεν έχω καλά παπούτσια..." Την είδα τότε να στέκεται κάτω από την πόρτα κρατώντας, σαν κάτι πολύτιμο, ένα ζευγάρι παλιοκαιρινά σκαρπίνια. "Να και τα παπούτσια. Σήμερα μας τα έφερε ο κυρ Βαγγέλης, από απέναντι. Για σένα. Φόρεσέ τα να τα δούμε αν σου κάνουν. Αν είσαι τυχερός..." Και ήμουν... Μόνο που ήταν μουσταρδί και με ψηλό τακούνι...

Εκανε ψύχρα και ψιχάλιζε όσο περίμενα το λεωφορείο, μαζί με τον πατέρα μου. Είχα κοκκινίσει μέχρι τα αφτιά. Όχι τόσο λόγω κρύου όσο γιατί ντρεπόμουν που φορούσα τα ντεμοντέ σκαρπίνια. Παρακαλούσα να σκοτεινιάσει γρήγορα να μην φαίνονται. Ούτε κάτω δεν μπορούσα να κοιτάξω γιατί τα έβλεπα στα πόδια μου. Αλλά από την άλλη καμάρωνα και ένοιωθα μεγάλος πια. Πήγαινα κάπου με τον πατέρα μου. Πρώτη φορά οι δυο μας. Μαζί "στην Αθήνα". Ετσι απάντησε όταν ρώτησα που θα πάμε. Ξαφνικά εκεί που στεκόμουν με το κεφάλι σκυμμένο είδα ένα ζευγάρι ακριβά παπούτσια αντίκρυ στα δικά μου. Σήκωσα τα μάτια. Ηταν ένας θείος μου. Δεν είχαμε πολλά πολλά σαν οικογένεια μαζί του. "Πας μέσα;" Ο πατέρας έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε αμήχανα. "Kαλά εσύ. Το παιδί πού το πας;" Εφυγε κουνώντας το κεφάλι του αφήνοντας τον πατέρα μου, πως μου φάνηκε, σαν ντροπιασμένο. Είχε μπει πια ο ήλιος, όταν κοίταξα στα μάτια τον πατέρα μου και ρώτησα "Τι θα κάνουμε στην Αθήνα;" "Θα πάμε στην πορεία" απάντησε κοφτά.

Θυμάμαι τον κόσμο εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη, να τρέχει σαν ανταριασμένο ποτάμι στους δρόμους. Γίναμε ένα μέσα του. Από κάπου ακούγαμε βραχνά τα τραγούδια του Μίκη. Ντουντούκες και συνθήματα. Είχα παρασυρθεί από όλο αυτό. Περπατούσα δίπλα στον πατέρα μου, μέσα στα μουσταρδί σκαρπίνια, και δεν νοιαζόμουν πια. Αρκεί που τα είχα και αυτά για να βρεθώ εκεί. Εκείνος με κρατούσε σφικτά ενώ ο αέρας σφύριζε μέσα από τα πανώ και τις σημαίες. Τον κοίταζα καθώς φώναζε τα συνθήματα. Μου φάνηκε πιο δυνατός, πιο νέος, πιο ωραίος. Είχε μια ορμή και φαινόταν χαρούμενος. Ισως και περήφανος. Πρώτη φορά πήγαινε κάπου μαζί με τον γιο του. Με εμένα. Ενοιωσε το βλέμμα μου πάνω του να τον βαραίνει πιο πολύ από το βρεγμένο σακάκι του. Γύρισε με κοίταξε. Χαμογέλασε πλατιά και μου έσφυξε πιο δυνατά το χέρι. "Φώναξε και εσύ" με πρόσταξε. Τον άκουγα με δυσκολία. Kαι τότε η φωνή μου, σιγανή μεν, αλλά υπάκουη βγήκε πρώτη φορά από μέσα μου. Δεν την άκουσα.  Ηταν κάτι μαγικό. Λες και δεν είχα φωνή. Φώναξα δυνατά ό,τι άκουγα. Πιο δυνατά. "Ρήγα, φασί-στα δο-λο-φό-νε". Δεν είχα ιδέα ποιός ήταν αυτός ο Ρήγας. "Ετσι μπράβο!" έκανε ο πατέρας μου και τραβήξαμε μπροστά, χέρι - χέρι.



