Caro diario
Παρασκευής απομεσήμερο. Εξω από το παράθυρο ένα μπαλόνι με σχήμα δελφινιού κολυμπάει στα γαλάζια σύννεφα. Στην τηλεόραση ο Γιώργος-Λεφτά υπάρχουν, με φόντο τουριστικής καρτ ποστάλ, απαγγέλει κάτι - το αναμενόμενο υποθέτω - ενώ στα αυτιά μου, η Μπέμπε τραγουδά "Μάλο"(...) Καστελόριζο ντριμ...
Εχω διάθεση ταξιδιάρικη, με ένα τατς ονειροπόλησης. Μήπως φταίνε οι (επικοινωνιακές) εικόνες του Αιγαίου που προηγήθηκαν; Μήπως επειδή θα πάμε για Σαββατοκύριακο στο Ναύπλιο; Θέλω να σκέφτομαι ότι αύριο θα κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο στη θάλασσα. Μετά θα βολτάρουμε στην Αρβανιτιά και ίσως πάλι ανέβουμε έως την Ακροναυπλία. Θα πάρουμε στο χέρι τζελάτο στου "Ιταλού" και θα μείνουμε για καφέ στο "Αλλοτινό". Η... πτώχευση θέλει καλοπέραση. Για δυο μέρες δεν θα ακούω για σπρεντ, σιντι-σάμθινγκ, απολύσεις, κρίσεις και δουνουτού. 'Η τουλάχιστο θα προσπαθήσω να δραπετεύσω από ετούτον τον παρανοϊκό εφιάλτη διαρκείας και τους τηλεοπτικούς ανα-παραγωγούς του.
Το μπαλόνι συνεχίζει το ταξίδι του κάτω από άλλους ουρανούς. Τώρα θα το βλέπουν άλλα μάτια. Διαφορετικές σκέψεις θα γεννηθούν από αυτό το πέταγμα. Πάλι, μπορεί και όχι... Οπως και αν έχει, "καλό σου ταξίδι"...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
23 Απριλίου 2010
6 Απριλίου 2010
Μαγεμένος Απρίλης
Caro diario
H μέρα έχει προχωρήσει γρήγορα και ζυγώνει απόγευμα. Ο καιρός από ώρα, το γύρισε σε αναδρομικές μελαγχολίες με μαβιές συννεφιές που έφεραν πασχαλινές μπόρες. Πέρα στον ορίζοντα, πίσω από τα λερωμένα τζάμια του γραφείου, πήρε να ανοίγει λίγο. Ξανά στο γαλάζιο... Εκείνο που άφησα χθες φεύγοντας, πάνω από τον αργολικό κάμπο, στο κτήμα της Αλίκης, όπου περάσαμε το Πάσχα.
Φτάσαμε σούρουπο Μεγάλης Πέμπτης. Είχε ακόμα φως στον ουρανό. Η Αλίκη μας περίμενε, έχοντας ετοιμάσει τα πάντα από το πρωί. Είχαμε όλοι μας μεγάλη προσμονή για τούτο το πρώιμο Πάσχα. Αν και κουρασμένοι μείναμε ως αργά στο μεγάλο δωμάτιο, με τις πόρτες ανοιχτές και συζητούσαμε, αφήνοντας τις μυρωδιές από τις ανθισμένες πορτοκαλιές να γυρίζουν ανάμεσά μας και εντέλει να μας μεθύσουν. Κοιμηθήκαμε αργά, με γλυκερά όνειρα κάτω από ένα λευκό ουρανό. Τόσο λευκό, σαν άνθος πορτοκαλιάς...
Ξύπνησα πρώτος. Μυρωδιά φρέσκου καφέ έφτασε από την κουζίνα, έως τα ρουθούνια μου. Κοίταξα το φως πάνω από το γυμνό ώμο του Αρη, που σκόνταφτε στις κλειστές κουρτίνες των ψηλών παραθύρων. Σηκώθηκα χωρίς να τον ξυπνήσω και κατέβηκα ως την κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα ένα σημείωμα της Αλίκης. "Καλημέρα! Είμαι έξω για δουλειές. Θα σας συναντήσω αργότερα στην πόλη. Φιλιά." Εβαλα καφέ σε μεγάλα φλυτζάνια, άλειψα με σπιτική μαρμελάδα μανταρίνι δύο φέτες ψωμί και ανέβηκα ξανά επάνω πατώντας σιγά μην πληγώσω το ξύλινο πάτωμα. Ξύπνησα με ένα φιλί τον Αρη κι εκείνος με ρώτησε τι ώρα είναι. "Εννέα" αποκρίθηκα..."Ελα για λίγο ακόμα εδώ" με πρόσταξε ανοίγοντας σε έκταση τα χέρια του, ως άλλος Χριστός. Ο Αληθινός ως τι μία, θα είχε αποκαθηλωθεί και τυλιγμένος μέσα σε λευκά τούλια θα παραδίδονταν στα χρώματα και τις μυρωδιές της άνοιξης.
Το απομεσήμερο μας βρήκε να γυρίζουμε στα στενά δρομάκια της πόλης. Οι πένθημες καμπάνες μας οδήγησαν και στους τρεις Επιταφίους. Θυμήθηκα ότι αυτό το έκανα όταν ήμουν παιδί. Τότε που τρέχαμε από επιτάφιο σε επιτάφιο και κοιτούσα με μάτι φθονερό, όσα παιδιά είχαν καταφέρει να επιλεγούν για να κρατήσουν τα εξαπτέρυγα και τα φαναράκια στην περιφορά... Εγώ λόγω ύψους και έλλειψης "δημοσίων σχέσεων" ήμουν πάντα κομμένος από χέρι. Χαμογέλασα με κάποια μελαγχολία. "Τι σκέφτηκες και πήρες αυτό το ύφος; Σαν Μεγάλη Παρασκευή, είσαι..." έκανε ο Αρης και κοντοστάθηκε κατεβάζοντας μια ιδέα τα σκούρα γυαλιά από τα μάτια του και περίμενε την απάντηση. Γέλασα, χωρίς να βγει κανένας ήχος. "Θέλω να..." Δεν πρόλαβα να του πω ότι, ήθελα να γίνω... παπαδάκι. Η Αλίκη είχε έρθει κατά πάνω μας, τραβώντας μας σχεδόν από τα χέρια για να μας μπάσει στο διπλανό τσιπουράδικο. "Οξος ο Χριστός, τσίπουρο εμείς;" τόλμησα να ρωτήσω. "Μείνε εδώ εσύ αν θες!" έκανε δήθεν πειραγμένη η Αλίκη, και πιάνοντας αγκαζέ τον Αρη, τον ρώτησε παιχνιδιάρικα: "Πάμε αγάπη μου εμείς;"
Το πρωινό του μεγάλου Σαββάτου κύλησε με βόλτες στην πόλη προσμένοντας την Ανάσταση, που μας βρήκε σε ένα μοναστήρι του 11ου αιώνα, έξω από την πόλη. Χωρίς ηλεκτρικό, μέσα σε ανθισμένους κήπους. Χωρίς στρακαστρούκες και βεγγαλικά έκαναν μια διαφορετική ατμόσφαιρα. Μείναμε ως το τέλος και έχοντας το φως στα χέρια αλλά και μέσα μας, γυρίσαμε στο σπίτι για να γευτούμε τις μαγειρικές δεξιότητες της φίλης μας.
