Caro diario
Ετούτη την ώρα, που έχω γυρίσει από τη βαρετή, βιοποριστική δουλειά μου και στέκομαι έτσι γυμνός μπροστά στο αχνιστό φλιτζάνι του εσπρέσο, νομίζω ότι είμαι ευτυχισμένος. Ή απλά να μοιάζω. Τώρα έτσι λίγο πριν φτάσει στις εσχατιές της η μέρα, νομίζω ότι μπορώ να απλώσω το χέρι έξω από την πόρτα και να πιάσω το σύννεφο, να το στύψω, να το πιω με μιας. Ανοίγω λίγο. Μυρίζει σάπια βροχή και γκρίζος καπνός ξυλόσομπας.
Ετούτη την ώρα, που το σκυλί του γείτονα γαβγίζει πιάνοντας έναν άγνωστο ήχο με τα αφτιά του. Μετά ακούγεται μια φωνή. Ακολουθεί ένας σιδερένιος ήχος που σέρνεται σαν πληγωμένος δράκος. «Τη μάνικα.» Κάποιος πληρώθηκε. Κάποιος κάπου βάζει πετρέλαιο. Το σκυλί ησυχάζει. Ισως επειδή η βροχή δυνάμωσε, να κλείστηκε πίσω στα σκυλίσια όνειρά του. Κάτω στο δρόμο, τα λάστιχα των αυτοκινήτων κάνουν υγρές, παράλληλες χαρακιές. Τα νερά χωρίζονται σαν μικρές έξοδοι μιας βιβλικής ερυθράς θάλασσας. Σβήνουν, τέμνονται, χάνονται και συναντιούνται, πάλι. Πνίγω τις σκέψεις μέσα τους και αποτραβιέμαι. Νομίζω ότι κολλάνε τα πόδια μου σε λασπωμένη άμμο.
Ετούτη την ώρα, που πίσω από τον καφέ ένας "εικοσάρης" τινάζεται (συν)επαρμένος. Οσο το φως της μέρας χαμηλώνει, μου φαντάζει όλο και πιο μεγάλος. Ολο και πιο οικείος. Θα μπορούσε, να με είχε πηδήξει ή να τον είχα πηδήξει κι εγώ. Eνας τηλεφωνικός αριθμός κυλάει κάτω από τη λευκή ανάμνηση της ηδονής του, για να σβήσει στις άκρες της οθόνης. Εγώ πάλι, θυμάμαι αριθμούς φίλων που χάθηκαν στις άκρες της πόλης. Γιατί ετούτοι οι καιροί μας πήγανε αλλού. Οι ζωές μας γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα. Ερυθρά ή όχι, δεν έχει σημασία.
Ετούτη την ώρα, που εγώ σε θέλω...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα εν οίκω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα εν οίκω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
22 Φεβρουαρίου 2012
2 Φεβρουαρίου 2012
Mε έναν ιδρώτα ξένο
Caro diario
Ξυπνάς με έναν ιδρώτα κρύο, σχεδόν ξένο. Απλώνεις το χέρι δίπλα σου και αγγίζεις την απουσία. Ανοίγεις τα μάτια και τυλίγονται με το σκοτάδι. Ζεις όμως. Η πρώτη σου σκέψη, γίνεται χαμόγελο. Βγάζεις δειλά τα πόδια έξω από το κρεβάτι. Ενα - ένα. Στήνεσαι. Νιώθεις την παγωνιά του ξύλου να εισβάλει από τις πατούσες στο κορμί σου. Ανεβαίνει, φτάνει στο στόμα και βγαίνει σαν λευκή καλημέρα. Ρίχνεις το κεφάλι κάτω. Το βλέμμα σου πιάνεται στο στητό ανδρισμό σου. Με το χαμόγελο παγωμένο, αλλά μια ιδέα πιο σίγουρο, τραβάς για να πλυθείς. Βάζεις το κεφάλι κάτω από το νερό. Ξυπνάς. Πλένεις το κορμί σου, βγάζοντας τη νύχτα που είχε κρυφτεί πάνω του. Κλείνεις τη βρύση και τότε σου ΄ρχεται κατούρημα. Αδειάζεις την κύστη σημαδεύοντας το σιφόνι για τον κάτω κόσμο. Αλλά άδικα. Ξεπλένεις πάλι τα πόδια σου. Σε σκεπάζει μια χνουδωτή αγκαλιά. Κλείνεις τα μάτια και ξάφνου θυμάσαι τη μάνα σου. Εύχεσαι να μπορούσες να μείνεις κι άλλο κάτω από το χάδι της. Οι ευχές και ο χρόνος κυλάνε γρήγορα σαν τις σταγόνες. Κινείσαι μηχανικά από τις ψυχρές εντολές του μυαλού σου. Ψάχνεις για τα ρούχα. Σκεπάζεις στα γρήγορα τη γύμνια σου, παρόλο που δεν ντρέπεσαι. Πριν φύγεις, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στο είδωλό σου. Κλειδιά, γυαλιά, κινητό και ένα παγωμένο ψωμοτύρι ρίχνονται στη τσάντα. Και συ, στο δρόμο. Αραγε, το έσβησες το φως;..
...Το είχες σβήσει. Μπαίνεις σε ένα σπίτι σκοτεινό και κρύο. Προς στιγμή θυμάσαι εκείνο το ψυγείο του χασάπη, που μικρός, σε απειλούσε ο πατέρας, τάχα μου πως θα σε κλείσει μέσα. Η πόρτα που μόλις έκλεισε πίσω σου σε επαναφέρει στο παρόν. Ψυγείο, λες μεγαλόφωνα. Στο διάδρομο ανάβεις το καλοριφέρ αποφεύγοντας να δεις τη θερμοκρασία. Στο γραφείο αφήνεις τη τσάντα να πέσει στο πάτωμα. Στο δεύτερο δωμάτιο, βγάζεις τα ρούχα και ντύνεσαι μόνο με την ελευθερία σου. Με χέρια παγωμένα, βάζεις το φαγητό να ζεσταθεί στα μικροκύματα. Οσο περιμένεις, πίσω από το παράθυρο τα ταλαίπωρα φυτά της βεράντας υπομένουν μαζί σου το χειμώνα. Το «μπιπ» σε κάνει να γυρίσεις πίσω. Τρως στα όρθια. Αφήνεις τα άπλυτα στο πλυντήριο. Βαριέσαι όμως, σκέφτεσαι τη δικαιολογία του νυχτερινού. Φτιάχνεις καφέ, μόνο για την ιδέα. Ελπίζεις έτσι να νιώσεις όμορφα. Δεν νιώθεις τίποτα. Και το ΄ξερες. Αποκοιμιέσαι στον καναπέ, όσο περιμένεις κάποιος να δέσει αυτούς τους τέσσερις στον Αλφα. Αργότερα ξυπνάς και έχεις ένα βάρος, που μεγαλώνει όταν θυμάσαι τον εφιάλτη του απομεσήμερου. Ανακουφισμένος καταλαβαίνεις ότι δεν ήταν παρά οι «οικογενειακές ιστορίες». Κλείνεις την τηλεόραση για να λυτρωθείς στο σκοτάδι. Ελπίζεις στο φως του λάπτοπ. Κανείς ονλάιν. Κλείνεις απότομα την οθόνη. Σκέφτεσαι να τηλεφωνήσεις σε κάποιον φίλο. Να πεις μια κουβέντα. Το αναβάλλεις γιατί φοβάσαι να ακούσεις τη δική του. A! Είναι η ώρα να ρίξεις φαγητό στα ψάρια του ενυδρείου. Τα κοιτάς στην ασφάλεια της δικής τους σιωπής. Κοντοστέκεσαι μπροστά τους χαζεύοντας την αντανάκλαση της κίνησης του νερού τους, πάνω στο υπογάστριό σου. Ισως από ζήλια, μετά τραβάς για τη μπανιέρα. Κόβεις, ξυρίζεις, τριμάρεις. Θέλεις να χαλαρώσεις. Κυλάει το νερό και το βλέμμα. Σου φαίνεσαι γερασμένος. Ή να ΄ναι μόνο η ιδέα σου; Βγαίνεις, και κάνεις μερικά σετ βαράκια για να διώξεις την αμφιβολία. Ξεφυσάς. Πέφτεις στο κρεβάτι με ενοχές και ένα βιβλίο. Οχι αγορασμένο. Από αυτά που μοίραζαν οι κυριακάτικες. Το ανοίγεις, αλλά δεν μυρίζει παρά το σεντόνι. Απομένεις να ψάχνεις το όνομα του μαλακτικού. Το ονομάζεις «καληνύχτα» και σβήνεις το φως. Βολεύεις τα χέρια ανάμεσα στα ζεστά σου σκέλια και κλείνεις τα μάτια. Μια πρόχειρη προσευχή ανεβαίνει στο στόμα. Σου ΄ρχεται η λέξη «ταχυπροσευχή». Δεν μπορείς να την ξεστομίσεις. Τραντάζεται το κρεβάτι απ΄ τα νευρικά γέλια. Πριν σε πνίξει ο βήχας, αναρωτιέσαι αν πάτησες το ΟΝ στο πλυντήριο πιάτων... Απλυτα θα μείνουν, λες. Δεν πειράζει και αύριο μέρα είναι.
Ξυπνάς με έναν ιδρώτα κρύο, σχεδόν ξένο. Απλώνεις το χέρι δίπλα σου και αγγίζεις την απουσία. Ανοίγεις τα μάτια και τυλίγονται με το σκοτάδι. Ζεις όμως. Η πρώτη σου σκέψη, γίνεται χαμόγελο. Βγάζεις δειλά τα πόδια έξω από το κρεβάτι. Ενα - ένα. Στήνεσαι. Νιώθεις την παγωνιά του ξύλου να εισβάλει από τις πατούσες στο κορμί σου. Ανεβαίνει, φτάνει στο στόμα και βγαίνει σαν λευκή καλημέρα. Ρίχνεις το κεφάλι κάτω. Το βλέμμα σου πιάνεται στο στητό ανδρισμό σου. Με το χαμόγελο παγωμένο, αλλά μια ιδέα πιο σίγουρο, τραβάς για να πλυθείς. Βάζεις το κεφάλι κάτω από το νερό. Ξυπνάς. Πλένεις το κορμί σου, βγάζοντας τη νύχτα που είχε κρυφτεί πάνω του. Κλείνεις τη βρύση και τότε σου ΄ρχεται κατούρημα. Αδειάζεις την κύστη σημαδεύοντας το σιφόνι για τον κάτω κόσμο. Αλλά άδικα. Ξεπλένεις πάλι τα πόδια σου. Σε σκεπάζει μια χνουδωτή αγκαλιά. Κλείνεις τα μάτια και ξάφνου θυμάσαι τη μάνα σου. Εύχεσαι να μπορούσες να μείνεις κι άλλο κάτω από το χάδι της. Οι ευχές και ο χρόνος κυλάνε γρήγορα σαν τις σταγόνες. Κινείσαι μηχανικά από τις ψυχρές εντολές του μυαλού σου. Ψάχνεις για τα ρούχα. Σκεπάζεις στα γρήγορα τη γύμνια σου, παρόλο που δεν ντρέπεσαι. Πριν φύγεις, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στο είδωλό σου. Κλειδιά, γυαλιά, κινητό και ένα παγωμένο ψωμοτύρι ρίχνονται στη τσάντα. Και συ, στο δρόμο. Αραγε, το έσβησες το φως;..
...Το είχες σβήσει. Μπαίνεις σε ένα σπίτι σκοτεινό και κρύο. Προς στιγμή θυμάσαι εκείνο το ψυγείο του χασάπη, που μικρός, σε απειλούσε ο πατέρας, τάχα μου πως θα σε κλείσει μέσα. Η πόρτα που μόλις έκλεισε πίσω σου σε επαναφέρει στο παρόν. Ψυγείο, λες μεγαλόφωνα. Στο διάδρομο ανάβεις το καλοριφέρ αποφεύγοντας να δεις τη θερμοκρασία. Στο γραφείο αφήνεις τη τσάντα να πέσει στο πάτωμα. Στο δεύτερο δωμάτιο, βγάζεις τα ρούχα και ντύνεσαι μόνο με την ελευθερία σου. Με χέρια παγωμένα, βάζεις το φαγητό να ζεσταθεί στα μικροκύματα. Οσο περιμένεις, πίσω από το παράθυρο τα ταλαίπωρα φυτά της βεράντας υπομένουν μαζί σου το χειμώνα. Το «μπιπ» σε κάνει να γυρίσεις πίσω. Τρως στα όρθια. Αφήνεις τα άπλυτα στο πλυντήριο. Βαριέσαι όμως, σκέφτεσαι τη δικαιολογία του νυχτερινού. Φτιάχνεις καφέ, μόνο για την ιδέα. Ελπίζεις έτσι να νιώσεις όμορφα. Δεν νιώθεις τίποτα. Και το ΄ξερες. Αποκοιμιέσαι στον καναπέ, όσο περιμένεις κάποιος να δέσει αυτούς τους τέσσερις στον Αλφα. Αργότερα ξυπνάς και έχεις ένα βάρος, που μεγαλώνει όταν θυμάσαι τον εφιάλτη του απομεσήμερου. Ανακουφισμένος καταλαβαίνεις ότι δεν ήταν παρά οι «οικογενειακές ιστορίες». Κλείνεις την τηλεόραση για να λυτρωθείς στο σκοτάδι. Ελπίζεις στο φως του λάπτοπ. Κανείς ονλάιν. Κλείνεις απότομα την οθόνη. Σκέφτεσαι να τηλεφωνήσεις σε κάποιον φίλο. Να πεις μια κουβέντα. Το αναβάλλεις γιατί φοβάσαι να ακούσεις τη δική του. A! Είναι η ώρα να ρίξεις φαγητό στα ψάρια του ενυδρείου. Τα κοιτάς στην ασφάλεια της δικής τους σιωπής. Κοντοστέκεσαι μπροστά τους χαζεύοντας την αντανάκλαση της κίνησης του νερού τους, πάνω στο υπογάστριό σου. Ισως από ζήλια, μετά τραβάς για τη μπανιέρα. Κόβεις, ξυρίζεις, τριμάρεις. Θέλεις να χαλαρώσεις. Κυλάει το νερό και το βλέμμα. Σου φαίνεσαι γερασμένος. Ή να ΄ναι μόνο η ιδέα σου; Βγαίνεις, και κάνεις μερικά σετ βαράκια για να διώξεις την αμφιβολία. Ξεφυσάς. Πέφτεις στο κρεβάτι με ενοχές και ένα βιβλίο. Οχι αγορασμένο. Από αυτά που μοίραζαν οι κυριακάτικες. Το ανοίγεις, αλλά δεν μυρίζει παρά το σεντόνι. Απομένεις να ψάχνεις το όνομα του μαλακτικού. Το ονομάζεις «καληνύχτα» και σβήνεις το φως. Βολεύεις τα χέρια ανάμεσα στα ζεστά σου σκέλια και κλείνεις τα μάτια. Μια πρόχειρη προσευχή ανεβαίνει στο στόμα. Σου ΄ρχεται η λέξη «ταχυπροσευχή». Δεν μπορείς να την ξεστομίσεις. Τραντάζεται το κρεβάτι απ΄ τα νευρικά γέλια. Πριν σε πνίξει ο βήχας, αναρωτιέσαι αν πάτησες το ΟΝ στο πλυντήριο πιάτων... Απλυτα θα μείνουν, λες. Δεν πειράζει και αύριο μέρα είναι.
8 Μαρτίου 2011
Οι όμορφες νιφάδες, όμορφα πνίγονται
Caro diario
O χειμώνας μάς καταριέται ψυχοραγώντας πάνω στο χιονισμένο πεζοδρόμιο. Μια κρυώνω και μια νυστάζω. Μπορεί και τα δύο. Μπροστά απ' την οθόνη ορθώνεται η καυτή ανάσα του φλιτζανιού, χωρίζοντας την στα δύο. Πίνω μια γουλιά ενός άγλυκου τσαγιού. Συνεχίζω να κρατώ τη ζέστη του ανάμεσα στις παλάμες μου, λες και είναι η τελευταία ελπίδα ζεστασιάς μέσα στο μεγάλο σπίτι. Μια ψυχή πως μπορεί να το γεμίσει; Πόσο μπορεί να το ζεστάνει; Κοιτάζω τις νιφάδες πίσω από το λερωμένο τζάμι, λίγο πριν αυτοκτονήσουν μέσα στα μολυσμένα απόνερα της πόλης. Οι όμορφες νιφάδες, όμορφα πνίγονται.