  • Πάντα είχα απορία ποιος να ήταν αυτός ο Ρήγας, ο δολοφόνος. Τα χρόνια πέρασαν ώσπου κάποιο βράδυ επετείου σαν εκείνο, σαν το αποψινό, ο πατέρας θυμήθηκε εκείνη την πορεία. "Μια χρονιά είχαμε πάει μαζί στο Πολυτεχνείο. Ησουν μικρός τότε. Φωνάζαμε κατά των Αμερικανών: "Ρήγκαν φασί-στα δο-λο-φό-νε". Το θυμάσαι; To θυμάμαι πατέρα...



6 Ιουνίου 2010

Λεπτή λευκή γραμμή

Caro diario

Πάντα μου άρεσαν τα σούπερ σλόου μόσιον των γάλλων για το Ρολάν Γκαρός. Οπως και το σπλιτ της οθόνης με την λευκή, λεπτή γραμμή. Χωρίς φιοριτούρες. Θυμάμαι τους τελικούς όταν υποστήριζα όποιον τενίστα μου άρεσε πιο πολύ -συνήθως τον πιο ξανθό, με εξαίρεση τον Μπέκερ- αφήνοντας τον άλλον στον μικρό μου αδερφό. Στο τέλος χαιρόμασταν και λυπούμασταν ο καθένας για λογαριασμό του δικού του. Αν δεν μαλώναμε, δίναμε "ραντεβού" για ρεβάνς στο επερχόμενο Γουίμπλεντον, εκεί με τις πρώτες ζέστες του Ιούνη, μαζί με την γιορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ασπρόμαυρα πλάνα μιας σκονισμένης νιότης...

Είναι ένα ακόμα απόγευμα τελικού, αλλά τόσο διαφορετικό, αν και πάντα Κυριακάτικο. Πια, δεν διαλέγουμε τενίστες, δεν το βλέπουμε καν μαζί με τον αδερφό μου. Αν το βλέπουμε... Δεν θα μαλώσουμε στο τέλος, ούτε θα χαρούμε, ούτε τίποτα από εκείνα που κάναμε παιδιά. Ή που μας έκαναν παιδιά... Η λεπτή λευκή γραμμή μεγάλωσε, μας τύλιξε μέσα της, μαζί με όλες τις Κυριακές του κόσμου. Σήμερα, είναι απλά, ένα μελαγχολικό απόγευμα. Σαν όλα αυτά τα απογεύματα, που σκοντάφτεις στη λακούβα της λύπης τους.

Κοιτάζω στη γωνιά, το φυτό που μου έφερε ο Αρης, να έχει πετάξει ένα νέο, μακρύ και ελπιδοφόρο φύλλο που μέρα με την μέρα ξετυλίγεται μπρος μου, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανό κόντρα σε όλα τα σκοτάδια του σπιτιού. Το χαϊδεύω με το βλέμμα μου, ενώ το "Δι εντ" των "Ρέκλες" από την τηλεόραση τραβά την προσοχή μου. Δεν έχει ήχο. Μόνο εικόνες με σφιχτά κορμιά γεμάτα καλοκαιρινή αλμύρα να χορεύουν, να αγγίζονται... Για μια στιγμή βρίσκομαι και εγώ εκεί, ανάμεσά τους να φιλάω έναν άγνωστο... Ναι, κι ας είναι μια πυκτή Κυριακή, μπορώ έστω και λίγο να χαμογελώ. Κάτι με κάνει να ανοίξω τον ήχο.

Σκοτείνιασε πια και το δωμάτιο βάφεται στα εναλλασσόμενα χρώματα ανόητων διαφημίσεων, απομεινάρια ενός ξεπεσμένου καταναλωτισμού. Κάθομαι οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά από το γυμνό τραπεζάκι του σαλονιού. Γυμνός και εγώ. Κοιτάζω έξω από την μισάνοικτη κουρτίνα αλλά δεν φαίνεται κανείς. Ούτε ο ήλιος φαίνεται πια. Μάλλον ακολούθησε και σήμερα την ίδια πορεία. Μια στήλη γκρίζου ουρανού φαίνεται σαν να στηρίζει τα σύννεφα που τρέχουν αλλαφιασμένα πάνω από την βεράντα. Μύρισε πάλι βροχή ή είναι η ιδέα μου; Αλλόκοτος ετούτος ο Ιούνης. Τουλάχιστον μας άφησε το Ρολάν Γκαρός.

Ραντεβού στο Γουίμπλεντον...

31 Μαΐου 2007

Ημέρα με ζωή...