-Χριστός Ανέστη, Αρη!
-Αληθώς Ανέστη, Λύση.
-Παιδιά, είστε σίγουροι;
-Aλικη..!
H μέρα έχει προχωρήσει γρήγορα και ζυγώνει απόγευμα. Ο καιρός από ώρα, το γύρισε σε αναδρομικές μελαγχολίες με μαβιές συννεφιές που έφεραν πασχαλινές μπόρες. Πέρα στον ορίζοντα, πίσω από τα λερωμένα τζάμια του γραφείου, πήρε να ανοίγει λίγο. Ξανά στο γαλάζιο... Εκείνο που άφησα χθες φεύγοντας, πάνω από τον αργολικό κάμπο, στο κτήμα της Αλίκης, όπου περάσαμε το Πάσχα.
Φτάσαμε σούρουπο Μεγάλης Πέμπτης. Είχε ακόμα φως στον ουρανό. Η Αλίκη μας περίμενε, έχοντας ετοιμάσει τα πάντα από το πρωί. Είχαμε όλοι μας μεγάλη προσμονή για τούτο το πρώιμο Πάσχα. Αν και κουρασμένοι μείναμε ως αργά στο μεγάλο δωμάτιο, με τις πόρτες ανοιχτές και συζητούσαμε, αφήνοντας τις μυρωδιές από τις ανθισμένες πορτοκαλιές να γυρίζουν ανάμεσά μας και εντέλει να μας μεθύσουν. Κοιμηθήκαμε αργά, με γλυκερά όνειρα κάτω από ένα λευκό ουρανό. Τόσο λευκό, σαν άνθος πορτοκαλιάς...
Ξύπνησα πρώτος. Μυρωδιά φρέσκου καφέ έφτασε από την κουζίνα, έως τα ρουθούνια μου. Κοίταξα το φως πάνω από το γυμνό ώμο του Αρη, που σκόνταφτε στις κλειστές κουρτίνες των ψηλών παραθύρων. Σηκώθηκα χωρίς να τον ξυπνήσω και κατέβηκα ως την κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα ένα σημείωμα της Αλίκης. "Καλημέρα! Είμαι έξω για δουλειές. Θα σας συναντήσω αργότερα στην πόλη. Φιλιά." Εβαλα καφέ σε μεγάλα φλυτζάνια, άλειψα με σπιτική μαρμελάδα μανταρίνι δύο φέτες ψωμί και ανέβηκα ξανά επάνω πατώντας σιγά μην πληγώσω το ξύλινο πάτωμα. Ξύπνησα με ένα φιλί τον Αρη κι εκείνος με ρώτησε τι ώρα είναι. "Εννέα" αποκρίθηκα..."Ελα για λίγο ακόμα εδώ" με πρόσταξε ανοίγοντας σε έκταση τα χέρια του, ως άλλος Χριστός. Ο Αληθινός ως τι μία, θα είχε αποκαθηλωθεί και τυλιγμένος μέσα σε λευκά τούλια θα παραδίδονταν στα χρώματα και τις μυρωδιές της άνοιξης.
Το απομεσήμερο μας βρήκε να γυρίζουμε στα στενά δρομάκια της πόλης. Οι πένθημες καμπάνες μας οδήγησαν και στους τρεις Επιταφίους. Θυμήθηκα ότι αυτό το έκανα όταν ήμουν παιδί. Τότε που τρέχαμε από επιτάφιο σε επιτάφιο και κοιτούσα με μάτι φθονερό, όσα παιδιά είχαν καταφέρει να επιλεγούν για να κρατήσουν τα εξαπτέρυγα και τα φαναράκια στην περιφορά... Εγώ λόγω ύψους και έλλειψης "δημοσίων σχέσεων" ήμουν πάντα κομμένος από χέρι. Χαμογέλασα με κάποια μελαγχολία. "Τι σκέφτηκες και πήρες αυτό το ύφος; Σαν Μεγάλη Παρασκευή, είσαι..." έκανε ο Αρης και κοντοστάθηκε κατεβάζοντας μια ιδέα τα σκούρα γυαλιά από τα μάτια του και περίμενε την απάντηση. Γέλασα, χωρίς να βγει κανένας ήχος. "Θέλω να..." Δεν πρόλαβα να του πω ότι, ήθελα να γίνω... παπαδάκι. Η Αλίκη είχε έρθει κατά πάνω μας, τραβώντας μας σχεδόν από τα χέρια για να μας μπάσει στο διπλανό τσιπουράδικο. "Οξος ο Χριστός, τσίπουρο εμείς;" τόλμησα να ρωτήσω. "Μείνε εδώ εσύ αν θες!" έκανε δήθεν πειραγμένη η Αλίκη, και πιάνοντας αγκαζέ τον Αρη, τον ρώτησε παιχνιδιάρικα: "Πάμε αγάπη μου εμείς;"
Το πρωινό του μεγάλου Σαββάτου κύλησε με βόλτες στην πόλη προσμένοντας την Ανάσταση, που μας βρήκε σε ένα μοναστήρι του 11ου αιώνα, έξω από την πόλη. Χωρίς ηλεκτρικό, μέσα σε ανθισμένους κήπους. Χωρίς στρακαστρούκες και βεγγαλικά έκαναν μια διαφορετική ατμόσφαιρα. Μείναμε ως το τέλος και έχοντας το φως στα χέρια αλλά και μέσα μας, γυρίσαμε στο σπίτι για να γευτούμε τις μαγειρικές δεξιότητες της φίλης μας.
-Χριστός Ανέστη, Αρη!