Και ενώ τα χελιδόνια θα είναι πια καθ' οδόν, βλέπω εκεί στην κόχη του ταβανιού, την άδεια φωλιά να περιμένει το γυρισμό τους. Ερημη και μισογκρεμισμένη από τους ημεδαπούς σπουργίτες. Τι έφταιγαν και αυτοί; Ενα σπίτι έψαχναν να ξεχειμωνιάσουν. Ετσι όπως πάντα κάποιος άλλος, θα παίρνει το πόδι μας. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη ζωή. Και εμείς πάλι, να ψάχνουμε για τη θέση ενός άλλου. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη ζωή... Και ο χρόνος, να τα παίρνει όλα. Τα χελιδόνια, δεν μένουν πια εδώ.
Το χιόνι συνεχίζει να στροβιλίζει το βλέμμα μου καθώς ακολουθώ την τρελή πορεία του. Αναρωτιέμαι που και πότε θα είναι η επόμενη φορά, που θα συναντηθούμε. Αφήνομαι έτσι να βουλιάζω στην τελευταία μας. Μένω για ώρα στο λευκό του. Στις χιονισμένες σκέψεις, το μυαλό μουδιάζει, η αντοχή λυγίζει επικίνδυνα. Τις αφήνω, παρακινούμενος από ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης. Το φλιτζάνι άδειασε πια. Φτάνω έως το τέλος και καρτερώ την άνοιξη. Και τότε οι νιφάδες με ένα μαγικό τρόπο, θ' αναστηθούν και θα ζήσουν μια άλλη ζωή ως λευκά πέταλα, άγνωστων λουλουδιών.
O χειμώνας μάς καταριέται ψυχοραγώντας πάνω στο χιονισμένο πεζοδρόμιο. Μια κρυώνω και μια νυστάζω. Μπορεί και τα δύο. Μπροστά απ' την οθόνη ορθώνεται η καυτή ανάσα του φλιτζανιού, χωρίζοντας την στα δύο. Πίνω μια γουλιά ενός άγλυκου τσαγιού. Συνεχίζω να κρατώ τη ζέστη του ανάμεσα στις παλάμες μου, λες και είναι η τελευταία ελπίδα ζεστασιάς μέσα στο μεγάλο σπίτι. Μια ψυχή πως μπορεί να το γεμίσει; Πόσο μπορεί να το ζεστάνει; Κοιτάζω τις νιφάδες πίσω από το λερωμένο τζάμι, λίγο πριν αυτοκτονήσουν μέσα στα μολυσμένα απόνερα της πόλης. Οι όμορφες νιφάδες, όμορφα πνίγονται.
Και ενώ τα χελιδόνια θα είναι πια καθ' οδόν, βλέπω εκεί στην κόχη του ταβανιού, την άδεια φωλιά να περιμένει το γυρισμό τους. Ερημη και μισογκρεμισμένη από τους ημεδαπούς σπουργίτες. Τι έφταιγαν και αυτοί; Ενα σπίτι έψαχναν να ξεχειμωνιάσουν. Ετσι όπως πάντα κάποιος άλλος, θα παίρνει το πόδι μας. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη ζωή. Και εμείς πάλι, να ψάχνουμε για τη θέση ενός άλλου. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη ζωή... Και ο χρόνος, να τα παίρνει όλα. Τα χελιδόνια, δεν μένουν πια εδώ.
Το χιόνι συνεχίζει να στροβιλίζει το βλέμμα μου καθώς ακολουθώ την τρελή πορεία του. Αναρωτιέμαι που και πότε θα είναι η επόμενη φορά, που θα συναντηθούμε. Αφήνομαι έτσι να βουλιάζω στην τελευταία μας. Μένω για ώρα στο λευκό του. Στις χιονισμένες σκέψεις, το μυαλό μουδιάζει, η αντοχή λυγίζει επικίνδυνα. Τις αφήνω, παρακινούμενος από ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης. Το φλιτζάνι άδειασε πια. Φτάνω έως το τέλος και καρτερώ την άνοιξη. Και τότε οι νιφάδες με ένα μαγικό τρόπο, θ' αναστηθούν και θα ζήσουν μια άλλη ζωή ως λευκά πέταλα, άγνωστων λουλουδιών.
25 Φεβρουαρίου 2011
Οι ενοχές των αγγέλων
Caro diario
Tο δωμάτιο βάφεται με ένα απόκοσμο φως, που ξεχύνεται κάτω από τη χαραμάδα ενός γκρίζου ουρανού, για να φτάσει έως τα παγωμένα μου δάκτυλα. Σε λίγο ο ήλιος θα ξημερώνει στα κρεβάτια άλλων ηπείρων ενώ στο δωμάτιο μου θα χάνονται και οι τελευταίες σκιές. Κοιτάζω έξω στη βεράντα τη μεγάλη γλάστρα με το κυπαρίσσι. Μου μοιάζει με πυξίδα που έχασε την ξιπασμένη σιγουριά της. Το φυτό παλεύει να κρατηθεί στη θέση του, κόντρα στον μανιασμένο αέρα του Φλεβάρη. Ενός αέρα με εσάνς βορειοελλαδίτικης μπουγάτσας.
Τα χέρια μου πάγωσαν. Αντί να είμαι γυμνός μέσα στο σπίτι, βρίσκομαι ντυμένος με ρούχα του χειμώνα. Βαριά πάνω μου σαν σκουριασμένη πανοπλία. Στο λαιμό μου δέχομαι να τυλιχτεί ένα χνουδωτό κασκόλ, σαν απομεινάρι αρχαίας ζεστασιάς. Δεν θα δυσκολευόμουν να το φανταστώ σαν θηλιά. Ο καφές κρύωσε και αυτός, πριν προλάβω να τον πιω. Ολα δείχνουν κρύα και δυσκίνητα απόψε. Με μόνη συντροφιά την "τρελοπελαγία", που περιμένει πάνω στην πολυθρόνα να την διαβάσω και την πάντα παρούσα Απουσία, θα υποδεχτώ τη νύχτα, που πετάχτηκε φουριόζα, σαν λερωμένο κομφετί στο στόμα μου.
"Κίνηση ίσον ζωή", ξεστομίζω μεγαλόφωνα καθ' οδόν για την κουζίνα και απορώ πως το σκέφτομαι. Μάλλον για να πάρω δύναμη' η απάντηση. Σέρνω τα πόδια για να φτάσω έως εκεί, αφού πρώτα κάνω μια στάση για να πατήσω παρατεταμένα το πάνω βελάκι του θερμοστάτη στον διάδρομο. Προστάζω τον εγκέφαλο μου να κοτσάρει δίπλα στο "κρυώνω" και ένα "πεινάω". Η σειρά εμφάνισης μού είναι αδιάφορη. Σημασία έχει να ανοίξει η πόρτα του ψυγείου.
Δεν νοιώθω την ψύξη του, μάλλον γιατί δεν διαφέρει πολύ με αυτή του έξω κόσμου. Για μια στιγμή, το ανοιχτό ψυγείο, μου μοιάζει σαν γέρικο ξεδοντιασμένο στόμα που ξεφυσά τα άσπρα του χνώτα στα μούτρα μου. Ανοιγοκλείνω με δύναμη τα μάτια. Τώρα, μπροστά από τα δυο φώτα προβάλλουν λευκά συννεφάκια, συντηρημένου καταναλωτισμού. Μισό μήλο, μισό μπουκάλι κόκα, μισή φέτα ψωμί... Μέσα. Μισή ζωή, απέξω. Κλείνω με μιας την πόρτα και μένω εκεί. Ορθιος να κοιτάζω πάνω της κολλημένο, ανάμεσα σε άλλα κίτρινα χαρτάκια των ελλείψεων, ένα στίχo, από κάτι που δεν πρόλαβα να τελειώσω και μάλλον θα μείνει και αυτό μισό:
Tο δωμάτιο βάφεται με ένα απόκοσμο φως, που ξεχύνεται κάτω από τη χαραμάδα ενός γκρίζου ουρανού, για να φτάσει έως τα παγωμένα μου δάκτυλα. Σε λίγο ο ήλιος θα ξημερώνει στα κρεβάτια άλλων ηπείρων ενώ στο δωμάτιο μου θα χάνονται και οι τελευταίες σκιές. Κοιτάζω έξω στη βεράντα τη μεγάλη γλάστρα με το κυπαρίσσι. Μου μοιάζει με πυξίδα που έχασε την ξιπασμένη σιγουριά της. Το φυτό παλεύει να κρατηθεί στη θέση του, κόντρα στον μανιασμένο αέρα του Φλεβάρη. Ενός αέρα με εσάνς βορειοελλαδίτικης μπουγάτσας.
Τα χέρια μου πάγωσαν. Αντί να είμαι γυμνός μέσα στο σπίτι, βρίσκομαι ντυμένος με ρούχα του χειμώνα. Βαριά πάνω μου σαν σκουριασμένη πανοπλία. Στο λαιμό μου δέχομαι να τυλιχτεί ένα χνουδωτό κασκόλ, σαν απομεινάρι αρχαίας ζεστασιάς. Δεν θα δυσκολευόμουν να το φανταστώ σαν θηλιά. Ο καφές κρύωσε και αυτός, πριν προλάβω να τον πιω. Ολα δείχνουν κρύα και δυσκίνητα απόψε. Με μόνη συντροφιά την "τρελοπελαγία", που περιμένει πάνω στην πολυθρόνα να την διαβάσω και την πάντα παρούσα Απουσία, θα υποδεχτώ τη νύχτα, που πετάχτηκε φουριόζα, σαν λερωμένο κομφετί στο στόμα μου.
"Κίνηση ίσον ζωή", ξεστομίζω μεγαλόφωνα καθ' οδόν για την κουζίνα και απορώ πως το σκέφτομαι. Μάλλον για να πάρω δύναμη' η απάντηση. Σέρνω τα πόδια για να φτάσω έως εκεί, αφού πρώτα κάνω μια στάση για να πατήσω παρατεταμένα το πάνω βελάκι του θερμοστάτη στον διάδρομο. Προστάζω τον εγκέφαλο μου να κοτσάρει δίπλα στο "κρυώνω" και ένα "πεινάω". Η σειρά εμφάνισης μού είναι αδιάφορη. Σημασία έχει να ανοίξει η πόρτα του ψυγείου.
Δεν νοιώθω την ψύξη του, μάλλον γιατί δεν διαφέρει πολύ με αυτή του έξω κόσμου. Για μια στιγμή, το ανοιχτό ψυγείο, μου μοιάζει σαν γέρικο ξεδοντιασμένο στόμα που ξεφυσά τα άσπρα του χνώτα στα μούτρα μου. Ανοιγοκλείνω με δύναμη τα μάτια. Τώρα, μπροστά από τα δυο φώτα προβάλλουν λευκά συννεφάκια, συντηρημένου καταναλωτισμού. Μισό μήλο, μισό μπουκάλι κόκα, μισή φέτα ψωμί... Μέσα. Μισή ζωή, απέξω. Κλείνω με μιας την πόρτα και μένω εκεί. Ορθιος να κοιτάζω πάνω της κολλημένο, ανάμεσα σε άλλα κίτρινα χαρτάκια των ελλείψεων, ένα στίχo, από κάτι που δεν πρόλαβα να τελειώσω και μάλλον θα μείνει και αυτό μισό:
Των αγγέλων έρωτες, των ανθρώπων πάθη
πως θα ΄ταν οι ζωές χωρίς μεγάλα λάθη; Των αγγέλων ενοχές, των ανθρώπων τύψεις
πως θα 'ναι η ζωή όταν θα μου 'χεις λείψει;
πως θα 'ναι η ζωή όταν θα μου 'χεις λείψει;
18 Φεβρουαρίου 2011
Παρασκευάτικη ευτυχία
Caro diario
Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει να μας σκεπάσει. Δύο σύννεφα αγκαλιάζονται μέσα στα μαύρα σεντόνια του ουρανού. Πριν προλάβω να γυρίσω τα μάτια μου, χωρίζονται βίαια από τον νοτιά, που ξερνά πάνω τους την ανάσα των ερήμων. Ο καφές στο κόκκινο φλυτζάνι, έχει κρυώσει όση ώρα πατούσα παρατεταμένα το κουμπί στο τηλεκοντρόλ, ψάχνοντας να βρω κάτι στο ραδιόφωνο, που να μην πληγώνει τα αφτιά μου. Παραδόθηκα αποκαμωμένος στα ερτζιανά φληναφήματα του απογεύματος, σκορπώντας τις ακάλυπτες επιταγές της Παρασκευάτικης ευτυχίας.
Κοιτάζω την γύμνια μου που διακόπτεται από τις άσπρες αθλητικές κάλτσες. Δυο πόδια στερεωμένα πάνω στο μαύρο χαλί. Πιο πέρα παντόφλες. Δυο ζευγάρια στη σειρά. Μπερδεμένες από τα χθες. Οι δικές μου με του Αρη. Δεν έχει διαφορά. Μόνο το μέγεθος τους αλλάζει. Αλλωστε όμοια, ανόμοια μοιρασμένα είναι όλα. Τα πάντα σε τάξη. Ωρες ώρες ζυγιάζομαι, αν μου λείπει η αταξία.
Ο αέρας δυνάμωσε και άλλο. Η μπιγόνια στο μπαλκόνι λυγίζει σαν να προσκυνά στο πέρασμα του αόρατου θεού της. Μια ξαφνική αστραπή, χωρίς ηχητική ακολουθία, αναγγέλλει το ξέσπασμα της καταιγίδας. Ασυναίσθητα κλείνω τα μάτια. Μαζί και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, αφού πρώτα περάσω πρόχειρα το παρεό γύρω από τη σάρκα μου. Πριν γυρίσω, ακούγονται κιόλας οι πρώτες σταγόνες σαν ριπές πολυβόλου που γαζώνουν την ταράτσα και τρυπάνε τους τοίχους ένα γύρω. Το φως της αποψινής πανσελήνου όμως δεν θα περάσει από μέσα τους. Θα βρει όμως το τρόπο να βουτήξει στα απόνερα της ζωής μου. Πάντα βρίσκει...
Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει να μας σκεπάσει. Δύο σύννεφα αγκαλιάζονται μέσα στα μαύρα σεντόνια του ουρανού. Πριν προλάβω να γυρίσω τα μάτια μου, χωρίζονται βίαια από τον νοτιά, που ξερνά πάνω τους την ανάσα των ερήμων. Ο καφές στο κόκκινο φλυτζάνι, έχει κρυώσει όση ώρα πατούσα παρατεταμένα το κουμπί στο τηλεκοντρόλ, ψάχνοντας να βρω κάτι στο ραδιόφωνο, που να μην πληγώνει τα αφτιά μου. Παραδόθηκα αποκαμωμένος στα ερτζιανά φληναφήματα του απογεύματος, σκορπώντας τις ακάλυπτες επιταγές της Παρασκευάτικης ευτυχίας.
Κοιτάζω την γύμνια μου που διακόπτεται από τις άσπρες αθλητικές κάλτσες. Δυο πόδια στερεωμένα πάνω στο μαύρο χαλί. Πιο πέρα παντόφλες. Δυο ζευγάρια στη σειρά. Μπερδεμένες από τα χθες. Οι δικές μου με του Αρη. Δεν έχει διαφορά. Μόνο το μέγεθος τους αλλάζει. Αλλωστε όμοια, ανόμοια μοιρασμένα είναι όλα. Τα πάντα σε τάξη. Ωρες ώρες ζυγιάζομαι, αν μου λείπει η αταξία.