Caro diario

Kοντεύει χρόνος, από τότε που κάποιες ιατρικές εξετάσεις του πατέρα μου, έδειξαν μια σκιά στον πνεύμονα. Οι γιατροί συνέστησαν τότε και νέες εξετάσεις πριν τον παραπέμψουν τελικά σε πνευμονολόγο. Εγιναν και οι άλλες εξετάσεις. Πέρασαν εβδομάδες ωσότου τελικά κλειστεί το ραντεβού με τον γιατρό. Εως τότε οι φάκελοι παρέμεναν σε μια γωνιά του σπιτιού. Ολοι τους βλέπαμε και κλείναμε με δύναμη τα μάτια μας ευχόμενοι να υπήρχαν μόνο σε ένα κακό όνειρο. Αλλά ήταν εκεί. Μια σκιά στις ζωές μας.

Ενα απόγευμα μαζέψαμε όλους τους φακέλους, όλα τα χαρτιά και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για τον πνευμονολόγο. Ο πατέρας μου και εγώ. Εκανε ζέστη και ο δρόμος είχε κίνηση. Οδηγούσε ο πατέρας μου. Αργά, στη δεξιά λωρίδα. Τα πόδια του γυμνά μέσα στα καφέ δερμάτινα παπούτσια, πατούσαν νωχελικά τα πετάλια. Ανέσειρα την ίδια εικόνα μέσα από τις πιο σκουριασμένες μνήμες του μυαλού μου. Ηταν πριν από πολλά χρόνια, τα ίδια αυτά γυμνά πόδια, που στέκονταν γεμάτα δύναμη ακόμα, αντίκρυ στα δικά μου. Περιμέναμε -αμίλητοι- για την εγγραφή μου στη σχολή, καθισμένοι σε δυο παλιές ξύλινες καρέκλες, ενός άδειου γραφείου. Τότε, είχα νιώσει μια απίστευτη συμπόνια βλέποντας εκείνα τα γυμνά πόδια του ανθρώπου. Του πατέρα μου. Ετρεξα γρήγορα προς το παράθυρο ενός σκοτεινού φωταγωγού, πριν κυλήσει ένα δάκρυ.

Περιμέναμε τη σειρά μας στο ιατρείο, καθισμένοι σε άσπρους δερμάτινους καναπέδες. Αντίκρυ και πάλι με τα περιοδικά ανάμεσά μας. Στο πλάι μου οι φάκελοι, περίμεναν μαζί μας τον γιατρό. Ενας νεαρός, ήρθε μετά από λίγο και κάθησε δίπλα στον πατέρα μου. Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε να είχε και εκείνος "σκιά". Σαν να διάβασε τη σκέψη μου, έριξε ξαφνικά το βλέμμα πάνω μου. Μήπως άραγε, είχε και εκείνος αναρωτηθεί το ίδιο για μένα; Τότε, άνοιξε η εσωτερική πόρτα του ιατρείου. Μια γυναίκα, γύρω στα 40 με τους δικούς της φακέλους κάτω από τη μασχάλη, βγήκε από μέσα. Πίσω της η φιγούρα του γιατρού με το χέρι του να αγγίζει σχεδόν τον ώμο της. "Ποιός έχει σειρά; "ρώτησε μετά από μια στιγμή και περίμενε στητός στο άνοιγμα της πόρτας, για να μας υποδεχθεί.

Περάσαμε γρήγορα μέσα και βρέθηκα ξανά να κάθομαι μπροστά από ένα γραφείο αντίκρυ με τον πατέρα μου. Ο γιατρός ζήτησε τους φακέλους. Τους έδωσα. Προσεκτικά τους τοποθέτησε μπροστά του. Μας κοίταξε, μια εμένα και μια τον πατέρα μου. "Εσύ, πρέπει να είσαι ο γιος. Σωστά; " με ρώτησε. "Σωστά", απάντησα. "Και οι φάκελοι είναι του πατέρα σου. Σωστά;" "Και πάλι σωστά" απάντησα. "Πως σε λένε;" Toυ είπα, δείχνοντας με τον τόνο της φωνής μου ότι ήθελα να τελειώνουμε. "Για να δούμε, τι έχουμε εδώ, πατέρα του Λύση", είπε αμέσως μετά ανοίγοντας τους φακέλους σχολαστικά, τον έναν μετά τον άλλο. Δεν ξαναμίλησε για όση ώρα έβλεπε τις εξετάσεις. Αφησε για το τέλος τις ακτινογραφίες. Πήρα μια μεγάλη ανάσα. Εριξα μια ματιά στον πατέρα μου. Είχε ιδρώσει. Ο γιατρός σηκώθηκε για να επιβεβαιώσει πολύ γρήγορα, μπροστά σε εκείνο το φωτεινό πλαίσιο των ακτινογραφιών, όσα του είχαν φανερώσει πριν οι εξετάσεις. Κάθησε και πάλι απέναντί μας, σταυρώνοντας τα χέρια του πάνω στους άσπρους φακέλους.