-Αληθώς Ανέστη, Λύση.
-Παιδιά, είστε σίγουροι;
-Aλικη..!
27 Ιανουαρίου 2010
Οι ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας
Caro diario
Η γλυκερή μυρωδιά από το πρόωρα μισάνοικτο ζουμπούλι της κουζίνας, έπεσε με δύναμη πάνω μου για να με καλωσορίσει στο σπίτι. Εβγαλα τα παπούτσια στο χαλί της εισόδου και προχώρησα αργά σε ένα, όχι και τόσο γνώριμο ακόμα μισοσκόταδο, πατώντας με τις χοντρές κάλτσες, μην τυχόν πληγώσω τα σανίδια στο πάτωμα. Περνώντας από τον διάδρομο, ανέβασα το θερμοστάτη σε τροπικές θερμοκρασίες και αφού ελευθέρωσα το σώμα μου απ' τ' ανυπόφορα ρούχα του, αφέθηκα έτσι γυμνωμένος, στο λυτρωτικό λευκό της μπανιέρας.
Χώθηκα αργά στο ζεστό νερό με τις άσπρες φουσκάλες να επιπλέουν γύρω από το σώμα μου, σαν σωσίβια άγνωστων ναυαγών. Εκλεισα τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου να βρει στήριγμα στο παγωμένο άκρο. Την ίδια στιγμή έννοιωσα μέσα στο νερό, το ζεστό χάδι του με τη μορφή ενός μικρού καταράκτη να πέφτει πάνω στο απλωμένο χέρι μου. Προς στιγμή είχα μια αίσθηση από εκείνο το φθινωπορινό λουτρό, στο Πόζαρ. Εκλεισα την μπαταρία και αφουγκράστηκα τη σιωπή του σπιτιού. Ετσι εκεί, θυμήθηκα τον Στέφανο που ΄λεγε το πρωί, πόσο θα ΄θελε με τέτοιο καιρό, εκεί χιόνιζε, να κάνει αυτό που έκανα εγώ τώρα. Τις υγρές μου σκέψεις, τις εικόνες των βορειοελλαδίτικων λουτρών και την μεσημβρινή ησυχία του μπάνιου, ήρθαν να σπάσουν οι πρώτες ψιχάλες μιας δυνατής βροχής που άκουγα να χτυπά, ψηλά, εκεί στα τσιμέντα της ταράτσας. Ακριβώς πάνω από το μέτωπό μου.
Εμεινα για αρκετή ώρα εκεί να ακούω τη βροχή μέσα στο κεφάλι μου. Οι σκέψεις στο μυαλό μου αγνοώντας τους νόμους, έτρεχαν ψηλά, έφταναν σε σκοτεινά μοναπάτια και δύσκολες ανηφοριές. Αφησα την υγρασία από τα μάτια μου να κυλήσει αργά πάνω μου και να ενωθεί με ένα ρυπαρό γκρίζο στο νερό. Αναρωτήθηκα αν είναι προτιμότερο τελικά να παριστάνεις ότι δεν γνωρίζεις την αλήθεια, από το να την ομολογείς ταπεινωμένος. Αναπολώ κι όλας τις ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας...
Βολεύτηκα κάπως καλύτερα και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στο νερό. Κράτησα την αναπνοή μου, όση ώρα περισσότερη μπορούσα, αφήνοντας σιγά σιγά όλο τον αέρα από τα πνευμόνια μου να δραπετεύσει προς το άπειρο. Εβγαλα πρώτα το κεφάλι και μετά κάθησα μέσα στο νερό σε θέση λωτού, αν και μου έμοιαζε περισσότερο με θέση βατράχου. Είχα χαλαρώσει τόσο που μου ήρθε να κατουρίσω. Ξαφνικά το νερό έγινε μια ιδέα πιο ζεστό. Το μάτι μου έπιασε από δίπλα, καθώς γυάλιζαν στο τελευταίο απογευματινό φως, τις λεπίδες τις ξυριστικής. Την πήρα στο χέρι μου, την βύθησα στο νερό και εκεί μέσα, χωρίς να μετακινηθώ, βάλθηκα να ξυρίζω τα αρχίδια μου. Κόντρα ξύρισμα. Κόντρα σε όλα...
Η γλυκερή μυρωδιά από το πρόωρα μισάνοικτο ζουμπούλι της κουζίνας, έπεσε με δύναμη πάνω μου για να με καλωσορίσει στο σπίτι. Εβγαλα τα παπούτσια στο χαλί της εισόδου και προχώρησα αργά σε ένα, όχι και τόσο γνώριμο ακόμα μισοσκόταδο, πατώντας με τις χοντρές κάλτσες, μην τυχόν πληγώσω τα σανίδια στο πάτωμα. Περνώντας από τον διάδρομο, ανέβασα το θερμοστάτη σε τροπικές θερμοκρασίες και αφού ελευθέρωσα το σώμα μου απ' τ' ανυπόφορα ρούχα του, αφέθηκα έτσι γυμνωμένος, στο λυτρωτικό λευκό της μπανιέρας.
Χώθηκα αργά στο ζεστό νερό με τις άσπρες φουσκάλες να επιπλέουν γύρω από το σώμα μου, σαν σωσίβια άγνωστων ναυαγών. Εκλεισα τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου να βρει στήριγμα στο παγωμένο άκρο. Την ίδια στιγμή έννοιωσα μέσα στο νερό, το ζεστό χάδι του με τη μορφή ενός μικρού καταράκτη να πέφτει πάνω στο απλωμένο χέρι μου. Προς στιγμή είχα μια αίσθηση από εκείνο το φθινωπορινό λουτρό, στο Πόζαρ. Εκλεισα την μπαταρία και αφουγκράστηκα τη σιωπή του σπιτιού. Ετσι εκεί, θυμήθηκα τον Στέφανο που ΄λεγε το πρωί, πόσο θα ΄θελε με τέτοιο καιρό, εκεί χιόνιζε, να κάνει αυτό που έκανα εγώ τώρα. Τις υγρές μου σκέψεις, τις εικόνες των βορειοελλαδίτικων λουτρών και την μεσημβρινή ησυχία του μπάνιου, ήρθαν να σπάσουν οι πρώτες ψιχάλες μιας δυνατής βροχής που άκουγα να χτυπά, ψηλά, εκεί στα τσιμέντα της ταράτσας. Ακριβώς πάνω από το μέτωπό μου.