Ο αέρας δυνάμωσε και άλλο. Η μπιγόνια στο μπαλκόνι λυγίζει σαν να προσκυνά στο πέρασμα του αόρατου θεού της. Μια ξαφνική αστραπή, χωρίς ηχητική ακολουθία, αναγγέλλει το ξέσπασμα της καταιγίδας. Ασυναίσθητα κλείνω τα μάτια. Μαζί και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, αφού πρώτα περάσω πρόχειρα το παρεό γύρω από τη σάρκα μου. Πριν γυρίσω, ακούγονται κιόλας οι πρώτες σταγόνες σαν ριπές πολυβόλου που γαζώνουν την ταράτσα και τρυπάνε τους τοίχους ένα γύρω. Το φως της αποψινής πανσελήνου όμως δεν θα περάσει από μέσα τους. Θα βρει όμως το τρόπο να βουτήξει στα απόνερα της ζωής μου. Πάντα βρίσκει...
13 Αυγούστου 2010
Περιμένοντας τα πεφταστέρια
Caro diario
Απέμειναν τρία παγάκια στο ποτήρι με την κόουκ ζίροου, που δεν πρόλαβε να ιδρώσει. Την ήπια μονορούφι. Κάθομαι στην βεράντα, ημίγυμνος μέσα σε τούτη την μυστήρια υγρασία του Αυγούστου, που ντύνει ετσιθελικά το κορμί μου. Βράδυ Πέμπτης, περιμένοντας τα πεφταστέρια. Δεν ελπίζω ότι θα καταδεχτεί κάποιο αστέρι να πέσει πάνω στα σκονισμένα πλακάκια της βεράντας μου, που ακόμα δεν πρόλαβα να καθαρίσω, γυρίζοντας από τις διακοπές. Παρόλα αυτά, ρίχνω κλεφτές ματιές στον ουρανό. Κόντρα στη λογική του αποψινού σκότους, έχω ανάψει τα κεριά στα κηροπήγια και τα αντικουνουπικά καίνε και αυτά χωμένα μέσα στις γλάστρες με την πικροδάφνη, τις ελιές και το κυπαρρίσι, ρίχνοντας τις σκιές τους στον τοίχο.
Επιασε να φυσά ένα βοριαδάκι. Σηκώνοντας τα μάτια πάνω από τη μικρή οθόνη του υπολογιστή μου βλέπω στο απέναντι μπαλκόνι τον νέο γείτονά μου, να γράφει γρήγορα μπροστά στη δική του. Το γυμνό του στήθος φωτίζεται μονάχα από το ηλεκτρονικό φως μπροστά του. Δείχνει όμορφο. Μια μηχανή σπάει την νυχτερινή σιωπή της πόλης. Ο γείτονας σηκώνεται και χάνεται στο σκοτάδι του δωματίου. Σε λίγο επιστέφει έχοντας φορέσει μια μαύρη φανέλα. Δείχνει και τώρα ωραίος. Ποτέ δεν κοιτάζει προς το μέρος μου. Απόψε μονάχα ρίχνει μικρές ματιές στον ουρανό. Ισως να περιμένει και αυτός κάποιο αστέρι.
Ο αέρας δυναμώνει και η υγρασία γίνεται όλο και πιο πυκτή. Τα λιγοστά φώτα από τα γύρω σπίτια σβήνουν σιγά σιγά. Τώρα οι σκιές από τα δέντρα της βεράντας δείχνουν ανταριασμένες πάνω στον μεγάλο τοίχο. Τις κοιτάζω και ηρεμώ στο κυνηγιμά τους. Τις έχω συντροφιά ετούτη τη μοναχική νύχτα. Ο δυνατός χτύπος του τηλεφώνου με επαναφέρει. Η συσκευή αναγνώρισε κλήση του Αρη, σχηματίζοντας με πορτοκαλί χρώμα το όνομά του. Με ρωτάει τι κάνω. Θέλω να του πω για τα πεφταστέρια, αλλά δεν το λέω. Πέφτει μια σιωπή, πυκτή όσο και η υγρασία. Κλείνουμε γρήγορα με ψιθυριστές καληνύχτες. Η οθόνη του τηλεφώνου γίνεται τώρα ένα, με το χρώμα της νύχτας.
Ενας άνεμος αντίθετος από πριν, χτυπά τώρα την πλάτη μου. Δυναμώνει και σβήνει με μιας τις φλόγες. Οι σκιές μου χάνονται και μένω πια μονάχος. Αναζητώ με το βλέμμα τον γείτονα μου. Εκείνος πάλι το ρολόι του."Δώδεκα ακριβώς". Σχεδόν το φωνάζω. Αυτός σηκώνει αργά τα μάτια στον ουρανό. Δείχνει αναποφάσιστος. Κλείνει απότομα την οθόνη του υπολογιστή του. Δεν τον διακρίνω καθαρά πια. Γίνεται μια γκρίζα σκιά και μετά ένα με το σκοτάδι του δωματίου. Ακούω την μπαλκονόπορτα που κλείνει. Απομένω μόνος να περιμένω τα πεφταστέρια του Αυγούστου. Δώδεκα και κάτι.
Απέμειναν τρία παγάκια στο ποτήρι με την κόουκ ζίροου, που δεν πρόλαβε να ιδρώσει. Την ήπια μονορούφι. Κάθομαι στην βεράντα, ημίγυμνος μέσα σε τούτη την μυστήρια υγρασία του Αυγούστου, που ντύνει ετσιθελικά το κορμί μου. Βράδυ Πέμπτης, περιμένοντας τα πεφταστέρια. Δεν ελπίζω ότι θα καταδεχτεί κάποιο αστέρι να πέσει πάνω στα σκονισμένα πλακάκια της βεράντας μου, που ακόμα δεν πρόλαβα να καθαρίσω, γυρίζοντας από τις διακοπές. Παρόλα αυτά, ρίχνω κλεφτές ματιές στον ουρανό. Κόντρα στη λογική του αποψινού σκότους, έχω ανάψει τα κεριά στα κηροπήγια και τα αντικουνουπικά καίνε και αυτά χωμένα μέσα στις γλάστρες με την πικροδάφνη, τις ελιές και το κυπαρρίσι, ρίχνοντας τις σκιές τους στον τοίχο.
Επιασε να φυσά ένα βοριαδάκι. Σηκώνοντας τα μάτια πάνω από τη μικρή οθόνη του υπολογιστή μου βλέπω στο απέναντι μπαλκόνι τον νέο γείτονά μου, να γράφει γρήγορα μπροστά στη δική του. Το γυμνό του στήθος φωτίζεται μονάχα από το ηλεκτρονικό φως μπροστά του. Δείχνει όμορφο. Μια μηχανή σπάει την νυχτερινή σιωπή της πόλης. Ο γείτονας σηκώνεται και χάνεται στο σκοτάδι του δωματίου. Σε λίγο επιστέφει έχοντας φορέσει μια μαύρη φανέλα. Δείχνει και τώρα ωραίος. Ποτέ δεν κοιτάζει προς το μέρος μου. Απόψε μονάχα ρίχνει μικρές ματιές στον ουρανό. Ισως να περιμένει και αυτός κάποιο αστέρι.
Ο αέρας δυναμώνει και η υγρασία γίνεται όλο και πιο πυκτή. Τα λιγοστά φώτα από τα γύρω σπίτια σβήνουν σιγά σιγά. Τώρα οι σκιές από τα δέντρα της βεράντας δείχνουν ανταριασμένες πάνω στον μεγάλο τοίχο. Τις κοιτάζω και ηρεμώ στο κυνηγιμά τους. Τις έχω συντροφιά ετούτη τη μοναχική νύχτα. Ο δυνατός χτύπος του τηλεφώνου με επαναφέρει. Η συσκευή αναγνώρισε κλήση του Αρη, σχηματίζοντας με πορτοκαλί χρώμα το όνομά του. Με ρωτάει τι κάνω. Θέλω να του πω για τα πεφταστέρια, αλλά δεν το λέω. Πέφτει μια σιωπή, πυκτή όσο και η υγρασία. Κλείνουμε γρήγορα με ψιθυριστές καληνύχτες. Η οθόνη του τηλεφώνου γίνεται τώρα ένα, με το χρώμα της νύχτας.
Ενας άνεμος αντίθετος από πριν, χτυπά τώρα την πλάτη μου. Δυναμώνει και σβήνει με μιας τις φλόγες. Οι σκιές μου χάνονται και μένω πια μονάχος. Αναζητώ με το βλέμμα τον γείτονα μου. Εκείνος πάλι το ρολόι του."Δώδεκα ακριβώς". Σχεδόν το φωνάζω. Αυτός σηκώνει αργά τα μάτια στον ουρανό. Δείχνει αναποφάσιστος. Κλείνει απότομα την οθόνη του υπολογιστή του. Δεν τον διακρίνω καθαρά πια. Γίνεται μια γκρίζα σκιά και μετά ένα με το σκοτάδι του δωματίου. Ακούω την μπαλκονόπορτα που κλείνει. Απομένω μόνος να περιμένω τα πεφταστέρια του Αυγούστου. Δώδεκα και κάτι.
6 Ιουνίου 2010
Λεπτή λευκή γραμμή
Caro diario
Πάντα μου άρεσαν τα σούπερ σλόου μόσιον των γάλλων για το Ρολάν Γκαρός. Οπως και το σπλιτ της οθόνης με την λευκή, λεπτή γραμμή. Χωρίς φιοριτούρες. Θυμάμαι τους τελικούς όταν υποστήριζα όποιον τενίστα μου άρεσε πιο πολύ -συνήθως τον πιο ξανθό, με εξαίρεση τον Μπέκερ- αφήνοντας τον άλλον στον μικρό μου αδερφό. Στο τέλος χαιρόμασταν και λυπούμασταν ο καθένας για λογαριασμό του δικού του. Αν δεν μαλώναμε, δίναμε "ραντεβού" για ρεβάνς στο επερχόμενο Γουίμπλεντον, εκεί με τις πρώτες ζέστες του Ιούνη, μαζί με την γιορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ασπρόμαυρα πλάνα μιας σκονισμένης νιότης...
Είναι ένα ακόμα απόγευμα τελικού, αλλά τόσο διαφορετικό, αν και πάντα Κυριακάτικο. Πια, δεν διαλέγουμε τενίστες, δεν το βλέπουμε καν μαζί με τον αδερφό μου. Αν το βλέπουμε... Δεν θα μαλώσουμε στο τέλος, ούτε θα χαρούμε, ούτε τίποτα από εκείνα που κάναμε παιδιά. Ή που μας έκαναν παιδιά... Η λεπτή λευκή γραμμή μεγάλωσε, μας τύλιξε μέσα της, μαζί με όλες τις Κυριακές του κόσμου. Σήμερα, είναι απλά, ένα μελαγχολικό απόγευμα. Σαν όλα αυτά τα απογεύματα, που σκοντάφτεις στη λακούβα της λύπης τους.
Κοιτάζω στη γωνιά, το φυτό που μου έφερε ο Αρης, να έχει πετάξει ένα νέο, μακρύ και ελπιδοφόρο φύλλο που μέρα με την μέρα ξετυλίγεται μπρος μου, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανό κόντρα σε όλα τα σκοτάδια του σπιτιού. Το χαϊδεύω με το βλέμμα μου, ενώ το "Δι εντ" των "Ρέκλες" από την τηλεόραση τραβά την προσοχή μου. Δεν έχει ήχο. Μόνο εικόνες με σφιχτά κορμιά γεμάτα καλοκαιρινή αλμύρα να χορεύουν, να αγγίζονται... Για μια στιγμή βρίσκομαι και εγώ εκεί, ανάμεσά τους να φιλάω έναν άγνωστο... Ναι, κι ας είναι μια πυκτή Κυριακή, μπορώ έστω και λίγο να χαμογελώ. Κάτι με κάνει να ανοίξω τον ήχο.
Σκοτείνιασε πια και το δωμάτιο βάφεται στα εναλλασσόμενα χρώματα ανόητων διαφημίσεων, απομεινάρια ενός ξεπεσμένου καταναλωτισμού. Κάθομαι οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά από το γυμνό τραπεζάκι του σαλονιού. Γυμνός και εγώ. Κοιτάζω έξω από την μισάνοικτη κουρτίνα αλλά δεν φαίνεται κανείς. Ούτε ο ήλιος φαίνεται πια. Μάλλον ακολούθησε και σήμερα την ίδια πορεία. Μια στήλη γκρίζου ουρανού φαίνεται σαν να στηρίζει τα σύννεφα που τρέχουν αλλαφιασμένα πάνω από την βεράντα. Μύρισε πάλι βροχή ή είναι η ιδέα μου; Αλλόκοτος ετούτος ο Ιούνης. Τουλάχιστον μας άφησε το Ρολάν Γκαρός.
Ραντεβού στο Γουίμπλεντον...
Πάντα μου άρεσαν τα σούπερ σλόου μόσιον των γάλλων για το Ρολάν Γκαρός. Οπως και το σπλιτ της οθόνης με την λευκή, λεπτή γραμμή. Χωρίς φιοριτούρες. Θυμάμαι τους τελικούς όταν υποστήριζα όποιον τενίστα μου άρεσε πιο πολύ -συνήθως τον πιο ξανθό, με εξαίρεση τον Μπέκερ- αφήνοντας τον άλλον στον μικρό μου αδερφό. Στο τέλος χαιρόμασταν και λυπούμασταν ο καθένας για λογαριασμό του δικού του. Αν δεν μαλώναμε, δίναμε "ραντεβού" για ρεβάνς στο επερχόμενο Γουίμπλεντον, εκεί με τις πρώτες ζέστες του Ιούνη, μαζί με την γιορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ασπρόμαυρα πλάνα μιας σκονισμένης νιότης...
Είναι ένα ακόμα απόγευμα τελικού, αλλά τόσο διαφορετικό, αν και πάντα Κυριακάτικο. Πια, δεν διαλέγουμε τενίστες, δεν το βλέπουμε καν μαζί με τον αδερφό μου. Αν το βλέπουμε... Δεν θα μαλώσουμε στο τέλος, ούτε θα χαρούμε, ούτε τίποτα από εκείνα που κάναμε παιδιά. Ή που μας έκαναν παιδιά... Η λεπτή λευκή γραμμή μεγάλωσε, μας τύλιξε μέσα της, μαζί με όλες τις Κυριακές του κόσμου. Σήμερα, είναι απλά, ένα μελαγχολικό απόγευμα. Σαν όλα αυτά τα απογεύματα, που σκοντάφτεις στη λακούβα της λύπης τους.
Κοιτάζω στη γωνιά, το φυτό που μου έφερε ο Αρης, να έχει πετάξει ένα νέο, μακρύ και ελπιδοφόρο φύλλο που μέρα με την μέρα ξετυλίγεται μπρος μου, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανό κόντρα σε όλα τα σκοτάδια του σπιτιού. Το χαϊδεύω με το βλέμμα μου, ενώ το "Δι εντ" των "Ρέκλες" από την τηλεόραση τραβά την προσοχή μου. Δεν έχει ήχο. Μόνο εικόνες με σφιχτά κορμιά γεμάτα καλοκαιρινή αλμύρα να χορεύουν, να αγγίζονται... Για μια στιγμή βρίσκομαι και εγώ εκεί, ανάμεσά τους να φιλάω έναν άγνωστο... Ναι, κι ας είναι μια πυκτή Κυριακή, μπορώ έστω και λίγο να χαμογελώ. Κάτι με κάνει να ανοίξω τον ήχο.
Σκοτείνιασε πια και το δωμάτιο βάφεται στα εναλλασσόμενα χρώματα ανόητων διαφημίσεων, απομεινάρια ενός ξεπεσμένου καταναλωτισμού. Κάθομαι οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά από το γυμνό τραπεζάκι του σαλονιού. Γυμνός και εγώ. Κοιτάζω έξω από την μισάνοικτη κουρτίνα αλλά δεν φαίνεται κανείς. Ούτε ο ήλιος φαίνεται πια. Μάλλον ακολούθησε και σήμερα την ίδια πορεία. Μια στήλη γκρίζου ουρανού φαίνεται σαν να στηρίζει τα σύννεφα που τρέχουν αλλαφιασμένα πάνω από την βεράντα. Μύρισε πάλι βροχή ή είναι η ιδέα μου; Αλλόκοτος ετούτος ο Ιούνης. Τουλάχιστον μας άφησε το Ρολάν Γκαρός.