"Καπνίζεις;" Ρωτούσε εμένα! "Ναι" είπα. Πριν προλάβω να του υπενθυμίσω, ότι δεν ήμουν εγώ ο ασθενής, συνέχισε λέγοντας "Δεν κάνεις καλά. Οσο είναι καιρός σε παρακαλώ να το σταματήσεις. Αν δεν το κάνεις κινδυνεύεις, να ασθενήσεις όπως ο πατέρας σου... " Τότε γύρισε για πρώτη φορά το βλέμα του σ' εκείνον. "Γιατί κάπνιζες, γιατί; Γιατί καπνίζετε όλοι εσείς; Oπου και να κοιτάξεις βλέπεις άνδρες, γυναίκες, νέους, ηλικιωμένους, κοπάδια ολόκληρα, να ξερνάνε καπνούς. Αδιαφορείτε για την υγεία σας. Αδιαφορείτε για το σώμα σας. Το δώρο αυτό, το μέγιστο! Δεν αδιαφορείτε όμως για το νέο σας αυτοκίνητο, που το προστατεύεται από τη λακούβα του δρόμου για να μην καταστρέψετε τα ακριβά του λάστιχα."

Δεν είχε πάρει όση ώρα μιλούσε τα μάτια του από τα μάτια του πατέρα μου. Τώρα, ο ιδρώτας έλαμπε ακόμα πιο πολύ στο μέτωπο του, που ήμουν σίγουρος ότι θα τον πότιζε μέχρι το βάθος των δερμάτινων παπουτσιών του. "Οταν θα επιστρέψεις σπίτι - συνέχισε στον ίδιο τόνο ο γιατρός - θα βγάλεις προσεκτικά το πουκάμισο που φοράς, θα το διπλώσεις, θα το προστατέψεις. Δεν θα το σκίσεις για να το βγάλεις από πάνω σου και ας κοστίζει μόνο 20, 40 ή 100 ευρώ. Καπνίζοντας όμως έσκιζες το σώμα σου, που είναι ανεκτίμητο... Σε παρακαλώ μην ξανακαπνίσεις. Πέταξτε και οι δύο φεύγοντας από εδώ τα τσιγάρα σας. Σώστε έστω και μια μέρα από τις ζωές σας... Θα μου το υποσχεθείς;" Ρωτούσε εμένα. Εγνεψα καταφατικά. "Οποτε νιώσεις ότι θα χρειαστείς βοήθεια, μη διστάσεις να έρθεις να με δεις". Οσο για τον πατέρα μου, δεν χρειάστηκε φυσικά να μας πει τίποτα άλλο. Μας είπε μόνο, ότι έπρεπε να γίνουν και άλλες εξετάσεις, που όμως απαιτούσαν την εισαγωγή του σε νοσοκομείο. Προτίμησα να κοιτάξω τα γυμνά στα παπούτσια τους πόδια του πατέρα μου... Αυτή τη φορά, χωρίς να κλάψω.

Μήνες μετά από εκείνο το απόγευμα, τα λόγια του γιατρού, είναι ζωντανά ακόμα μέσα μου. Ο πατέρας μου έκανε το τελευταίο του τσιγάρο στην επιστροφή, πριν το σβήσει μονολογώντας: "Mακάρι να μην είχα καπνίσει ποτέ στη ζωή μου. Τ'ώρα είναι αργά. Για να μη βρεθείς στη θέση μου μια μέρα, κόψτο σε παρακαλώ." Δεν ξανακάπνισα από τότε. Ο πατέρας μου εγχειρίστηκε λίγες εβδομάδες αργότερα και τώρα παρακολουθείται ανά εξάμηνο. Εχει καρκίνο στον πνεύμονα.

Σήμερα είναι 31η του Μάη. Ημέρα χωρίς τσιγάρο. Αύριο, ας είναι μια μέρα με ζωή!


10 Οκτωβρίου 2006

Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ

Caro diario

Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.

Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...

Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...

Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.

Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...

Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.

Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.

Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...

- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...