Εμεινα για αρκετή ώρα εκεί να ακούω τη βροχή μέσα στο κεφάλι μου. Οι σκέψεις στο μυαλό μου αγνοώντας τους νόμους, έτρεχαν ψηλά, έφταναν σε σκοτεινά μοναπάτια και δύσκολες ανηφοριές. Αφησα την υγρασία από τα μάτια μου να κυλήσει αργά πάνω μου και να ενωθεί με ένα ρυπαρό γκρίζο στο νερό. Αναρωτήθηκα αν είναι προτιμότερο τελικά να παριστάνεις ότι δεν γνωρίζεις την αλήθεια, από το να την ομολογείς ταπεινωμένος. Αναπολώ κι όλας τις ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας...
Βολεύτηκα κάπως καλύτερα και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στο νερό. Κράτησα την αναπνοή μου, όση ώρα περισσότερη μπορούσα, αφήνοντας σιγά σιγά όλο τον αέρα από τα πνευμόνια μου να δραπετεύσει προς το άπειρο. Εβγαλα πρώτα το κεφάλι και μετά κάθησα μέσα στο νερό σε θέση λωτού, αν και μου έμοιαζε περισσότερο με θέση βατράχου. Είχα χαλαρώσει τόσο που μου ήρθε να κατουρίσω. Ξαφνικά το νερό έγινε μια ιδέα πιο ζεστό. Το μάτι μου έπιασε από δίπλα, καθώς γυάλιζαν στο τελευταίο απογευματινό φως, τις λεπίδες τις ξυριστικής. Την πήρα στο χέρι μου, την βύθησα στο νερό και εκεί μέσα, χωρίς να μετακινηθώ, βάλθηκα να ξυρίζω τα αρχίδια μου. Κόντρα ξύρισμα. Κόντρα σε όλα...

27 Μαρτίου 2008
Back to black
Caro diario
Ο ουρανός μολύβι, τρομάζει έξω από το παράθυρο. Ανοίγω τις κουρτίνες να μπει το έσχατο φως της μέρας. Πριν λίγο επέστρεψα από του Αρη. Κλείστηκα εδώ, στο μικρό μου χάος και βάλθηκα να γεμίζω το λευκό κενό. Εχω τέτοια υπερένταση που κάτι πρέπει να κάνω πριν ουρλιάξω. Ανοίγω μια πλέι λιστ, την πρώτη που βρίσκω να πέφτει στα μάτια μου. Η Λιόνα Λιούις αρχίζει το Μπλίντινγκ Λαβ... Εψαχνα από ώρα μια αφορμή να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο. Ενα λάθος χτύπημα και...
...το μαζεύω ρολό. Το τσαλακώνω. Το χτυπώ με δύναμη πάνω στη χαραγμένη ξύλινη επιφάνεια. Θέλω να το σκοτώσω, να το κάνω να πάψει να υπάρχει. Αντικείμενα σπρώχνονται από το γραφείο και πέφτουν με δύναμη από δω και από κει. Το μάους με μια κίνηση φεύγει προς τα δεξιά, χτυπημένο από το πληκτρολόγιο, που εξακολουθεί να πνίγεται στα χέρια μου. Το ποντίκι γίνεται κομμάτια με τα σωθικά του χυμένα, πέρα στο πάτωμα. Βλέπω τις μπαταρίες να κυλιούνται ακόμα. Αγνοείται το καπάκι. Η ματιά μου επιστρέφει στα ασπρισμένα από την πίεση δάκτυλα. Χαλαρώνουν απότομα. Το τραγούδι τελειώνει. Το πληκτρολόγιο προσπαθεί να πάρει το αρχικό του σχήμα. Ενα επόμενο ξεκινά. Τώρα το αγαπημένο μου λαστιχένιο πληκτρολόγιο αργοσέρνεται σαν λαβωμένο ερπετό, άγνωστων τροπικών.
Με μάτια να καίνε και το κεφάλι μου έτοιμο να σκάσει πάνω στο λιλά τοίχο, προσπαθώ να βάλω μια τάξη μέσα μου. Ακούω την καρδιά να βαράει σαν κύμβαλο αλαλάζον, την ώρα που η Ντάφι ξεστομίζει ηδονικά το Μέρσι. Η ανάσα προσπαθεί ακόμα να βρει το ρυθμό της, λες και μόλις τέλειωσε μια μάχη στα πεδία των αρσενικών ερώτων. Ρίχνω το κεφάλι πίσω, μέχρι να ενωθεί το δέρμα μου μ΄ εκείνο της πολυθρόνας. Τα μάτια στο ταβάνι. Χάνομαι κάπου στο ενδιάμεσο κενό. Βλέπω όμως το άσπρο του δωματίου μας. Πάνω του, που χόρευαν λίγο πριν, οι χρωματιστές σκιές της βουβής τηλεόρασης. Και ο Αρης δίπλα μου.
Είχε το κεφάλι γερμένο πάνω από το μπράτσο μου. Ωρες ώρες πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε στρογγυλό λαιμό. Για να βρίσκουμε ένα μπράτσο να τον ταιριάξουμε. Το βαρύ χέρι πάνω στο στήθος μου. Το άλλο ανάμεσα στα γυμνά σώματα, σαν φράκτης. Μπλεγμένα τα πόδια. Ενοιωθα την ανάσα του ζεστή στην πλαγιά του λαιμού μου. Ακίνητοι και γυμνοί στην ησυχία ενός απομεσήμερου, φυλακισμένου στον χειμώνα. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Δεν κατάλαβα αν εκείνος αποκοιμήθηκε. Δεν θυμάμαι αν τον ρώτησα και μετά. Κάποια στιγμή είπε σιγανά, «κρυώνω» και τον τράβηξα ακόμα πιο πάνω μου. Αυτό το θυμάμαι.
Εστριψα το κεφάλι αριστερά προς το κομοδίνο, για να δω την ώρα. "Πόσο πολύ, μ΄αρέσει ο λαιμός σου. Ειδικά αυτή η γραμμή, εδώ στο πλάι..." Εστριψα μόνο τα απορημένα μάτια προς τα πίσω. "Μείνε έτσι όπως είσαι." Υπάκουσα κρατώντας την ανάσα μου. Εμεινα να κοιτάζω τις πράσινες τελείες που αναβόσβηναν στο μαύρο του ρολογιού, ανάμεσα στο 17 και το 55. Ενοιωσα το βάρος του χεριού του να ελευθερώνει το στήθος μου. Eίδα τη σκιά του στο λευκό του τοίχου. Εκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Tην επόμενη στιγμή με άγγιζε στο λαιμό. Απαλά, σαν κάτι εύθραστο...