Ραντεβού στο Γουίμπλεντον...
23 Φεβρουαρίου 2010
Ψίθυροι και ουρλιαχτά
Caro diario
Ενα χτύπημα στην πόρτα με ξύπνησε από ένα βαθύ ύπνο μεσημεριού, που θέριεψε πάνω στο κρεβάτι μου. Το φως δίπλα στο κεφάλι, χτύπησε με δύναμη στα μάτια. Τα ΄ριξα στο ρολόι που το είδα να δείχνει ήδη οχτώ. Εψαξα για κάτι να σκεπάσω τη γύμνια μου και πήγα να ανοίξω. Κανείς δεν έμεινε να με περιμένει εκεί. Εκλεισα απαλά και με ανακούφιση την πόρτα. Στην κουζίνα είδα βουνό από πιάτα να με περιμένουν να τα βάλω στο πλυντήριο. Τα άφησα στην βρωμιά τους και επέστρεψα μπροστά στο φως του υπνοδωματίου. Εμεινα για μια στιγμή αναποφάσιστος για το αν θα πήγαινα ή όχι στο γυμναστήριο. Γδύθηκα με σκοπό να φορέσω τη φόρμα. Αντί για αυτό όμως, προτίμησα να με σκεπάσω με το λευκό σεντόνι. Εσβησα και το φως. Σκοτάδι...
Εμεινα ώρες έτσι, να σκέφτομαι ό,τι έπεφτε σαν λευκή βροχή από το ταβάνι. Για τη δουλειά, που πάει από το κακό στο χειρότερο. Τις φήμες, που ακούγονται κάθε μέρα που περνά και από ψίθυροι γίνονται ουρλιαχτά. Γύρω υπάρχει μια βεβαιότητα που αρνούμαστε πεισματικά να δούμε. Ζούμε σε μια πεθαμένη από χρόνια χώρα, που όσο και να την κοιτάς δεν έχει την προοπτική του Λαζάρου. Μια χώρα που το 75% των κατοίκων της θεωρούν ότι άργησαν να επιβληθούν τα μέτρα και ότι απαιτούνται περισσότερα και από την άλλη, οι ίδιοι που δηλώνουν αυτά, ετοιμάζονται να κατεβάσουν τα ρολά με μια απεργία ενάντια στην επιβολή των μέτρων. Τρικυμία εν κρανίω.
Και εγώ που είμαι; Tι κάνω; Eμείς; Tι προοπτική υπάρχει; Αν υπάρχει... H ζωή είναι εκεί έξω. Aπό το κάτω διαμέρισμα ακούγονται οι φωνές της γειτόνισας να μαλώνει το μικρό παιδί της. Αφουγκράζομαι, περιμένοντας να ακολουθήσει και η φωνή του άντρα της. Να τη! Φωνάζουν όλοι μαζί. Η γνωστή αυτή αλληλουχία διακόπτεται ξαφνικά, από τρεις πυροβολισμούς. Επεσαν λίγο πιο μακρυά από εμάς. Στο σπίτι πάλι, έπεσε βαριά η ησυχία και βάρυναν τα μάτια. Μου ΄ρθε στο στόμα να σιγοψιθυρίσω το 'Hit Me With Your Best Shot' με τους StereoGoesStellar. Κοιμήθηκα σαν σκοτωμένος...
Ενα χτύπημα στην πόρτα με ξύπνησε από ένα βαθύ ύπνο μεσημεριού, που θέριεψε πάνω στο κρεβάτι μου. Το φως δίπλα στο κεφάλι, χτύπησε με δύναμη στα μάτια. Τα ΄ριξα στο ρολόι που το είδα να δείχνει ήδη οχτώ. Εψαξα για κάτι να σκεπάσω τη γύμνια μου και πήγα να ανοίξω. Κανείς δεν έμεινε να με περιμένει εκεί. Εκλεισα απαλά και με ανακούφιση την πόρτα. Στην κουζίνα είδα βουνό από πιάτα να με περιμένουν να τα βάλω στο πλυντήριο. Τα άφησα στην βρωμιά τους και επέστρεψα μπροστά στο φως του υπνοδωματίου. Εμεινα για μια στιγμή αναποφάσιστος για το αν θα πήγαινα ή όχι στο γυμναστήριο. Γδύθηκα με σκοπό να φορέσω τη φόρμα. Αντί για αυτό όμως, προτίμησα να με σκεπάσω με το λευκό σεντόνι. Εσβησα και το φως. Σκοτάδι...
Εμεινα ώρες έτσι, να σκέφτομαι ό,τι έπεφτε σαν λευκή βροχή από το ταβάνι. Για τη δουλειά, που πάει από το κακό στο χειρότερο. Τις φήμες, που ακούγονται κάθε μέρα που περνά και από ψίθυροι γίνονται ουρλιαχτά. Γύρω υπάρχει μια βεβαιότητα που αρνούμαστε πεισματικά να δούμε. Ζούμε σε μια πεθαμένη από χρόνια χώρα, που όσο και να την κοιτάς δεν έχει την προοπτική του Λαζάρου. Μια χώρα που το 75% των κατοίκων της θεωρούν ότι άργησαν να επιβληθούν τα μέτρα και ότι απαιτούνται περισσότερα και από την άλλη, οι ίδιοι που δηλώνουν αυτά, ετοιμάζονται να κατεβάσουν τα ρολά με μια απεργία ενάντια στην επιβολή των μέτρων. Τρικυμία εν κρανίω.
Και εγώ που είμαι; Tι κάνω; Eμείς; Tι προοπτική υπάρχει; Αν υπάρχει... H ζωή είναι εκεί έξω. Aπό το κάτω διαμέρισμα ακούγονται οι φωνές της γειτόνισας να μαλώνει το μικρό παιδί της. Αφουγκράζομαι, περιμένοντας να ακολουθήσει και η φωνή του άντρα της. Να τη! Φωνάζουν όλοι μαζί. Η γνωστή αυτή αλληλουχία διακόπτεται ξαφνικά, από τρεις πυροβολισμούς. Επεσαν λίγο πιο μακρυά από εμάς. Στο σπίτι πάλι, έπεσε βαριά η ησυχία και βάρυναν τα μάτια. Μου ΄ρθε στο στόμα να σιγοψιθυρίσω το 'Hit Me With Your Best Shot' με τους StereoGoesStellar. Κοιμήθηκα σαν σκοτωμένος...
27 Ιανουαρίου 2010
Οι ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας
Caro diario
Η γλυκερή μυρωδιά από το πρόωρα μισάνοικτο ζουμπούλι της κουζίνας, έπεσε με δύναμη πάνω μου για να με καλωσορίσει στο σπίτι. Εβγαλα τα παπούτσια στο χαλί της εισόδου και προχώρησα αργά σε ένα, όχι και τόσο γνώριμο ακόμα μισοσκόταδο, πατώντας με τις χοντρές κάλτσες, μην τυχόν πληγώσω τα σανίδια στο πάτωμα. Περνώντας από τον διάδρομο, ανέβασα το θερμοστάτη σε τροπικές θερμοκρασίες και αφού ελευθέρωσα το σώμα μου απ' τ' ανυπόφορα ρούχα του, αφέθηκα έτσι γυμνωμένος, στο λυτρωτικό λευκό της μπανιέρας.
Χώθηκα αργά στο ζεστό νερό με τις άσπρες φουσκάλες να επιπλέουν γύρω από το σώμα μου, σαν σωσίβια άγνωστων ναυαγών. Εκλεισα τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου να βρει στήριγμα στο παγωμένο άκρο. Την ίδια στιγμή έννοιωσα μέσα στο νερό, το ζεστό χάδι του με τη μορφή ενός μικρού καταράκτη να πέφτει πάνω στο απλωμένο χέρι μου. Προς στιγμή είχα μια αίσθηση από εκείνο το φθινωπορινό λουτρό, στο Πόζαρ. Εκλεισα την μπαταρία και αφουγκράστηκα τη σιωπή του σπιτιού. Ετσι εκεί, θυμήθηκα τον Στέφανο που ΄λεγε το πρωί, πόσο θα ΄θελε με τέτοιο καιρό, εκεί χιόνιζε, να κάνει αυτό που έκανα εγώ τώρα. Τις υγρές μου σκέψεις, τις εικόνες των βορειοελλαδίτικων λουτρών και την μεσημβρινή ησυχία του μπάνιου, ήρθαν να σπάσουν οι πρώτες ψιχάλες μιας δυνατής βροχής που άκουγα να χτυπά, ψηλά, εκεί στα τσιμέντα της ταράτσας. Ακριβώς πάνω από το μέτωπό μου.
Εμεινα για αρκετή ώρα εκεί να ακούω τη βροχή μέσα στο κεφάλι μου. Οι σκέψεις στο μυαλό μου αγνοώντας τους νόμους, έτρεχαν ψηλά, έφταναν σε σκοτεινά μοναπάτια και δύσκολες ανηφοριές. Αφησα την υγρασία από τα μάτια μου να κυλήσει αργά πάνω μου και να ενωθεί με ένα ρυπαρό γκρίζο στο νερό. Αναρωτήθηκα αν είναι προτιμότερο τελικά να παριστάνεις ότι δεν γνωρίζεις την αλήθεια, από το να την ομολογείς ταπεινωμένος. Αναπολώ κι όλας τις ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας...
Βολεύτηκα κάπως καλύτερα και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στο νερό. Κράτησα την αναπνοή μου, όση ώρα περισσότερη μπορούσα, αφήνοντας σιγά σιγά όλο τον αέρα από τα πνευμόνια μου να δραπετεύσει προς το άπειρο. Εβγαλα πρώτα το κεφάλι και μετά κάθησα μέσα στο νερό σε θέση λωτού, αν και μου έμοιαζε περισσότερο με θέση βατράχου. Είχα χαλαρώσει τόσο που μου ήρθε να κατουρίσω. Ξαφνικά το νερό έγινε μια ιδέα πιο ζεστό. Το μάτι μου έπιασε από δίπλα, καθώς γυάλιζαν στο τελευταίο απογευματινό φως, τις λεπίδες τις ξυριστικής. Την πήρα στο χέρι μου, την βύθησα στο νερό και εκεί μέσα, χωρίς να μετακινηθώ, βάλθηκα να ξυρίζω τα αρχίδια μου. Κόντρα ξύρισμα. Κόντρα σε όλα...
Η γλυκερή μυρωδιά από το πρόωρα μισάνοικτο ζουμπούλι της κουζίνας, έπεσε με δύναμη πάνω μου για να με καλωσορίσει στο σπίτι. Εβγαλα τα παπούτσια στο χαλί της εισόδου και προχώρησα αργά σε ένα, όχι και τόσο γνώριμο ακόμα μισοσκόταδο, πατώντας με τις χοντρές κάλτσες, μην τυχόν πληγώσω τα σανίδια στο πάτωμα. Περνώντας από τον διάδρομο, ανέβασα το θερμοστάτη σε τροπικές θερμοκρασίες και αφού ελευθέρωσα το σώμα μου απ' τ' ανυπόφορα ρούχα του, αφέθηκα έτσι γυμνωμένος, στο λυτρωτικό λευκό της μπανιέρας.
Χώθηκα αργά στο ζεστό νερό με τις άσπρες φουσκάλες να επιπλέουν γύρω από το σώμα μου, σαν σωσίβια άγνωστων ναυαγών. Εκλεισα τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου να βρει στήριγμα στο παγωμένο άκρο. Την ίδια στιγμή έννοιωσα μέσα στο νερό, το ζεστό χάδι του με τη μορφή ενός μικρού καταράκτη να πέφτει πάνω στο απλωμένο χέρι μου. Προς στιγμή είχα μια αίσθηση από εκείνο το φθινωπορινό λουτρό, στο Πόζαρ. Εκλεισα την μπαταρία και αφουγκράστηκα τη σιωπή του σπιτιού. Ετσι εκεί, θυμήθηκα τον Στέφανο που ΄λεγε το πρωί, πόσο θα ΄θελε με τέτοιο καιρό, εκεί χιόνιζε, να κάνει αυτό που έκανα εγώ τώρα. Τις υγρές μου σκέψεις, τις εικόνες των βορειοελλαδίτικων λουτρών και την μεσημβρινή ησυχία του μπάνιου, ήρθαν να σπάσουν οι πρώτες ψιχάλες μιας δυνατής βροχής που άκουγα να χτυπά, ψηλά, εκεί στα τσιμέντα της ταράτσας. Ακριβώς πάνω από το μέτωπό μου.
Εμεινα για αρκετή ώρα εκεί να ακούω τη βροχή μέσα στο κεφάλι μου. Οι σκέψεις στο μυαλό μου αγνοώντας τους νόμους, έτρεχαν ψηλά, έφταναν σε σκοτεινά μοναπάτια και δύσκολες ανηφοριές. Αφησα την υγρασία από τα μάτια μου να κυλήσει αργά πάνω μου και να ενωθεί με ένα ρυπαρό γκρίζο στο νερό. Αναρωτήθηκα αν είναι προτιμότερο τελικά να παριστάνεις ότι δεν γνωρίζεις την αλήθεια, από το να την ομολογείς ταπεινωμένος. Αναπολώ κι όλας τις ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας...
Βολεύτηκα κάπως καλύτερα και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στο νερό. Κράτησα την αναπνοή μου, όση ώρα περισσότερη μπορούσα, αφήνοντας σιγά σιγά όλο τον αέρα από τα πνευμόνια μου να δραπετεύσει προς το άπειρο. Εβγαλα πρώτα το κεφάλι και μετά κάθησα μέσα στο νερό σε θέση λωτού, αν και μου έμοιαζε περισσότερο με θέση βατράχου. Είχα χαλαρώσει τόσο που μου ήρθε να κατουρίσω. Ξαφνικά το νερό έγινε μια ιδέα πιο ζεστό. Το μάτι μου έπιασε από δίπλα, καθώς γυάλιζαν στο τελευταίο απογευματινό φως, τις λεπίδες τις ξυριστικής. Την πήρα στο χέρι μου, την βύθησα στο νερό και εκεί μέσα, χωρίς να μετακινηθώ, βάλθηκα να ξυρίζω τα αρχίδια μου. Κόντρα ξύρισμα. Κόντρα σε όλα...

27 Μαρτίου 2008
Back to black
Caro diario
Ο ουρανός μολύβι, τρομάζει έξω από το παράθυρο. Ανοίγω τις κουρτίνες να μπει το έσχατο φως της μέρας. Πριν λίγο επέστρεψα από του Αρη. Κλείστηκα εδώ, στο μικρό μου χάος και βάλθηκα να γεμίζω το λευκό κενό. Εχω τέτοια υπερένταση που κάτι πρέπει να κάνω πριν ουρλιάξω. Ανοίγω μια πλέι λιστ, την πρώτη που βρίσκω να πέφτει στα μάτια μου. Η Λιόνα Λιούις αρχίζει το Μπλίντινγκ Λαβ... Εψαχνα από ώρα μια αφορμή να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο. Ενα λάθος χτύπημα και...
...το μαζεύω ρολό. Το τσαλακώνω. Το χτυπώ με δύναμη πάνω στη χαραγμένη ξύλινη επιφάνεια. Θέλω να το σκοτώσω, να το κάνω να πάψει να υπάρχει. Αντικείμενα σπρώχνονται από το γραφείο και πέφτουν με δύναμη από δω και από κει. Το μάους με μια κίνηση φεύγει προς τα δεξιά, χτυπημένο από το πληκτρολόγιο, που εξακολουθεί να πνίγεται στα χέρια μου. Το ποντίκι γίνεται κομμάτια με τα σωθικά του χυμένα, πέρα στο πάτωμα. Βλέπω τις μπαταρίες να κυλιούνται ακόμα. Αγνοείται το καπάκι. Η ματιά μου επιστρέφει στα ασπρισμένα από την πίεση δάκτυλα. Χαλαρώνουν απότομα. Το τραγούδι τελειώνει. Το πληκτρολόγιο προσπαθεί να πάρει το αρχικό του σχήμα. Ενα επόμενο ξεκινά. Τώρα το αγαπημένο μου λαστιχένιο πληκτρολόγιο αργοσέρνεται σαν λαβωμένο ερπετό, άγνωστων τροπικών.