25 Μαΐου 2006

Τα παλιά καλοκαίρια

Caro Diario

Μια ώρα πριν φύγω για το σπίτι. Κολλημένοι οι δείκτες στο ρολόι μου. Κλείνω μία ή δύο εβδομάδες - δεν θυμάμαι- που μετακόμισα στην καινούρια μου θέση. Από εδώ δεν βλέπω πια το μεγάλο ρολόι πάνω από την πόρτα. Ούτε και την περίεργη συνάδελφο. Νέα πρόσωπα τριγύρω μου. Το γραφείο μου βρίσκεται δίπλα στο μεγάλο παράθυρο με τις γαλαζωπές περσίδες. Απεναντί μου έχω μια άλλη συνάδελφο, σκημμένη πάντα πάνω από την οθόνη του υπολογιστή της. Ευτυχώς δεν μου απευθύνει συχνά το λόγο. Δεν προλαβαίνει, αφού μιλά συνεχώς στο τηλέφωνο. Πιο πίσω μια τηλεόραση αναμεταδίδει συνεχώς αδιάφορες εικόνες.

Εξω από το παράθυρο, το καλοκαίρι ενέσκυψε φουριόζο, κάνοντας τις πικροδάφνες να ανοίξουν τα πρώτα τους λουλούδια. Μικρά ροζ, κίτρινα ή λευκά σημάδια τρέχουν αντίθετα στους δρόμους της πόλης. Σήμερα τα πρόσεξα. Θέριαψαν και οι μουριές στα πεζοδρόμια, ενώ τα αγριόχορτα πιάσαν να κιτρινίζουν. Βγήκαν γρήγορα και τα καλοκαιρινά μας από τις σκοτεινές ντουλάπες, μυρίζοντας λεβάντα και κάμφορα. Τα παπλώματα χώθηκαν όπως όπως σε σακούλες και σκαρφάλωσαν στο πατάρι και τα χαλιά σηκώθηκαν και αυτά σε μια νύχτα. Το ψυγείο γέμισε αναψυκτικά και μπουκάλια με νερό. Στο ντουλάπι οι καφέδες φίλτρου αντικαταστάθηκαν από κουτιά φραπέδων με άρωματα φουντουκιού και βανίλιας. Οι ανεμιστήρες ξεσκονίστηκαν πανέτοιμοι να πολεμήσουν τους καύσωνες. Το καλοκαίρι είναι κι όλας εδώ.

Θυμάμαι τα παλιά καλοκαίρια με τη μάνα μου καθισμένη στον ίσκιο της μικρής βεράντας να καθαρίζει τα αιώνια φασολάκια, τις μελιτζάνες και τις μπάμιες. Τις μυρωδιές από τσιγαρισμένο κρεμμύδι και σάλτσες με βασιλικό και δύοσμο. Στα μπαλκόνια οι αγαπημένες της ορτανσίες με τα εντυπωσιακά τους ροζ λουλούδια. Τις γαρδένιες να σκορπούν το λεπτό τους άρωμα, κάθε φορά που περνούσαμε από δίπλα τους. Και η λεύκα, κάτω στο δρόμο, ψηλή όσο το σπίτι μας, να γίνεται ένας ίσκιος για τα ζεστά απομεσήμερα της εφηβείας μου. Το σκοτεινό μπάνιο, με τα παλιομοδίτικα πλακάκια στους τοίχους, για τα δροσερά ντους μετά τη θάλασσα. Την άμμο που γέμιζε το λευκό της μπανιέρας. Τη μεσημεριανή ησυχία του σπιτιού. Και μόλις ερχόταν το απόγευμα, θυμάμαι τη φασαρία της κουζίνας για τους φραπέδες και τις βυσσινάδες. Τα πήγαιν' έλα των φίλων που επέμεναν να με τραβολογούν σε βόλτες για γκόμενες και φλιπεράκια. Και από μέσα η φωνή της μάνας μου να ρωτά αν θα αργήσω να γυρίσω το βράδυ. Τον αέρα που τρύπωνε κάτω από τα πουκάμισα μας καθώς τρέχαμε πάνω στα φασαριόζικα μηχανάκια. Τις μπύρες και τα ποτά κάτω από ξεθωριασμένες ομπρέλες. Τα ενοχικά βλέμματα στα αγόρια με τα στενά τζιν. Και θυμάμαι ακόμα, τα ζεστά σκοτάδια του σπιτιού κάθε που γύριζα. Την επιθυμία, που τρύπωνε κάτω από τα άσπρα σεντόνια. Τα όνειρα που έκανα, περιμένοντας τον ύπνο να βαρύνει τα βλέφαρα. Εκεί στο σκοτάδι, με το φιδάκι μια κόκκινη τελεία στο πάτωμα να διώχνει τα κουνούπια και τους εβηφικούς εφιάλτες μου...

Ε Τ Ι Κ Ε Τ Ε Σ