Ετσι κύλησα έξω από το κρεβάτι. "Πού πας;" "Να φτιάξω καφέ, να πιούμε. Θα γυρίσω πίσω" απάντησα, ενώ εκείνος άνοιγε την ένταση στην τηλεόραση. Βγήκα στο διάδρομο την ώρα που η Εμι Γουάινχαους έμπαινε στην οθόνη. "Ποιο τραγούδι είναι αυτό;" με ρώταγε ο Αρης. Τον φαντάστηκα να τραβάει την κουβέρτα ως το στήθος του. "Το Μπακ του μπλακ" φώναξα, καθώς έμπαινα πια στην κουζίνα.
Ο ουρανός μολύβι, τρομάζει έξω από το παράθυρο. Ανοίγω τις κουρτίνες να μπει το έσχατο φως της μέρας. Πριν λίγο επέστρεψα από του Αρη. Κλείστηκα εδώ, στο μικρό μου χάος και βάλθηκα να γεμίζω το λευκό κενό. Εχω τέτοια υπερένταση που κάτι πρέπει να κάνω πριν ουρλιάξω. Ανοίγω μια πλέι λιστ, την πρώτη που βρίσκω να πέφτει στα μάτια μου. Η Λιόνα Λιούις αρχίζει το Μπλίντινγκ Λαβ... Εψαχνα από ώρα μια αφορμή να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο. Ενα λάθος χτύπημα και...
...το μαζεύω ρολό. Το τσαλακώνω. Το χτυπώ με δύναμη πάνω στη χαραγμένη ξύλινη επιφάνεια. Θέλω να το σκοτώσω, να το κάνω να πάψει να υπάρχει. Αντικείμενα σπρώχνονται από το γραφείο και πέφτουν με δύναμη από δω και από κει. Το μάους με μια κίνηση φεύγει προς τα δεξιά, χτυπημένο από το πληκτρολόγιο, που εξακολουθεί να πνίγεται στα χέρια μου. Το ποντίκι γίνεται κομμάτια με τα σωθικά του χυμένα, πέρα στο πάτωμα. Βλέπω τις μπαταρίες να κυλιούνται ακόμα. Αγνοείται το καπάκι. Η ματιά μου επιστρέφει στα ασπρισμένα από την πίεση δάκτυλα. Χαλαρώνουν απότομα. Το τραγούδι τελειώνει. Το πληκτρολόγιο προσπαθεί να πάρει το αρχικό του σχήμα. Ενα επόμενο ξεκινά. Τώρα το αγαπημένο μου λαστιχένιο πληκτρολόγιο αργοσέρνεται σαν λαβωμένο ερπετό, άγνωστων τροπικών.
Με μάτια να καίνε και το κεφάλι μου έτοιμο να σκάσει πάνω στο λιλά τοίχο, προσπαθώ να βάλω μια τάξη μέσα μου. Ακούω την καρδιά να βαράει σαν κύμβαλο αλαλάζον, την ώρα που η Ντάφι ξεστομίζει ηδονικά το Μέρσι. Η ανάσα προσπαθεί ακόμα να βρει το ρυθμό της, λες και μόλις τέλειωσε μια μάχη στα πεδία των αρσενικών ερώτων. Ρίχνω το κεφάλι πίσω, μέχρι να ενωθεί το δέρμα μου μ΄ εκείνο της πολυθρόνας. Τα μάτια στο ταβάνι. Χάνομαι κάπου στο ενδιάμεσο κενό. Βλέπω όμως το άσπρο του δωματίου μας. Πάνω του, που χόρευαν λίγο πριν, οι χρωματιστές σκιές της βουβής τηλεόρασης. Και ο Αρης δίπλα μου.
Είχε το κεφάλι γερμένο πάνω από το μπράτσο μου. Ωρες ώρες πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε στρογγυλό λαιμό. Για να βρίσκουμε ένα μπράτσο να τον ταιριάξουμε. Το βαρύ χέρι πάνω στο στήθος μου. Το άλλο ανάμεσα στα γυμνά σώματα, σαν φράκτης. Μπλεγμένα τα πόδια. Ενοιωθα την ανάσα του ζεστή στην πλαγιά του λαιμού μου. Ακίνητοι και γυμνοί στην ησυχία ενός απομεσήμερου, φυλακισμένου στον χειμώνα. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Δεν κατάλαβα αν εκείνος αποκοιμήθηκε. Δεν θυμάμαι αν τον ρώτησα και μετά. Κάποια στιγμή είπε σιγανά, «κρυώνω» και τον τράβηξα ακόμα πιο πάνω μου. Αυτό το θυμάμαι.
Εστριψα το κεφάλι αριστερά προς το κομοδίνο, για να δω την ώρα. "Πόσο πολύ, μ΄αρέσει ο λαιμός σου. Ειδικά αυτή η γραμμή, εδώ στο πλάι..." Εστριψα μόνο τα απορημένα μάτια προς τα πίσω. "Μείνε έτσι όπως είσαι." Υπάκουσα κρατώντας την ανάσα μου. Εμεινα να κοιτάζω τις πράσινες τελείες που αναβόσβηναν στο μαύρο του ρολογιού, ανάμεσα στο 17 και το 55. Ενοιωσα το βάρος του χεριού του να ελευθερώνει το στήθος μου. Eίδα τη σκιά του στο λευκό του τοίχου. Εκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Tην επόμενη στιγμή με άγγιζε στο λαιμό. Απαλά, σαν κάτι εύθραστο...
Ετσι κύλησα έξω από το κρεβάτι. "Πού πας;" "Να φτιάξω καφέ, να πιούμε. Θα γυρίσω πίσω" απάντησα, ενώ εκείνος άνοιγε την ένταση στην τηλεόραση. Βγήκα στο διάδρομο την ώρα που η Εμι Γουάινχαους έμπαινε στην οθόνη. "Ποιο τραγούδι είναι αυτό;" με ρώταγε ο Αρης. Τον φαντάστηκα να τραβάει την κουβέρτα ως το στήθος του. "Το Μπακ του μπλακ" φώναξα, καθώς έμπαινα πια στην κουζίνα.