Με μάτια να καίνε και το κεφάλι μου έτοιμο να σκάσει πάνω στο λιλά τοίχο, προσπαθώ να βάλω μια τάξη μέσα μου. Ακούω την καρδιά να βαράει σαν κύμβαλο αλαλάζον, την ώρα που η Ντάφι ξεστομίζει ηδονικά το Μέρσι. Η ανάσα προσπαθεί ακόμα να βρει το ρυθμό της, λες και μόλις τέλειωσε μια μάχη στα πεδία των αρσενικών ερώτων. Ρίχνω το κεφάλι πίσω, μέχρι να ενωθεί το δέρμα μου μ΄ εκείνο της πολυθρόνας. Τα μάτια στο ταβάνι. Χάνομαι κάπου στο ενδιάμεσο κενό. Βλέπω όμως το άσπρο του δωματίου μας. Πάνω του, που χόρευαν λίγο πριν, οι χρωματιστές σκιές της βουβής τηλεόρασης. Και ο Αρης δίπλα μου.
Είχε το κεφάλι γερμένο πάνω από το μπράτσο μου. Ωρες ώρες πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε στρογγυλό λαιμό. Για να βρίσκουμε ένα μπράτσο να τον ταιριάξουμε. Το βαρύ χέρι πάνω στο στήθος μου. Το άλλο ανάμεσα στα γυμνά σώματα, σαν φράκτης. Μπλεγμένα τα πόδια. Ενοιωθα την ανάσα του ζεστή στην πλαγιά του λαιμού μου. Ακίνητοι και γυμνοί στην ησυχία ενός απομεσήμερου, φυλακισμένου στον χειμώνα. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Δεν κατάλαβα αν εκείνος αποκοιμήθηκε. Δεν θυμάμαι αν τον ρώτησα και μετά. Κάποια στιγμή είπε σιγανά, «κρυώνω» και τον τράβηξα ακόμα πιο πάνω μου. Αυτό το θυμάμαι.
Εστριψα το κεφάλι αριστερά προς το κομοδίνο, για να δω την ώρα. "Πόσο πολύ, μ΄αρέσει ο λαιμός σου. Ειδικά αυτή η γραμμή, εδώ στο πλάι..." Εστριψα μόνο τα απορημένα μάτια προς τα πίσω. "Μείνε έτσι όπως είσαι." Υπάκουσα κρατώντας την ανάσα μου. Εμεινα να κοιτάζω τις πράσινες τελείες που αναβόσβηναν στο μαύρο του ρολογιού, ανάμεσα στο 17 και το 55. Ενοιωσα το βάρος του χεριού του να ελευθερώνει το στήθος μου. Eίδα τη σκιά του στο λευκό του τοίχου. Εκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Tην επόμενη στιγμή με άγγιζε στο λαιμό. Απαλά, σαν κάτι εύθραστο...
Ετσι κύλησα έξω από το κρεβάτι. "Πού πας;" "Να φτιάξω καφέ, να πιούμε. Θα γυρίσω πίσω" απάντησα, ενώ εκείνος άνοιγε την ένταση στην τηλεόραση. Βγήκα στο διάδρομο την ώρα που η Εμι Γουάινχαους έμπαινε στην οθόνη. "Ποιο τραγούδι είναι αυτό;" με ρώταγε ο Αρης. Τον φαντάστηκα να τραβάει την κουβέρτα ως το στήθος του. "Το Μπακ του μπλακ" φώναξα, καθώς έμπαινα πια στην κουζίνα.
Ο ουρανός μολύβι, τρομάζει έξω από το παράθυρο. Ανοίγω τις κουρτίνες να μπει το έσχατο φως της μέρας. Πριν λίγο επέστρεψα από του Αρη. Κλείστηκα εδώ, στο μικρό μου χάος και βάλθηκα να γεμίζω το λευκό κενό. Εχω τέτοια υπερένταση που κάτι πρέπει να κάνω πριν ουρλιάξω. Ανοίγω μια πλέι λιστ, την πρώτη που βρίσκω να πέφτει στα μάτια μου. Η Λιόνα Λιούις αρχίζει το Μπλίντινγκ Λαβ... Εψαχνα από ώρα μια αφορμή να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο. Ενα λάθος χτύπημα και...
...το μαζεύω ρολό. Το τσαλακώνω. Το χτυπώ με δύναμη πάνω στη χαραγμένη ξύλινη επιφάνεια. Θέλω να το σκοτώσω, να το κάνω να πάψει να υπάρχει. Αντικείμενα σπρώχνονται από το γραφείο και πέφτουν με δύναμη από δω και από κει. Το μάους με μια κίνηση φεύγει προς τα δεξιά, χτυπημένο από το πληκτρολόγιο, που εξακολουθεί να πνίγεται στα χέρια μου. Το ποντίκι γίνεται κομμάτια με τα σωθικά του χυμένα, πέρα στο πάτωμα. Βλέπω τις μπαταρίες να κυλιούνται ακόμα. Αγνοείται το καπάκι. Η ματιά μου επιστρέφει στα ασπρισμένα από την πίεση δάκτυλα. Χαλαρώνουν απότομα. Το τραγούδι τελειώνει. Το πληκτρολόγιο προσπαθεί να πάρει το αρχικό του σχήμα. Ενα επόμενο ξεκινά. Τώρα το αγαπημένο μου λαστιχένιο πληκτρολόγιο αργοσέρνεται σαν λαβωμένο ερπετό, άγνωστων τροπικών.
Με μάτια να καίνε και το κεφάλι μου έτοιμο να σκάσει πάνω στο λιλά τοίχο, προσπαθώ να βάλω μια τάξη μέσα μου. Ακούω την καρδιά να βαράει σαν κύμβαλο αλαλάζον, την ώρα που η Ντάφι ξεστομίζει ηδονικά το Μέρσι. Η ανάσα προσπαθεί ακόμα να βρει το ρυθμό της, λες και μόλις τέλειωσε μια μάχη στα πεδία των αρσενικών ερώτων. Ρίχνω το κεφάλι πίσω, μέχρι να ενωθεί το δέρμα μου μ΄ εκείνο της πολυθρόνας. Τα μάτια στο ταβάνι. Χάνομαι κάπου στο ενδιάμεσο κενό. Βλέπω όμως το άσπρο του δωματίου μας. Πάνω του, που χόρευαν λίγο πριν, οι χρωματιστές σκιές της βουβής τηλεόρασης. Και ο Αρης δίπλα μου.
Είχε το κεφάλι γερμένο πάνω από το μπράτσο μου. Ωρες ώρες πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε στρογγυλό λαιμό. Για να βρίσκουμε ένα μπράτσο να τον ταιριάξουμε. Το βαρύ χέρι πάνω στο στήθος μου. Το άλλο ανάμεσα στα γυμνά σώματα, σαν φράκτης. Μπλεγμένα τα πόδια. Ενοιωθα την ανάσα του ζεστή στην πλαγιά του λαιμού μου. Ακίνητοι και γυμνοί στην ησυχία ενός απομεσήμερου, φυλακισμένου στον χειμώνα. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Δεν κατάλαβα αν εκείνος αποκοιμήθηκε. Δεν θυμάμαι αν τον ρώτησα και μετά. Κάποια στιγμή είπε σιγανά, «κρυώνω» και τον τράβηξα ακόμα πιο πάνω μου. Αυτό το θυμάμαι.
Εστριψα το κεφάλι αριστερά προς το κομοδίνο, για να δω την ώρα. "Πόσο πολύ, μ΄αρέσει ο λαιμός σου. Ειδικά αυτή η γραμμή, εδώ στο πλάι..." Εστριψα μόνο τα απορημένα μάτια προς τα πίσω. "Μείνε έτσι όπως είσαι." Υπάκουσα κρατώντας την ανάσα μου. Εμεινα να κοιτάζω τις πράσινες τελείες που αναβόσβηναν στο μαύρο του ρολογιού, ανάμεσα στο 17 και το 55. Ενοιωσα το βάρος του χεριού του να ελευθερώνει το στήθος μου. Eίδα τη σκιά του στο λευκό του τοίχου. Εκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Tην επόμενη στιγμή με άγγιζε στο λαιμό. Απαλά, σαν κάτι εύθραστο...
Ετσι κύλησα έξω από το κρεβάτι. "Πού πας;" "Να φτιάξω καφέ, να πιούμε. Θα γυρίσω πίσω" απάντησα, ενώ εκείνος άνοιγε την ένταση στην τηλεόραση. Βγήκα στο διάδρομο την ώρα που η Εμι Γουάινχαους έμπαινε στην οθόνη. "Ποιο τραγούδι είναι αυτό;" με ρώταγε ο Αρης. Τον φαντάστηκα να τραβάει την κουβέρτα ως το στήθος του. "Το Μπακ του μπλακ" φώναξα, καθώς έμπαινα πια στην κουζίνα.
4 Μαρτίου 2008
Της νύχτας η φωτιά...
Caro diario
Nύχτωσε. Ανοιξα χωρίς να ξέρω αν θα καταφέρω να γράψω κάτι. Τι ακριβώς να γράψω; Ακούω επαναληπτικά ένα ισπανικό τραγούδι - σάουντρακ μάλλον- από το "Λαϊτερ Ντέις". Με το "Γιου Τουμπ" πότε δεν ξέρεις αν όντως είναι από την ταινία ή όχι. Σκέφτομαι ότι ακόμα δεν έχω προλάβει να την δω. Που και που ρίχνω κλεφτές ματιές στο παράθυρο πίσω, καθώς τα γυμνά σώματα ρίχνονται με δύναμη στη μάχη των λευκών σεντονιών. Δυναμώνω την ένταση. Παίζει πάλι και πάλι...
Ξαφνικά θέλω να καπνίσω. Τα τελευταία βράδια πίνω κιόλας. Την Παρασκευή σχεδόν μέθυσα. Πρέπει να ήπια πάνω από πέντε, εγώ που μ' ένα ποτήρι ζαλίζομαι. Με πήραν τα χαράματα μιλώντας με άγνωστους. Τι και αν το επόμενο πρωί, είχα να ξυπνήσω στις επτά... Δεν με ένοιαζε, δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά του κρεβατιού. Χρειαζόμουν κάτι να γελάσω, κάτι να ξεχαστώ. Να μοιραστώ τη φωτιά. Επαιζα μουσική στο LBC, μιλούσα με τους χαμένους της νύχτας, γελούσαμε σαν μια συντροφιά. Και όλοι άγνωστοι. Εννοιωσα μια παράξενη ευτυχία. Οταν ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Κουμεντάκη...
"Τι είναι αυτό, που έβαλες και παίζει;", ρώτησε ο νεαρός άνδρας, που τον είχα φέρει ον κάμερα στο εμ ες εν. "Θυμησέ μου, τι είναι. Αχ, γιατί, μου το κάνεις αυτό;" Toν άκουγα πάνω από το μουσικό θέμα της Φλόγας. Σήκωσα τα μάτια από το άδειο μου ποτήρι, και τον κοίταξα, ευθεία μέσα στα δικά του. Τότε πρόσεξα το δάκρυ στο πρόσωπο. Του είπα σχεδόν ψυθιριστά... Ξαφνικά δυό ποτάμια ξεπήδησαν αγριεμένα, μέσα από τα δικά μου μάτια. Ασυγκράτητα ξεστράτισαν από τα πιο μακρυνά τους μονοπάτια. Το πρόσωπο μέσα στην οθόνη μου άρχιζε να φωνάζει το ονομά μου και μετά "Γιατί, γιατί;.." Αφεθήκαμε γυμνοί και διάφανοι εκεί μπροστά. Κλαίγαμε με αναφυλιτά στις πέντε τα χαράματα... "...γιατί η φλόγα πάντα σβήνει..."
"... γίνονται θαύματα"
Χρώμα δε βρίσκει να κυλά
του χρόνου η μολυβιά
που έγραψε να ζούμε χωριστά.
Δρόμο δε βρίσκει να περνά
της νύχτας η φωτιά
να κάψει όσα αφήσαμε μισά.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά εκεί στα σκοτεινά
ν' ακούσω το κλείδι σου να γυρνά.
Δένω στο χέρι μια κλωστή να ΄πιάσει η ευχή
και ό,τι μας χωρίζει να χαθεί.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Nύχτωσε. Ανοιξα χωρίς να ξέρω αν θα καταφέρω να γράψω κάτι. Τι ακριβώς να γράψω; Ακούω επαναληπτικά ένα ισπανικό τραγούδι - σάουντρακ μάλλον- από το "Λαϊτερ Ντέις". Με το "Γιου Τουμπ" πότε δεν ξέρεις αν όντως είναι από την ταινία ή όχι. Σκέφτομαι ότι ακόμα δεν έχω προλάβει να την δω. Που και που ρίχνω κλεφτές ματιές στο παράθυρο πίσω, καθώς τα γυμνά σώματα ρίχνονται με δύναμη στη μάχη των λευκών σεντονιών. Δυναμώνω την ένταση. Παίζει πάλι και πάλι...
Ξαφνικά θέλω να καπνίσω. Τα τελευταία βράδια πίνω κιόλας. Την Παρασκευή σχεδόν μέθυσα. Πρέπει να ήπια πάνω από πέντε, εγώ που μ' ένα ποτήρι ζαλίζομαι. Με πήραν τα χαράματα μιλώντας με άγνωστους. Τι και αν το επόμενο πρωί, είχα να ξυπνήσω στις επτά... Δεν με ένοιαζε, δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά του κρεβατιού. Χρειαζόμουν κάτι να γελάσω, κάτι να ξεχαστώ. Να μοιραστώ τη φωτιά. Επαιζα μουσική στο LBC, μιλούσα με τους χαμένους της νύχτας, γελούσαμε σαν μια συντροφιά. Και όλοι άγνωστοι. Εννοιωσα μια παράξενη ευτυχία. Οταν ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Κουμεντάκη...
"Τι είναι αυτό, που έβαλες και παίζει;", ρώτησε ο νεαρός άνδρας, που τον είχα φέρει ον κάμερα στο εμ ες εν. "Θυμησέ μου, τι είναι. Αχ, γιατί, μου το κάνεις αυτό;" Toν άκουγα πάνω από το μουσικό θέμα της Φλόγας. Σήκωσα τα μάτια από το άδειο μου ποτήρι, και τον κοίταξα, ευθεία μέσα στα δικά του. Τότε πρόσεξα το δάκρυ στο πρόσωπο. Του είπα σχεδόν ψυθιριστά... Ξαφνικά δυό ποτάμια ξεπήδησαν αγριεμένα, μέσα από τα δικά μου μάτια. Ασυγκράτητα ξεστράτισαν από τα πιο μακρυνά τους μονοπάτια. Το πρόσωπο μέσα στην οθόνη μου άρχιζε να φωνάζει το ονομά μου και μετά "Γιατί, γιατί;.." Αφεθήκαμε γυμνοί και διάφανοι εκεί μπροστά. Κλαίγαμε με αναφυλιτά στις πέντε τα χαράματα... "...γιατί η φλόγα πάντα σβήνει..."
"... γίνονται θαύματα"
Χρώμα δε βρίσκει να κυλά
του χρόνου η μολυβιά
που έγραψε να ζούμε χωριστά.
Δρόμο δε βρίσκει να περνά
της νύχτας η φωτιά
να κάψει όσα αφήσαμε μισά.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά εκεί στα σκοτεινά
ν' ακούσω το κλείδι σου να γυρνά.
Δένω στο χέρι μια κλωστή να ΄πιάσει η ευχή
και ό,τι μας χωρίζει να χαθεί.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
30 Ιουνίου 2007
Λειωμένο παγωτό
Caro diario
Βράδυ Σαββάτου. Ξανά μπροστά στο λευκό, οικείο παράθυρο της οθόνης. Σκοτάδι στο δωμάτιο. Η πόρτα κλειστή. Το ίδιο και η τηλεόραση. Μοναδικός ήχος κάτι παλιομοδίτικα τραγούδια που φτάνουν στα αφτιά μου, από τα ακουστικά του κινητού. Το ένα έχει σπάσει από καιρό και πριν μάτωσε το αριστερό μου αυτί. Που και που, ακούγονται και κάτι σκόρπιες χριστοπαναγίες που φτύνω κάθε φορά που κάνω λάθος στο χαρακτήρα του πληκτρολογίου. Από τα νεύρα μου χτυπώ μετά με δύναμη όλα τα πλήκτρα μαζεμένα. Αποφεύγω να ξεσπώ πια στο ποντίκι, γιατί αν το μυριστεί ο Αρης, δε θα μου αγοράσει καινούριο. Ετσι με απείλησε χθες που μου το έφερε ένα καινούριο, πριν με φιλήσει απαλά στα χείλια.
Βράδυ με νεύρα, υπερένταση και μια γαμημένη ζέστη ανάκατη με υγρασία κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Ο Αρης βαριότανε και δεν ήθελε με τίποτα να βγούμε έξω. Εφυγα σχεδόν αμέσως αφήνοντάς τον μόνο του, για να γύρισω εγώ σπίτι μου. Στο δρόμο - μέσα σε όλα - θυμήθηκα ότι ακυρώσαμε και τις διακοπές. Ο "μεγάλος"-όπως το φοβόμουνα- με χρειάζεται μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Μέχρι να φτάσω, ξέχασα ότι είχα στο αυτοκίνητο τρεις σακούλες με ανακυκλώσιμα "σκουπίδια". Επέστρεψαν και αυτά μαζί μου... Εκλεισα με δύναμη την πόρτα. Γθύθηκα και αφού έφτιαξα ένα μοχίτο, κουρεύοντας πριν μπω τον δυόσμο από τη γλάστρα στο μπαλκόνι, βάλθηκα να γράφω. Προς γνώση και... εκτόνωση.
Από το πρωί στους δρόμους ψάχνοντας για γαμήλιο δώρο του αδερφού μου και της ξυνής "νύφης" μου. "Που θα το πάρεις; Nα είναι από γνωστή εταιρεία..." Επρεπε να εκτελέσω την παραγγελιά. Για χάρη του αδερφού μου. Ηθελα να 'ξερα, πώς τους βάζουν στο βρακί τους οι γυναίκες; Πέφτουν με τα μούτρα στο 'Νι' (Νανάκο, μπορεί να μην λυποθυμώ, αλλά ναι, σιχαίνομαι) σαν τους γάτους του Γενάρη δεν βλέπουν τίποτα άλλο μετά. Στο τέλος τους "ευνουχίζουν" και μένουν οι ηλίθιες να αναρωτιούννται, που πήγαν όλοι οι άντρες σήμερα; Aντε γαμήσου μωρή σκρόφα, λέω εγώ.
Κατεβάζω μια μεγάλη γουλιά ποτού. Νοιώθω τον ιδρώτα μου ανάμεσα στη δική μου πλάτη και σε εκείνη της καρέκλας. Όπως και κάτω από τα χέρια μου καθώς έρχονται σε επαφή με τη βρώμικη επιφάνεια του γραφείου. Οταν τα σηκώνω, ακούγεται ένας ήχος σαν να ξεκολάς σελοτέϊπ. Τώρα πρόσεξα κάτι παλιούς κύκλους από ιδρωμένα ποτήρια ποτών, καθώς φεγγίζουν στο φως της οθόνης. Η μυρωδιά του δύοσμου μπερδεύεται με εκείνη από τα αποκαίδια του βουνού. Προσπαθώ μάταια να βρω κάποιον σταθμό που να παίζει κάτι που να ακούγεται. Πετώ το κινητό μακρυά, πάνω σε ένα σωρό από κλειδιά. Η κίνηση αυτή, ματώνει ξανά από το ακουστικό το αφτί μου. Στο ποτήρι η σόδα στέλνει και τις τελευταίες φυσαλίδες της στην επιφάνεια. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο φτάνει ως εδώ εκείνο το τραγουδάκι με το λειωμένο παγωτό... "Κι είμαι ακόμα εδώ..."
Βράδυ Σαββάτου. Ξανά μπροστά στο λευκό, οικείο παράθυρο της οθόνης. Σκοτάδι στο δωμάτιο. Η πόρτα κλειστή. Το ίδιο και η τηλεόραση. Μοναδικός ήχος κάτι παλιομοδίτικα τραγούδια που φτάνουν στα αφτιά μου, από τα ακουστικά του κινητού. Το ένα έχει σπάσει από καιρό και πριν μάτωσε το αριστερό μου αυτί. Που και που, ακούγονται και κάτι σκόρπιες χριστοπαναγίες που φτύνω κάθε φορά που κάνω λάθος στο χαρακτήρα του πληκτρολογίου. Από τα νεύρα μου χτυπώ μετά με δύναμη όλα τα πλήκτρα μαζεμένα. Αποφεύγω να ξεσπώ πια στο ποντίκι, γιατί αν το μυριστεί ο Αρης, δε θα μου αγοράσει καινούριο. Ετσι με απείλησε χθες που μου το έφερε ένα καινούριο, πριν με φιλήσει απαλά στα χείλια.
Βράδυ με νεύρα, υπερένταση και μια γαμημένη ζέστη ανάκατη με υγρασία κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Ο Αρης βαριότανε και δεν ήθελε με τίποτα να βγούμε έξω. Εφυγα σχεδόν αμέσως αφήνοντάς τον μόνο του, για να γύρισω εγώ σπίτι μου. Στο δρόμο - μέσα σε όλα - θυμήθηκα ότι ακυρώσαμε και τις διακοπές. Ο "μεγάλος"-όπως το φοβόμουνα- με χρειάζεται μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Μέχρι να φτάσω, ξέχασα ότι είχα στο αυτοκίνητο τρεις σακούλες με ανακυκλώσιμα "σκουπίδια". Επέστρεψαν και αυτά μαζί μου... Εκλεισα με δύναμη την πόρτα. Γθύθηκα και αφού έφτιαξα ένα μοχίτο, κουρεύοντας πριν μπω τον δυόσμο από τη γλάστρα στο μπαλκόνι, βάλθηκα να γράφω. Προς γνώση και... εκτόνωση.
Από το πρωί στους δρόμους ψάχνοντας για γαμήλιο δώρο του αδερφού μου και της ξυνής "νύφης" μου. "Που θα το πάρεις; Nα είναι από γνωστή εταιρεία..." Επρεπε να εκτελέσω την παραγγελιά. Για χάρη του αδερφού μου. Ηθελα να 'ξερα, πώς τους βάζουν στο βρακί τους οι γυναίκες; Πέφτουν με τα μούτρα στο 'Νι' (Νανάκο, μπορεί να μην λυποθυμώ, αλλά ναι, σιχαίνομαι) σαν τους γάτους του Γενάρη δεν βλέπουν τίποτα άλλο μετά. Στο τέλος τους "ευνουχίζουν" και μένουν οι ηλίθιες να αναρωτιούννται, που πήγαν όλοι οι άντρες σήμερα; Aντε γαμήσου μωρή σκρόφα, λέω εγώ.
Κατεβάζω μια μεγάλη γουλιά ποτού. Νοιώθω τον ιδρώτα μου ανάμεσα στη δική μου πλάτη και σε εκείνη της καρέκλας. Όπως και κάτω από τα χέρια μου καθώς έρχονται σε επαφή με τη βρώμικη επιφάνεια του γραφείου. Οταν τα σηκώνω, ακούγεται ένας ήχος σαν να ξεκολάς σελοτέϊπ. Τώρα πρόσεξα κάτι παλιούς κύκλους από ιδρωμένα ποτήρια ποτών, καθώς φεγγίζουν στο φως της οθόνης. Η μυρωδιά του δύοσμου μπερδεύεται με εκείνη από τα αποκαίδια του βουνού. Προσπαθώ μάταια να βρω κάποιον σταθμό που να παίζει κάτι που να ακούγεται. Πετώ το κινητό μακρυά, πάνω σε ένα σωρό από κλειδιά. Η κίνηση αυτή, ματώνει ξανά από το ακουστικό το αφτί μου. Στο ποτήρι η σόδα στέλνει και τις τελευταίες φυσαλίδες της στην επιφάνεια. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο φτάνει ως εδώ εκείνο το τραγουδάκι με το λειωμένο παγωτό... "Κι είμαι ακόμα εδώ..."
22 Ιουνίου 2007
To not wake them up
Caro diario
H ζέστη της ημέρας έχει φωλιάσει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, προσπαθώντας να με υποτάξει. Επεσε με δύναμη απάνω μου, καθώς έμπαινα πριν από λίγο στο σπίτι. Αντεξα. Τώρα γράφω γυμνός μπροστά από το φως της οθόνης. Σκέφτομαι πως πρέπει να ανασύρω τον παλιό ανεμιστήρα από τα υψίπεδα του παταριού. Ο ιδρώτας αργοσέρνεται στο αυλάκι της πλάτης μου. Για ένα περίεργο λόγο μ΄αρέσει αυτό. Ο Αρης από τη δουλειά του, μου γράφει πότε πότε μηνύματα στο "εμ ες εν". Ρωτάει για τη ζέστη της πόλης, αν έφτασα καλά στο σπίτι, αν βρήκα τον ανεμιστήρα. "Φαγητό σου έχω στο φούρνο..." Αναβοσβήνει νέο μήνυμα, σαν γαλάζιο άστρο πάνω από μια φέτα καρπούζι...
Ωραία είναι ετούτη η ζέστη του απομεσήμερου. Ψάχνοντας για σκιές και χαμένες δροσιές. Και γύρω όλα σιωπηλά. Μόνο τα ηχεία σκορπούν μια μελωδία, που μου θυμίζει παλιά καλοκαίρια, ανάκατη με σπανιόλικες αντρικές ανάσες. Σκόρπια λόγια έρχονται. 'Νo more voices... Perfect silence. Why whisper? To not wake them up..." Κρατώ με δύναμη κλειστά τα μάτια. Kαι μετά ένα γέλιο και ήχοι σωμάτων αγγαλιασμένων... Και η ζέστη να πέφτει πάνω μας βαριά και γλυκερή. Αφήνομαι να βυθιστώ στις λέξεις των Radiohead, πριν ο ιδρώτας τσούκσει τα μάτια. "Rows of houses, all bearing down on me. I can feel their blue hands touching me".
Επέστρεψα από τη κουζίνα έχοντας φτιάξει παγωμένο καφέ. Ενα στιγμιαίο αεράκι - ή έτσι νομίζω- αγγίζει την πλάτη μου. Μαζί του κουβαλά αρώματα από την ανθισμένη γαρδένια της βεράντας. Μια δεκαοκτούρα φωνάζει πάνω από τα υπερφορτωμένα καλώδια της ΔΕΗ, που προσπαθούν να κρατήσουν την πόλη ζωντανή. Η χαλασμένη εξάτμιση μιας μηχανής που περνά κάτω στο δρόμο, διώχνει μακρυά το πουλί. Η απογευματινή ραστώνη της γειτονιάς σπάει. Οι κουρτίνες θα ανοίξουν. Οι καρέκλες θα τραβηκτούν πίσω. Οι καφέδες με τα παγάκια θα ετοιμαστούν. Σε λίγο οι πρώτες φωνές από τα σκιασμένα αντικρυνά μπαλκόνια θα ακουστούν. Ξυπνήσαμε τη σιωπή...
H ζέστη της ημέρας έχει φωλιάσει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, προσπαθώντας να με υποτάξει. Επεσε με δύναμη απάνω μου, καθώς έμπαινα πριν από λίγο στο σπίτι. Αντεξα. Τώρα γράφω γυμνός μπροστά από το φως της οθόνης. Σκέφτομαι πως πρέπει να ανασύρω τον παλιό ανεμιστήρα από τα υψίπεδα του παταριού. Ο ιδρώτας αργοσέρνεται στο αυλάκι της πλάτης μου. Για ένα περίεργο λόγο μ΄αρέσει αυτό. Ο Αρης από τη δουλειά του, μου γράφει πότε πότε μηνύματα στο "εμ ες εν". Ρωτάει για τη ζέστη της πόλης, αν έφτασα καλά στο σπίτι, αν βρήκα τον ανεμιστήρα. "Φαγητό σου έχω στο φούρνο..." Αναβοσβήνει νέο μήνυμα, σαν γαλάζιο άστρο πάνω από μια φέτα καρπούζι...
Ωραία είναι ετούτη η ζέστη του απομεσήμερου. Ψάχνοντας για σκιές και χαμένες δροσιές. Και γύρω όλα σιωπηλά. Μόνο τα ηχεία σκορπούν μια μελωδία, που μου θυμίζει παλιά καλοκαίρια, ανάκατη με σπανιόλικες αντρικές ανάσες. Σκόρπια λόγια έρχονται. 'Νo more voices... Perfect silence. Why whisper? To not wake them up..." Κρατώ με δύναμη κλειστά τα μάτια. Kαι μετά ένα γέλιο και ήχοι σωμάτων αγγαλιασμένων... Και η ζέστη να πέφτει πάνω μας βαριά και γλυκερή. Αφήνομαι να βυθιστώ στις λέξεις των Radiohead, πριν ο ιδρώτας τσούκσει τα μάτια. "Rows of houses, all bearing down on me. I can feel their blue hands touching me".
Επέστρεψα από τη κουζίνα έχοντας φτιάξει παγωμένο καφέ. Ενα στιγμιαίο αεράκι - ή έτσι νομίζω- αγγίζει την πλάτη μου. Μαζί του κουβαλά αρώματα από την ανθισμένη γαρδένια της βεράντας. Μια δεκαοκτούρα φωνάζει πάνω από τα υπερφορτωμένα καλώδια της ΔΕΗ, που προσπαθούν να κρατήσουν την πόλη ζωντανή. Η χαλασμένη εξάτμιση μιας μηχανής που περνά κάτω στο δρόμο, διώχνει μακρυά το πουλί. Η απογευματινή ραστώνη της γειτονιάς σπάει. Οι κουρτίνες θα ανοίξουν. Οι καρέκλες θα τραβηκτούν πίσω. Οι καφέδες με τα παγάκια θα ετοιμαστούν. Σε λίγο οι πρώτες φωνές από τα σκιασμένα αντικρυνά μπαλκόνια θα ακουστούν. Ξυπνήσαμε τη σιωπή...
23 Δεκεμβρίου 2006
Λούγκρα και παραλλαγή
Caro diario
Επιστρέφοντας απόγευμα Σαββάτου από το γραφείο, οδηγούσα σαν τρελός. Το σαραβάλο μου όμως, αρνούνταν να πάει γρηγορότερα. Παρόλο που δεν ήθελα να επιστρέψω σπίτι, κόλλησα το πόδι στο γκάζι. Από νεύρα. Η μόνη αντίδραση ήταν το αυτοκίνητο να ρετάρει. Σαν να 'χε λόγγιξα. Κάποιοι βιαστικοί πίσω μου, κόρναραν βρίζοντας με. Τους κοιτούσα ατάραχος - φαινομενικά- καθώς περνούσαν δίπλα μου, με τα φρεσκοπλυμένα, ακριβά τους αυτοκίνητα. Τα πίσω καθίσματα γεμάτα από παραφουσκωμένες τσάντες του "Χόντος σέντερ". Σαν τι, ήθελα να μου μιλήσει κάποιος εκείνη τη στιγμή...
Τελικά, την πλήρωσε η γάτα, που με μιας βρέθηκε κλεισμένη στο μπάνιο. Επεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, κοιτώντας πότε το ταβάνι και πότε μια φέτα γκρίζου ουρανού έξω από το παράθυρο. Ακόμα να κρεμάσω και τις κουρτίνες. Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι για ένα ακόμη μεσημέρι. Γύριζα συνεχώς μέσα στην καρώ κουβέρτα, που την έννοιωθα γύρω μου περισσότερο σαν ένα κολλώδη ιστό αράχνης. Μια κρύωνα, μια ζεσταινόμουν. Πιθανό να φταίει αυτή η γαμημένη ίωση, που με πιλατεύει εδώ και είκοσι μέρες με κομάρες, πονόλαιμο και μια θολούρα στο μυαλό. Από τα πολλά και την πίεση του Αρη, την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στο γιατρό, που διέγνωσε - τί άλλο; - ίωση. Μου έγραψε ωστόσο εξετάσεις αίματος, ακτινογραφίες - θώρακος, παρραρινίων- και φάρμακα. Αντισταμινικά και αντιφλεγμονώδη. Τρέχαμε σαν τους τρελλούς όλη την εβδομάδα σε ιατρεία και εργαστήρια.