18 Μαρτίου 2008
Χαράματα ξανά
Caro diario
H προσπάθεια του "gay super hero" με έβγαλε από την ακινησία μου. Τι κρίμα που ανοίγοντας για να γεμίσω το λευκό τούτο φόντο με τις λερωμένες μου πληγές, το ραδιόφωνο παίζει τα "Χαράματα". Μου ΄ρχετε να ουρλιάξω. Λες και δεν πέρασε μια μέρα... Το ευτύχημα των ημερών τούτων ήταν μια τρελή δουλειά που έπεσε πάνω μου, σαν κύμα που με τράβηξε στ' ανοιχτά. Παλεύοντας στ΄απόνερα του, έδειχνα να ξεχνιέμαι. Κάθε όμως, που έβγαζα το κεφάλι απέξω με τσέκαρα. Τι είχα όμως απ΄όλα ξεχάσει; Τι απ΄ όλα μπορούσα να ξεχάσω;
Ενα σκυλί γαυγίζει μέσα στο απομεσήμερο. Από το ανοιχτό παράθυρο η άνοιξη προσπαθεί να μου χαμογελάσει. Δεν μπορώ να της ανταποκριθώ, κι ας την πονέσω. Μήπως αν υποκρινόμουν;.. Παραιτούμαι με μιας από την ιδέα. Πως να ημερέψει ο νους... Σκοτείνιασε απότομα. Ρίχνω εκεί τη σκέψη μου.
Πατάω συνεχώς λάθος στα λαστιχένια πλήκτρα. Εκνευρίζομαι. Φτύνω όσες βρισιές βρίσκω εύκαιρες κάτω από τη γλώσσα. Το σκυλί λες και μ' άκουσε ξεκίνησε πάλι ένα παρατεταμένο γαύγισμα-ουρλιαχτό. Αισθάνομαι ότι δεν μου φτάνει ο αέρας. Ανοίγω με μιας το στόμα σαν ψάρι, που πιάστηκε ξαφνιασμένο στα δίκτυα. Η Χαρούλα από τα ηχεία προσπαθεί να με κρατήσει ζωντανό. Κάπως έτσι θα βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου. Μπορεί...
Τις τελευταίες ημέρες λες και τα πάντα συνομωτούν πίσω από την πλάτη μου, ήρθαν ξαφνικά στη ζωή μου νέα πρόσωπα. Απορώ με μένα, που βρίσκω να κάνω αστεία όταν "μιλάω" μαζί τους. Τους κάνω να γελάνε, να με θέλουν, να με αναζητούν, να μ΄αγαπούν... Και στη δουλειά το ίδιο. Βλέπω τους συναδέλφους να με αισθάνονται κοντά τους. Ή μάλλον πιο κοντά τους. Να μου ανοίγονται λες και είμαι κάποιος νέος. Με ρωτάνε αν είμαι ερωτευμένος. Είμαι;
...Kαι εγώ να τα ρίχνω στην Ανοιξη.
H προσπάθεια του "gay super hero" με έβγαλε από την ακινησία μου. Τι κρίμα που ανοίγοντας για να γεμίσω το λευκό τούτο φόντο με τις λερωμένες μου πληγές, το ραδιόφωνο παίζει τα "Χαράματα". Μου ΄ρχετε να ουρλιάξω. Λες και δεν πέρασε μια μέρα... Το ευτύχημα των ημερών τούτων ήταν μια τρελή δουλειά που έπεσε πάνω μου, σαν κύμα που με τράβηξε στ' ανοιχτά. Παλεύοντας στ΄απόνερα του, έδειχνα να ξεχνιέμαι. Κάθε όμως, που έβγαζα το κεφάλι απέξω με τσέκαρα. Τι είχα όμως απ΄όλα ξεχάσει; Τι απ΄ όλα μπορούσα να ξεχάσω;
Ενα σκυλί γαυγίζει μέσα στο απομεσήμερο. Από το ανοιχτό παράθυρο η άνοιξη προσπαθεί να μου χαμογελάσει. Δεν μπορώ να της ανταποκριθώ, κι ας την πονέσω. Μήπως αν υποκρινόμουν;.. Παραιτούμαι με μιας από την ιδέα. Πως να ημερέψει ο νους... Σκοτείνιασε απότομα. Ρίχνω εκεί τη σκέψη μου.
Πατάω συνεχώς λάθος στα λαστιχένια πλήκτρα. Εκνευρίζομαι. Φτύνω όσες βρισιές βρίσκω εύκαιρες κάτω από τη γλώσσα. Το σκυλί λες και μ' άκουσε ξεκίνησε πάλι ένα παρατεταμένο γαύγισμα-ουρλιαχτό. Αισθάνομαι ότι δεν μου φτάνει ο αέρας. Ανοίγω με μιας το στόμα σαν ψάρι, που πιάστηκε ξαφνιασμένο στα δίκτυα. Η Χαρούλα από τα ηχεία προσπαθεί να με κρατήσει ζωντανό. Κάπως έτσι θα βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου. Μπορεί...
Τις τελευταίες ημέρες λες και τα πάντα συνομωτούν πίσω από την πλάτη μου, ήρθαν ξαφνικά στη ζωή μου νέα πρόσωπα. Απορώ με μένα, που βρίσκω να κάνω αστεία όταν "μιλάω" μαζί τους. Τους κάνω να γελάνε, να με θέλουν, να με αναζητούν, να μ΄αγαπούν... Και στη δουλειά το ίδιο. Βλέπω τους συναδέλφους να με αισθάνονται κοντά τους. Ή μάλλον πιο κοντά τους. Να μου ανοίγονται λες και είμαι κάποιος νέος. Με ρωτάνε αν είμαι ερωτευμένος. Είμαι;
...Kαι εγώ να τα ρίχνω στην Ανοιξη.
4 Μαρτίου 2008
Της νύχτας η φωτιά...
Caro diario
Nύχτωσε. Ανοιξα χωρίς να ξέρω αν θα καταφέρω να γράψω κάτι. Τι ακριβώς να γράψω; Ακούω επαναληπτικά ένα ισπανικό τραγούδι - σάουντρακ μάλλον- από το "Λαϊτερ Ντέις". Με το "Γιου Τουμπ" πότε δεν ξέρεις αν όντως είναι από την ταινία ή όχι. Σκέφτομαι ότι ακόμα δεν έχω προλάβει να την δω. Που και που ρίχνω κλεφτές ματιές στο παράθυρο πίσω, καθώς τα γυμνά σώματα ρίχνονται με δύναμη στη μάχη των λευκών σεντονιών. Δυναμώνω την ένταση. Παίζει πάλι και πάλι...