Ανοιξα το ραδιόφωνο με το τηλεκοντρόλ, βγάζοντας το χέρι έξω από το κρεβάτι, για να φτάνει το στερεοφωνικό. Συνεχώς τιούνιγκ, σκέτη ζαλάδα. Ολο και περισσότεροι σταθμοί της μνήμης παίζουν πια ελληνικά για σκυλάδικα. Αφήνω έναν μέϊνστριμ με τον Φράνκι να τραγουδά μετά μανίας για την Νιου Γιορκ. Ηλίθιες διαφημίσεις επί μισάωρο, διακόπτουν τα χαζοχαρούμενα τραγούδια με τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες και τα καμπανάκια. Κουράζομαι και πάλι. Ανοίγω την παλάμη, αφήνωντας το τηλεκοντρόλ να πέσει πάνω στη βρώμικη μοκέτα. Κλείνω τα μάτια μόλις πάψει ο ήχος της πτώσης. Φέρνω το χέρι κάτω από το σώμα μου, για να ψάξει τη ζέστη του εσωρούχου μου. Την ίδια στιγμή, μια ακόμη εκδοχή του "Λαστ κρίστμας" με πολιορκεί πάνω από τα σκεπάσματα. Είμαι θυμωμένος. Είμαι κουρασμένος. Είμαι όλα και ότι δεν πρέπει να είμαι "χρονιάρες" μέρες.
Πολλοί θεωρούν τα Χριστούγεννα μια γιορτή φτιαγμένη ειδικά για λούγκρες. Χρυσόσκονη, φωτάκια, στρας, γκλάμουρους ατμόσφαρα, τυπικά δωράκια και τηλεφωνήματα, φιλιά στον αέρα και πούστηκες ευχές. Κολλημένα χαμόγελα γύρω από κατάλευκες οδοντοστοιχίες. Koυραμπιέδες και δίπλες. Βασιλόπιτες και σαμπάνιες. Και η ψευτιά να ρέει παντού. Να παρασύρει τα πάντα στην χρυσαφένια ευδαιμονία της.
Εγώ θέλω να είμαι τσαντισμένος, θυμωμένος, θλιμμένος. Να είμαι αξύριστος, άσχημος και άπλυτος. Να θέλω να μείνω μόνος - Εστω, θα ξεκλειδώσω το γατί από το μπάνιο. Να μην κρεμάσω φωτάκια στο φίκο του μπαλκονιού. Να μην δωρήσω τίποτα. Να μην ανοίξω την πόρτα στις μουλάρες, που θα΄ρθουν να μου πουν τα κάλαντα στις 6 τα χαράματα. Να μην αγοράσω καινούριο κοστούμι. Να μην τρέχω στα ιν μπαρ και στα ακριβά εστιατόρια. Να μην περιμένω δώρα. Και στο τέλος θέλω...
...να κάψω ένα ομοίωμα του καλοζωισμένου αγίου της "κόκα κόλα", στην πλατεία Συντάγματος. Μπορώ;
ΧΑΛΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Επιστρέφοντας απόγευμα Σαββάτου από το γραφείο, οδηγούσα σαν τρελός. Το σαραβάλο μου όμως, αρνούνταν να πάει γρηγορότερα. Παρόλο που δεν ήθελα να επιστρέψω σπίτι, κόλλησα το πόδι στο γκάζι. Από νεύρα. Η μόνη αντίδραση ήταν το αυτοκίνητο να ρετάρει. Σαν να 'χε λόγγιξα. Κάποιοι βιαστικοί πίσω μου, κόρναραν βρίζοντας με. Τους κοιτούσα ατάραχος - φαινομενικά- καθώς περνούσαν δίπλα μου, με τα φρεσκοπλυμένα, ακριβά τους αυτοκίνητα. Τα πίσω καθίσματα γεμάτα από παραφουσκωμένες τσάντες του "Χόντος σέντερ". Σαν τι, ήθελα να μου μιλήσει κάποιος εκείνη τη στιγμή...
Τελικά, την πλήρωσε η γάτα, που με μιας βρέθηκε κλεισμένη στο μπάνιο. Επεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, κοιτώντας πότε το ταβάνι και πότε μια φέτα γκρίζου ουρανού έξω από το παράθυρο. Ακόμα να κρεμάσω και τις κουρτίνες. Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι για ένα ακόμη μεσημέρι. Γύριζα συνεχώς μέσα στην καρώ κουβέρτα, που την έννοιωθα γύρω μου περισσότερο σαν ένα κολλώδη ιστό αράχνης. Μια κρύωνα, μια ζεσταινόμουν. Πιθανό να φταίει αυτή η γαμημένη ίωση, που με πιλατεύει εδώ και είκοσι μέρες με κομάρες, πονόλαιμο και μια θολούρα στο μυαλό. Από τα πολλά και την πίεση του Αρη, την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στο γιατρό, που διέγνωσε - τί άλλο; - ίωση. Μου έγραψε ωστόσο εξετάσεις αίματος, ακτινογραφίες - θώρακος, παρραρινίων- και φάρμακα. Αντισταμινικά και αντιφλεγμονώδη. Τρέχαμε σαν τους τρελλούς όλη την εβδομάδα σε ιατρεία και εργαστήρια.
Ανοιξα το ραδιόφωνο με το τηλεκοντρόλ, βγάζοντας το χέρι έξω από το κρεβάτι, για να φτάνει το στερεοφωνικό. Συνεχώς τιούνιγκ, σκέτη ζαλάδα. Ολο και περισσότεροι σταθμοί της μνήμης παίζουν πια ελληνικά για σκυλάδικα. Αφήνω έναν μέϊνστριμ με τον Φράνκι να τραγουδά μετά μανίας για την Νιου Γιορκ. Ηλίθιες διαφημίσεις επί μισάωρο, διακόπτουν τα χαζοχαρούμενα τραγούδια με τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες και τα καμπανάκια. Κουράζομαι και πάλι. Ανοίγω την παλάμη, αφήνωντας το τηλεκοντρόλ να πέσει πάνω στη βρώμικη μοκέτα. Κλείνω τα μάτια μόλις πάψει ο ήχος της πτώσης. Φέρνω το χέρι κάτω από το σώμα μου, για να ψάξει τη ζέστη του εσωρούχου μου. Την ίδια στιγμή, μια ακόμη εκδοχή του "Λαστ κρίστμας" με πολιορκεί πάνω από τα σκεπάσματα. Είμαι θυμωμένος. Είμαι κουρασμένος. Είμαι όλα και ότι δεν πρέπει να είμαι "χρονιάρες" μέρες.
Πολλοί θεωρούν τα Χριστούγεννα μια γιορτή φτιαγμένη ειδικά για λούγκρες. Χρυσόσκονη, φωτάκια, στρας, γκλάμουρους ατμόσφαρα, τυπικά δωράκια και τηλεφωνήματα, φιλιά στον αέρα και πούστηκες ευχές. Κολλημένα χαμόγελα γύρω από κατάλευκες οδοντοστοιχίες. Koυραμπιέδες και δίπλες. Βασιλόπιτες και σαμπάνιες. Και η ψευτιά να ρέει παντού. Να παρασύρει τα πάντα στην χρυσαφένια ευδαιμονία της.
Εγώ θέλω να είμαι τσαντισμένος, θυμωμένος, θλιμμένος. Να είμαι αξύριστος, άσχημος και άπλυτος. Να θέλω να μείνω μόνος - Εστω, θα ξεκλειδώσω το γατί από το μπάνιο. Να μην κρεμάσω φωτάκια στο φίκο του μπαλκονιού. Να μην δωρήσω τίποτα. Να μην ανοίξω την πόρτα στις μουλάρες, που θα΄ρθουν να μου πουν τα κάλαντα στις 6 τα χαράματα. Να μην αγοράσω καινούριο κοστούμι. Να μην τρέχω στα ιν μπαρ και στα ακριβά εστιατόρια. Να μην περιμένω δώρα. Και στο τέλος θέλω...
...να κάψω ένα ομοίωμα του καλοζωισμένου αγίου της "κόκα κόλα", στην πλατεία Συντάγματος. Μπορώ;
ΧΑΛΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
13 Δεκεμβρίου 2006
Μια νύχτα
Caro diario
Ανοιξα και απόψε μια σελίδα σου. Να αφεθώ στην ησυχία του λευκού σου. Να κρύψω τη μοναξιά της νύχτας ετούτης και την τρέλλα της μέρας, που κύλησε επώδυνα πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα μουτζουρώσω κάτι για να πληγιάσω τις σάρκες σου. Τ' αφτιά μου ενώνονται με τη μουσική από τη σελίδα του manifestogr μέσα από τα παλιά ακουστικά. Τώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα κλαμπ, κάπου στο κέντρο όπου μας είχαν καλέσει με τον Αρη . Με αφορμή την απεργία στο μετρό δεν πήγαμε.
Ο Αρης αποκοιμήθηκε ήδη στο κρεβάτι μου. Πήγα κοντά του. Ενοιωσα τη θέρμη του κορμιού του, τη στιγμή που τον ρώτησα αν θα κοιμηθεί εδώ. Σχεδόν άγγιξα με τα χείλη μου το αφτί του. Εκείνος κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. Το εξέλαβα ως κατάφαση. Τον ευχαρίστησα μ' ένα φιλί στο μέτωπο, σαν και αυτά που μου κόλαγε η μάνα στα μικράτα μου, σαν ήθελε να δει αν είχα πυρετό. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε πάλι και με πλάκωσε εκείνη η αγάπη και η φροντίδα, που θέλω να του δίνω. Υποθέτω ότι έτσι πρέπει να νιώθει ένας γονιός για το παιδί του. Ποτέ δεν θα μάθω αν είναι στ΄αλήθεια έτσι...
Τον σκέπασα, χαμήλωσα τα φώτα και σύρθηκα ξανά ως το λευκό σου, χτυπώντας σιγά σιγά τα πλήκτρα. Η γάτα, με έχει απαρνηθεί και αυτή, χαζολογώντας βαριεστημένα με τον Τζέρι, εκείνο το ανόητο πλαστικό ποντίκι, που της έχει φέρει ο Αρης. Ανοίγω το SJphone ψάχνοντας τον κατάλογο για τη μαγική λέξη: "Μπία". Πατώ το πράσινο κουμπί του. Αναμονή. Κι άλλη αναμονή. Επιτέλους η φωνή της, έστω και κάπως μακρυνή. «Ελα παιδί μου, που είστε; Σπίτι είστε, - απαντά μόνη της- πάντα γνωρίζει τις απαντήσεις, είδα πάλι κάτι παλαβά στην αναγνώριση κλήσης. Εσύ θα ήσουν, είπα. Ενιγουέϊ. Εγώ πηγαίνω με μια φίλη - τη Ματίλντα, στην έχω γνωρίσει; - Παύση - Οχι ε; Δεν έχει τύχει, αλλά θα κανονίσω να βγούμε. Πηγαίνουμε, σε μια μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση, μιας πειραματικής σκηνής. Ηθελες κάτι;» «Ναι. Να σκάσεις για λίγο, μπορείς;», έκανα και εκείνη γέλασε. «Οχι, Μπία μου, δεν ήθελα κάτι, συγκεκριμένο.» «Εντάξει, κατάλαβα θα σε πάρω αύριο. Κλείνω γιατί φτάσαμε. Φιλιά» Η γραμμή έκλεισε. Κανένας ήχος στο δωμάτιο. Ισως πάλι και ν' ακούω κάτι...
Σηκώνομαι με κόπο για να σταθώ μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω από το τζάμι. Αθλια φωτάκια, κρέμονται από παντού για να πληγώνουν τις νύχτες μας. Χριστούγεννα, μια περίοδος που δεν θέλω να τη ζω. Που παρακαλώ να μην έρθει και όταν έρχεται σφίγγω τα μάτια για να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Που δεν αντέχω τόση επίπλαστη ευτυχία. Tόση καταπίεση να μας φραγγελώνει με χιλιάδες αιχμηρά "πρέπει". Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να κάνεις δώρα, πρέπει να δεχθείς δώρα, πρέπει να πας διακοπές, πρέπει να γοητεύσεις συγγενείς, φίλους, γνωστούς, πρέπει να πιεις, να φας, να ξενυχτήσεις, να γαμίσεις ή να γαμηθείς.
Κάτι με σπρώχνει να βάλω να πιώ. Η γάτα με παίρνει στο κατόπι. Φέρνω ένα ποτήρι με λίγα παγάκια. Ρίχνω κάτι μέσα, από ένα σκονισμένο μπουκάλι. Τα παγάκια ραγίζουν με μιας. Γίνονται διάφανα, χτυπιούνται στο γυαλί. Μετά ησυχάζουν πάλι. Βουτάω τα χείλη μου, ενώ προσπαθώ να ακούσω την ανάσα του Αρη. Ευτυχία...
Ανοιξα και απόψε μια σελίδα σου. Να αφεθώ στην ησυχία του λευκού σου. Να κρύψω τη μοναξιά της νύχτας ετούτης και την τρέλλα της μέρας, που κύλησε επώδυνα πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα μουτζουρώσω κάτι για να πληγιάσω τις σάρκες σου. Τ' αφτιά μου ενώνονται με τη μουσική από τη σελίδα του manifestogr μέσα από τα παλιά ακουστικά. Τώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα κλαμπ, κάπου στο κέντρο όπου μας είχαν καλέσει με τον Αρη . Με αφορμή την απεργία στο μετρό δεν πήγαμε.
Ο Αρης αποκοιμήθηκε ήδη στο κρεβάτι μου. Πήγα κοντά του. Ενοιωσα τη θέρμη του κορμιού του, τη στιγμή που τον ρώτησα αν θα κοιμηθεί εδώ. Σχεδόν άγγιξα με τα χείλη μου το αφτί του. Εκείνος κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. Το εξέλαβα ως κατάφαση. Τον ευχαρίστησα μ' ένα φιλί στο μέτωπο, σαν και αυτά που μου κόλαγε η μάνα στα μικράτα μου, σαν ήθελε να δει αν είχα πυρετό. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε πάλι και με πλάκωσε εκείνη η αγάπη και η φροντίδα, που θέλω να του δίνω. Υποθέτω ότι έτσι πρέπει να νιώθει ένας γονιός για το παιδί του. Ποτέ δεν θα μάθω αν είναι στ΄αλήθεια έτσι...
Τον σκέπασα, χαμήλωσα τα φώτα και σύρθηκα ξανά ως το λευκό σου, χτυπώντας σιγά σιγά τα πλήκτρα. Η γάτα, με έχει απαρνηθεί και αυτή, χαζολογώντας βαριεστημένα με τον Τζέρι, εκείνο το ανόητο πλαστικό ποντίκι, που της έχει φέρει ο Αρης. Ανοίγω το SJphone ψάχνοντας τον κατάλογο για τη μαγική λέξη: "Μπία". Πατώ το πράσινο κουμπί του. Αναμονή. Κι άλλη αναμονή. Επιτέλους η φωνή της, έστω και κάπως μακρυνή. «Ελα παιδί μου, που είστε; Σπίτι είστε, - απαντά μόνη της- πάντα γνωρίζει τις απαντήσεις, είδα πάλι κάτι παλαβά στην αναγνώριση κλήσης. Εσύ θα ήσουν, είπα. Ενιγουέϊ. Εγώ πηγαίνω με μια φίλη - τη Ματίλντα, στην έχω γνωρίσει; - Παύση - Οχι ε; Δεν έχει τύχει, αλλά θα κανονίσω να βγούμε. Πηγαίνουμε, σε μια μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση, μιας πειραματικής σκηνής. Ηθελες κάτι;» «Ναι. Να σκάσεις για λίγο, μπορείς;», έκανα και εκείνη γέλασε. «Οχι, Μπία μου, δεν ήθελα κάτι, συγκεκριμένο.» «Εντάξει, κατάλαβα θα σε πάρω αύριο. Κλείνω γιατί φτάσαμε. Φιλιά» Η γραμμή έκλεισε. Κανένας ήχος στο δωμάτιο. Ισως πάλι και ν' ακούω κάτι...