Ξαφνικά θέλω να καπνίσω. Τα τελευταία βράδια πίνω κιόλας. Την Παρασκευή σχεδόν μέθυσα. Πρέπει να ήπια πάνω από πέντε, εγώ που μ' ένα ποτήρι ζαλίζομαι. Με πήραν τα χαράματα μιλώντας με άγνωστους. Τι και αν το επόμενο πρωί, είχα να ξυπνήσω στις επτά... Δεν με ένοιαζε, δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά του κρεβατιού. Χρειαζόμουν κάτι να γελάσω, κάτι να ξεχαστώ. Να μοιραστώ τη φωτιά. Επαιζα μουσική στο LBC, μιλούσα με τους χαμένους της νύχτας, γελούσαμε σαν μια συντροφιά. Και όλοι άγνωστοι. Εννοιωσα μια παράξενη ευτυχία. Οταν ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Κουμεντάκη...
"Τι είναι αυτό, που έβαλες και παίζει;", ρώτησε ο νεαρός άνδρας, που τον είχα φέρει ον κάμερα στο εμ ες εν. "Θυμησέ μου, τι είναι. Αχ, γιατί, μου το κάνεις αυτό;" Toν άκουγα πάνω από το μουσικό θέμα της Φλόγας. Σήκωσα τα μάτια από το άδειο μου ποτήρι, και τον κοίταξα, ευθεία μέσα στα δικά του. Τότε πρόσεξα το δάκρυ στο πρόσωπο. Του είπα σχεδόν ψυθιριστά... Ξαφνικά δυό ποτάμια ξεπήδησαν αγριεμένα, μέσα από τα δικά μου μάτια. Ασυγκράτητα ξεστράτισαν από τα πιο μακρυνά τους μονοπάτια. Το πρόσωπο μέσα στην οθόνη μου άρχιζε να φωνάζει το ονομά μου και μετά "Γιατί, γιατί;.." Αφεθήκαμε γυμνοί και διάφανοι εκεί μπροστά. Κλαίγαμε με αναφυλιτά στις πέντε τα χαράματα... "...γιατί η φλόγα πάντα σβήνει..."
"... γίνονται θαύματα"
Χρώμα δε βρίσκει να κυλά
του χρόνου η μολυβιά
που έγραψε να ζούμε χωριστά.
Δρόμο δε βρίσκει να περνά
της νύχτας η φωτιά
να κάψει όσα αφήσαμε μισά.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά εκεί στα σκοτεινά
ν' ακούσω το κλείδι σου να γυρνά.
Δένω στο χέρι μια κλωστή να ΄πιάσει η ευχή
και ό,τι μας χωρίζει να χαθεί.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Nύχτωσε. Ανοιξα χωρίς να ξέρω αν θα καταφέρω να γράψω κάτι. Τι ακριβώς να γράψω; Ακούω επαναληπτικά ένα ισπανικό τραγούδι - σάουντρακ μάλλον- από το "Λαϊτερ Ντέις". Με το "Γιου Τουμπ" πότε δεν ξέρεις αν όντως είναι από την ταινία ή όχι. Σκέφτομαι ότι ακόμα δεν έχω προλάβει να την δω. Που και που ρίχνω κλεφτές ματιές στο παράθυρο πίσω, καθώς τα γυμνά σώματα ρίχνονται με δύναμη στη μάχη των λευκών σεντονιών. Δυναμώνω την ένταση. Παίζει πάλι και πάλι...
Ξαφνικά θέλω να καπνίσω. Τα τελευταία βράδια πίνω κιόλας. Την Παρασκευή σχεδόν μέθυσα. Πρέπει να ήπια πάνω από πέντε, εγώ που μ' ένα ποτήρι ζαλίζομαι. Με πήραν τα χαράματα μιλώντας με άγνωστους. Τι και αν το επόμενο πρωί, είχα να ξυπνήσω στις επτά... Δεν με ένοιαζε, δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά του κρεβατιού. Χρειαζόμουν κάτι να γελάσω, κάτι να ξεχαστώ. Να μοιραστώ τη φωτιά. Επαιζα μουσική στο LBC, μιλούσα με τους χαμένους της νύχτας, γελούσαμε σαν μια συντροφιά. Και όλοι άγνωστοι. Εννοιωσα μια παράξενη ευτυχία. Οταν ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Κουμεντάκη...
"Τι είναι αυτό, που έβαλες και παίζει;", ρώτησε ο νεαρός άνδρας, που τον είχα φέρει ον κάμερα στο εμ ες εν. "Θυμησέ μου, τι είναι. Αχ, γιατί, μου το κάνεις αυτό;" Toν άκουγα πάνω από το μουσικό θέμα της Φλόγας. Σήκωσα τα μάτια από το άδειο μου ποτήρι, και τον κοίταξα, ευθεία μέσα στα δικά του. Τότε πρόσεξα το δάκρυ στο πρόσωπο. Του είπα σχεδόν ψυθιριστά... Ξαφνικά δυό ποτάμια ξεπήδησαν αγριεμένα, μέσα από τα δικά μου μάτια. Ασυγκράτητα ξεστράτισαν από τα πιο μακρυνά τους μονοπάτια. Το πρόσωπο μέσα στην οθόνη μου άρχιζε να φωνάζει το ονομά μου και μετά "Γιατί, γιατί;.." Αφεθήκαμε γυμνοί και διάφανοι εκεί μπροστά. Κλαίγαμε με αναφυλιτά στις πέντε τα χαράματα... "...γιατί η φλόγα πάντα σβήνει..."
"... γίνονται θαύματα"
Χρώμα δε βρίσκει να κυλά
του χρόνου η μολυβιά
που έγραψε να ζούμε χωριστά.
Δρόμο δε βρίσκει να περνά
της νύχτας η φωτιά
να κάψει όσα αφήσαμε μισά.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά εκεί στα σκοτεινά
ν' ακούσω το κλείδι σου να γυρνά.