Σηκώνομαι με κόπο για να σταθώ μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω από το τζάμι. Αθλια φωτάκια, κρέμονται από παντού για να πληγώνουν τις νύχτες μας. Χριστούγεννα, μια περίοδος που δεν θέλω να τη ζω. Που παρακαλώ να μην έρθει και όταν έρχεται σφίγγω τα μάτια για να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Που δεν αντέχω τόση επίπλαστη ευτυχία. Tόση καταπίεση να μας φραγγελώνει με χιλιάδες αιχμηρά "πρέπει". Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να κάνεις δώρα, πρέπει να δεχθείς δώρα, πρέπει να πας διακοπές, πρέπει να γοητεύσεις συγγενείς, φίλους, γνωστούς, πρέπει να πιεις, να φας, να ξενυχτήσεις, να γαμίσεις ή να γαμηθείς.
Κάτι με σπρώχνει να βάλω να πιώ. Η γάτα με παίρνει στο κατόπι. Φέρνω ένα ποτήρι με λίγα παγάκια. Ρίχνω κάτι μέσα, από ένα σκονισμένο μπουκάλι. Τα παγάκια ραγίζουν με μιας. Γίνονται διάφανα, χτυπιούνται στο γυαλί. Μετά ησυχάζουν πάλι. Βουτάω τα χείλη μου, ενώ προσπαθώ να ακούσω την ανάσα του Αρη. Ευτυχία...
10 Οκτωβρίου 2006
Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ
Caro diario
Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.
Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...
Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...
Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.
Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...
Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.
Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.
Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...
- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...
Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.
Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...
Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...
Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.
Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...
Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.
Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.
Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...
- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...
24 Μαΐου 2006
Οι ρίγες στο ταβάνι
Caro Diario
Κοιμόμουν γυμνός στο κρεβάτι μας, που όμως δεν βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα , αλλά σε ένα σκοτεινό διάδρομο στη δουλειά. Πόδια ανοικτά, χέρια σε διάσταση. Παρότι παραδωμένος στο θεό του ύπνου, έβλεπα συναδέλφους να περνούν μπροστά από τ' απλωμένα πόδια μου. Για μια στιγμή ντράπηκα για τη γύμνια μου. Το πρόσωπο μου χωμένο μέσα στα μαξιλάρια. Μουσκεμένος σε έναν πυχτό ιδρώτα που λίμναζε ολόγυρα.
Δίπλα μου κοιμόταν μια άγνωστη γυναίκα. Την κοίταζα. Δυο μαύρα μάτια διαπέρασαν το σώμα μου. Με κοιτούσαν χωρίς να με βλέπουν. Την πρόσεξα καλύτερα. Μαλλιά μαύρα, μακρυά ως τα γόνατα. Ενα δέρμα λευκό σαν ξωτικού που μύριζε καρύδα ή έτσι μου φάνηκε. Χείλια λεπτά. Δύο ροζ, κυρτές γραμμές, που αγγάλιαζαν η μια την άλλη. Πρόσεξα τα μάτια της. Μαύρα και μεγάλα, σαν των καρτούν. Ξαφνικά άπλωσε το χέρι της να με αγγίξει. Αποτραβήκτηκα πίσω, ενώ το λευκό χέρι πλησίαζε απειλητικά. "Ελα" είπε, χωρίς να σαλέψουν οι ροζ γραμμές των χειλιών της. Υπάκουσα. Κρατώντας την αναπνοή μου, περίμενα το άγγιγμά της. Στην αρχή ήταν μια λάμψη. Τα δάκτυλά της πάνω στο στήθος μου. Και τότε, με μια απότομη κίνηση χώθηκαν στις σάρκες μου. Φωτιά ξεπήδουσε από μέσα μου. Φώναζα αλλά δεν έβγαινε καμιά φωνή. Εψαχνα τον Αρη αλλά δεν ήταν εκεί. Λύγισα και έπεσα προς τα πίσω. Ξέπνοος και νεκρός.
Ανοιξα τα μάτια για να δω την κόλαση. Αντί γι' αυτή είδα τις ρίγες από το απογευματινό φως να χαρακώνουν το ταβάνι. Ανασηκώθηκα στους αγκώνες. Το βλέμμα μου έγειρε πρώτα στον τοίχο με το γυμνό σκίτσο πάνω από το κρεβάτι. Χαμήλωσε περισσότερο. Είδα τον Αρη να κοιμάται. Μια ανάσα-λίβας βγήκε από μέσα μου. Αφέθηκα και έπεσα πίσω για να κοιτάζω ξανά τις ρίγες στο ταβάνι. Ο ιδρώτας, που μπορεί να ήταν και δάκρυ κύλησε μέσα στα μάτια μου. Γύρισα στο πλάι ν' αγγαλιάσω τα πόδια του Αρη. Τα τράβηξα στο στήθος μου και ένοιωσα τη ζέστη τους πάνω από την καρδιά μου. Αποκοιμήθηκα με τα μάτια ανοικτά.
Κοιμόμουν γυμνός στο κρεβάτι μας, που όμως δεν βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα , αλλά σε ένα σκοτεινό διάδρομο στη δουλειά. Πόδια ανοικτά, χέρια σε διάσταση. Παρότι παραδωμένος στο θεό του ύπνου, έβλεπα συναδέλφους να περνούν μπροστά από τ' απλωμένα πόδια μου. Για μια στιγμή ντράπηκα για τη γύμνια μου. Το πρόσωπο μου χωμένο μέσα στα μαξιλάρια. Μουσκεμένος σε έναν πυχτό ιδρώτα που λίμναζε ολόγυρα.
Δίπλα μου κοιμόταν μια άγνωστη γυναίκα. Την κοίταζα. Δυο μαύρα μάτια διαπέρασαν το σώμα μου. Με κοιτούσαν χωρίς να με βλέπουν. Την πρόσεξα καλύτερα. Μαλλιά μαύρα, μακρυά ως τα γόνατα. Ενα δέρμα λευκό σαν ξωτικού που μύριζε καρύδα ή έτσι μου φάνηκε. Χείλια λεπτά. Δύο ροζ, κυρτές γραμμές, που αγγάλιαζαν η μια την άλλη. Πρόσεξα τα μάτια της. Μαύρα και μεγάλα, σαν των καρτούν. Ξαφνικά άπλωσε το χέρι της να με αγγίξει. Αποτραβήκτηκα πίσω, ενώ το λευκό χέρι πλησίαζε απειλητικά. "Ελα" είπε, χωρίς να σαλέψουν οι ροζ γραμμές των χειλιών της. Υπάκουσα. Κρατώντας την αναπνοή μου, περίμενα το άγγιγμά της. Στην αρχή ήταν μια λάμψη. Τα δάκτυλά της πάνω στο στήθος μου. Και τότε, με μια απότομη κίνηση χώθηκαν στις σάρκες μου. Φωτιά ξεπήδουσε από μέσα μου. Φώναζα αλλά δεν έβγαινε καμιά φωνή. Εψαχνα τον Αρη αλλά δεν ήταν εκεί. Λύγισα και έπεσα προς τα πίσω. Ξέπνοος και νεκρός.
Ανοιξα τα μάτια για να δω την κόλαση. Αντί γι' αυτή είδα τις ρίγες από το απογευματινό φως να χαρακώνουν το ταβάνι. Ανασηκώθηκα στους αγκώνες. Το βλέμμα μου έγειρε πρώτα στον τοίχο με το γυμνό σκίτσο πάνω από το κρεβάτι. Χαμήλωσε περισσότερο. Είδα τον Αρη να κοιμάται. Μια ανάσα-λίβας βγήκε από μέσα μου. Αφέθηκα και έπεσα πίσω για να κοιτάζω ξανά τις ρίγες στο ταβάνι. Ο ιδρώτας, που μπορεί να ήταν και δάκρυ κύλησε μέσα στα μάτια μου. Γύρισα στο πλάι ν' αγγαλιάσω τα πόδια του Αρη. Τα τράβηξα στο στήθος μου και ένοιωσα τη ζέστη τους πάνω από την καρδιά μου. Αποκοιμήθηκα με τα μάτια ανοικτά.
22 Απριλίου 2006
Η ανάσταση δεν περιμένει
Caro diario
Πήρε να μεσημεριάζει πια. Στο πόδι από το πρωί για τα τελευταία ψώνια, αλλά ακόμα δεν έχω βγεί έξω. Τα αφήνω για αργότερα. Με γένια μιας εβδομάδας (και τι εβδομάδας), με το κρύωμα να με πιλατεύει ακόμα και τα νεύρα μου τεντωμένα. Φοβάμαι ότι ξαφνικά μπορεί να πεταχτούν έξω από το σώμα μου. Προσπαθώ να αποφασίσω ποιά στιγμή της ημέρας θα χωθώ στο μπάνιο για ένα καυτό ντους. Κατά τις επτά θα έρθει η Μπία (εκ του Ευλαμπία) για να περάσουμε μαζί το Πάσχα στο σπίτι των δικών μου. Σκέφτομαι ότι πρέπει να πάω μαζί της το βράδυ σε κάποια εκκλησία για την Ανάσταση. Θολώνω όταν σκέφτομαι ότι πρέπει να βρω ρούχα. Ο καιρός κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Ψαχουλεύω στο ψηγείο για να βρω κάτι φαγώσιμο. Καταλήγω να ετοιμάζω ρύζι. Ψάχνω για κέτσαπ αλλά έχει τελειώσει. Πετάω το άδειο μπουκάλι και προσγειώνεται εκτός της σακούλας με τα σκουπίδια. Λερώνει το χαλί και το δάπεδο. Μου μοιάζει με αίμα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Αναγνώριση κλήσης. Είναι ο Αρης. Ρωτάει πως είμαι. Τι ώρα θα πάω να πάρω την Μπία, σε ποιά εκκλησία θα πάμε. Απαντάω με μικρές πονεμένες φράσεις. Ρωτάω και εγώ κάτι. Καταλαβαίνω πως δεν περνάει καλά. Μπορεί και να του λείπω. Το ρύζι βράζει και είναι σαν άσπρη λάβα που, ξερνάει το ηφαίστειο "κατσαρόλα". Κλείνω βιαστικά το τηλέφωνο. Το "Σ' αγαπώ" από την άλλη άκρη μένει μεταίωρο στον αέρα.
Ρίχνω ένα αναβράζον ντεπόν σε ένα ποτήρι. Τρώω βαριεστημένα το καυτό ρύζι. Χωρίς κέτσαπ. Ο λαιμός μου το δέχεται ευχάριστα. Ξαφνικά όλα μου φαίνονται να καλυτερεύουν. Ακόμα και ο καιρός δείχνει να ανοίγει. Μια ξεστρατησμένη δέσμη ήλιου , σαν μικρός προβολέας ψάχνει μέσα στο πιάτο μου. Το μπασμάτι γίνεται κιτρινωπό. Καταπίνω με δυσκολία το νερό με γεύση ντεπόν. Ξαναγεμίζω το ποτήρι με νερό για να καθαρίσει το στόμα μου. Πετάω κατσαρόλα, ποτήρια και πιάτα μέσα στο νεροχύτη. Σκέφτομαι αν πρέπει να ανάψω τσιγάρο. Τελικά ανάβω. Ο γκρίζος καπνός ξύνει το λαιμό μου. Το σβήνω μετά από τις πρώτες ρουφιξιές. Καίω το δάκτυλό μου σβήνοντας το τσιγάρο στο βρώμικο τασάκι.
Κοιτάω το ρολόι, που μου δείχνει περασμένες δύο. Γράφω σε ένα "ποστ ιτ" μερικά πράγματα. Ντύνομαι πρόχειρα, αποχαιρετώ τη γάτα μου και κλείνω την πόρτα. Ο αέρας γεμίζει τα πνευμόνια μου και εγώ εισπένω λαίμαργα. Είναι ωραία να είσαι έξω. Ο λιγοστός ήλιος μου καίει τα μάτια. Φοράω τα γιυλιά και γυρίζω το κλειδί στη μηχανή. Πρέπει να προλάβω. Η Aνάσταση δεν περιμένει.
Πήρε να μεσημεριάζει πια. Στο πόδι από το πρωί για τα τελευταία ψώνια, αλλά ακόμα δεν έχω βγεί έξω. Τα αφήνω για αργότερα. Με γένια μιας εβδομάδας (και τι εβδομάδας), με το κρύωμα να με πιλατεύει ακόμα και τα νεύρα μου τεντωμένα. Φοβάμαι ότι ξαφνικά μπορεί να πεταχτούν έξω από το σώμα μου. Προσπαθώ να αποφασίσω ποιά στιγμή της ημέρας θα χωθώ στο μπάνιο για ένα καυτό ντους. Κατά τις επτά θα έρθει η Μπία (εκ του Ευλαμπία) για να περάσουμε μαζί το Πάσχα στο σπίτι των δικών μου. Σκέφτομαι ότι πρέπει να πάω μαζί της το βράδυ σε κάποια εκκλησία για την Ανάσταση. Θολώνω όταν σκέφτομαι ότι πρέπει να βρω ρούχα. Ο καιρός κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Ψαχουλεύω στο ψηγείο για να βρω κάτι φαγώσιμο. Καταλήγω να ετοιμάζω ρύζι. Ψάχνω για κέτσαπ αλλά έχει τελειώσει. Πετάω το άδειο μπουκάλι και προσγειώνεται εκτός της σακούλας με τα σκουπίδια. Λερώνει το χαλί και το δάπεδο. Μου μοιάζει με αίμα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Αναγνώριση κλήσης. Είναι ο Αρης. Ρωτάει πως είμαι. Τι ώρα θα πάω να πάρω την Μπία, σε ποιά εκκλησία θα πάμε. Απαντάω με μικρές πονεμένες φράσεις. Ρωτάω και εγώ κάτι. Καταλαβαίνω πως δεν περνάει καλά. Μπορεί και να του λείπω. Το ρύζι βράζει και είναι σαν άσπρη λάβα που, ξερνάει το ηφαίστειο "κατσαρόλα". Κλείνω βιαστικά το τηλέφωνο. Το "Σ' αγαπώ" από την άλλη άκρη μένει μεταίωρο στον αέρα.
Ρίχνω ένα αναβράζον ντεπόν σε ένα ποτήρι. Τρώω βαριεστημένα το καυτό ρύζι. Χωρίς κέτσαπ. Ο λαιμός μου το δέχεται ευχάριστα. Ξαφνικά όλα μου φαίνονται να καλυτερεύουν. Ακόμα και ο καιρός δείχνει να ανοίγει. Μια ξεστρατησμένη δέσμη ήλιου , σαν μικρός προβολέας ψάχνει μέσα στο πιάτο μου. Το μπασμάτι γίνεται κιτρινωπό. Καταπίνω με δυσκολία το νερό με γεύση ντεπόν. Ξαναγεμίζω το ποτήρι με νερό για να καθαρίσει το στόμα μου. Πετάω κατσαρόλα, ποτήρια και πιάτα μέσα στο νεροχύτη. Σκέφτομαι αν πρέπει να ανάψω τσιγάρο. Τελικά ανάβω. Ο γκρίζος καπνός ξύνει το λαιμό μου. Το σβήνω μετά από τις πρώτες ρουφιξιές. Καίω το δάκτυλό μου σβήνοντας το τσιγάρο στο βρώμικο τασάκι.
Κοιτάω το ρολόι, που μου δείχνει περασμένες δύο. Γράφω σε ένα "ποστ ιτ" μερικά πράγματα. Ντύνομαι πρόχειρα, αποχαιρετώ τη γάτα μου και κλείνω την πόρτα. Ο αέρας γεμίζει τα πνευμόνια μου και εγώ εισπένω λαίμαργα. Είναι ωραία να είσαι έξω. Ο λιγοστός ήλιος μου καίει τα μάτια. Φοράω τα γιυλιά και γυρίζω το κλειδί στη μηχανή. Πρέπει να προλάβω. Η Aνάσταση δεν περιμένει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Ε Τ Ι Κ Ε Τ Ε Σ
- Από παλιά υλικά
- Εργασία
- Ερωτας
- Τα εν οίκω
- Ταξίδια