Δένω στο χέρι μια κλωστή να ΄πιάσει η ευχή
και ό,τι μας χωρίζει να χαθεί.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
30 Ιουνίου 2007
Λειωμένο παγωτό
Caro diario
Βράδυ Σαββάτου. Ξανά μπροστά στο λευκό, οικείο παράθυρο της οθόνης. Σκοτάδι στο δωμάτιο. Η πόρτα κλειστή. Το ίδιο και η τηλεόραση. Μοναδικός ήχος κάτι παλιομοδίτικα τραγούδια που φτάνουν στα αφτιά μου, από τα ακουστικά του κινητού. Το ένα έχει σπάσει από καιρό και πριν μάτωσε το αριστερό μου αυτί. Που και που, ακούγονται και κάτι σκόρπιες χριστοπαναγίες που φτύνω κάθε φορά που κάνω λάθος στο χαρακτήρα του πληκτρολογίου. Από τα νεύρα μου χτυπώ μετά με δύναμη όλα τα πλήκτρα μαζεμένα. Αποφεύγω να ξεσπώ πια στο ποντίκι, γιατί αν το μυριστεί ο Αρης, δε θα μου αγοράσει καινούριο. Ετσι με απείλησε χθες που μου το έφερε ένα καινούριο, πριν με φιλήσει απαλά στα χείλια.
Βράδυ με νεύρα, υπερένταση και μια γαμημένη ζέστη ανάκατη με υγρασία κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Ο Αρης βαριότανε και δεν ήθελε με τίποτα να βγούμε έξω. Εφυγα σχεδόν αμέσως αφήνοντάς τον μόνο του, για να γύρισω εγώ σπίτι μου. Στο δρόμο - μέσα σε όλα - θυμήθηκα ότι ακυρώσαμε και τις διακοπές. Ο "μεγάλος"-όπως το φοβόμουνα- με χρειάζεται μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Μέχρι να φτάσω, ξέχασα ότι είχα στο αυτοκίνητο τρεις σακούλες με ανακυκλώσιμα "σκουπίδια". Επέστρεψαν και αυτά μαζί μου... Εκλεισα με δύναμη την πόρτα. Γθύθηκα και αφού έφτιαξα ένα μοχίτο, κουρεύοντας πριν μπω τον δυόσμο από τη γλάστρα στο μπαλκόνι, βάλθηκα να γράφω. Προς γνώση και... εκτόνωση.
Από το πρωί στους δρόμους ψάχνοντας για γαμήλιο δώρο του αδερφού μου και της ξυνής "νύφης" μου. "Που θα το πάρεις; Nα είναι από γνωστή εταιρεία..." Επρεπε να εκτελέσω την παραγγελιά. Για χάρη του αδερφού μου. Ηθελα να 'ξερα, πώς τους βάζουν στο βρακί τους οι γυναίκες; Πέφτουν με τα μούτρα στο 'Νι' (Νανάκο, μπορεί να μην λυποθυμώ, αλλά ναι, σιχαίνομαι) σαν τους γάτους του Γενάρη δεν βλέπουν τίποτα άλλο μετά. Στο τέλος τους "ευνουχίζουν" και μένουν οι ηλίθιες να αναρωτιούννται, που πήγαν όλοι οι άντρες σήμερα; Aντε γαμήσου μωρή σκρόφα, λέω εγώ.
Κατεβάζω μια μεγάλη γουλιά ποτού. Νοιώθω τον ιδρώτα μου ανάμεσα στη δική μου πλάτη και σε εκείνη της καρέκλας. Όπως και κάτω από τα χέρια μου καθώς έρχονται σε επαφή με τη βρώμικη επιφάνεια του γραφείου. Οταν τα σηκώνω, ακούγεται ένας ήχος σαν να ξεκολάς σελοτέϊπ. Τώρα πρόσεξα κάτι παλιούς κύκλους από ιδρωμένα ποτήρια ποτών, καθώς φεγγίζουν στο φως της οθόνης. Η μυρωδιά του δύοσμου μπερδεύεται με εκείνη από τα αποκαίδια του βουνού. Προσπαθώ μάταια να βρω κάποιον σταθμό που να παίζει κάτι που να ακούγεται. Πετώ το κινητό μακρυά, πάνω σε ένα σωρό από κλειδιά. Η κίνηση αυτή, ματώνει ξανά από το ακουστικό το αφτί μου. Στο ποτήρι η σόδα στέλνει και τις τελευταίες φυσαλίδες της στην επιφάνεια. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο φτάνει ως εδώ εκείνο το τραγουδάκι με το λειωμένο παγωτό... "Κι είμαι ακόμα εδώ..."
Βράδυ Σαββάτου. Ξανά μπροστά στο λευκό, οικείο παράθυρο της οθόνης. Σκοτάδι στο δωμάτιο. Η πόρτα κλειστή. Το ίδιο και η τηλεόραση. Μοναδικός ήχος κάτι παλιομοδίτικα τραγούδια που φτάνουν στα αφτιά μου, από τα ακουστικά του κινητού. Το ένα έχει σπάσει από καιρό και πριν μάτωσε το αριστερό μου αυτί. Που και που, ακούγονται και κάτι σκόρπιες χριστοπαναγίες που φτύνω κάθε φορά που κάνω λάθος στο χαρακτήρα του πληκτρολογίου. Από τα νεύρα μου χτυπώ μετά με δύναμη όλα τα πλήκτρα μαζεμένα. Αποφεύγω να ξεσπώ πια στο ποντίκι, γιατί αν το μυριστεί ο Αρης, δε θα μου αγοράσει καινούριο. Ετσι με απείλησε χθες που μου το έφερε ένα καινούριο, πριν με φιλήσει απαλά στα χείλια.
Βράδυ με νεύρα, υπερένταση και μια γαμημένη ζέστη ανάκατη με υγρασία κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Ο Αρης βαριότανε και δεν ήθελε με τίποτα να βγούμε έξω. Εφυγα σχεδόν αμέσως αφήνοντάς τον μόνο του, για να γύρισω εγώ σπίτι μου. Στο δρόμο - μέσα σε όλα - θυμήθηκα ότι ακυρώσαμε και τις διακοπές. Ο "μεγάλος"-όπως το φοβόμουνα- με χρειάζεται μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Μέχρι να φτάσω, ξέχασα ότι είχα στο αυτοκίνητο τρεις σακούλες με ανακυκλώσιμα "σκουπίδια". Επέστρεψαν και αυτά μαζί μου... Εκλεισα με δύναμη την πόρτα. Γθύθηκα και αφού έφτιαξα ένα μοχίτο, κουρεύοντας πριν μπω τον δυόσμο από τη γλάστρα στο μπαλκόνι, βάλθηκα να γράφω. Προς γνώση και... εκτόνωση.
Από το πρωί στους δρόμους ψάχνοντας για γαμήλιο δώρο του αδερφού μου και της ξυνής "νύφης" μου. "Που θα το πάρεις; Nα είναι από γνωστή εταιρεία..." Επρεπε να εκτελέσω την παραγγελιά. Για χάρη του αδερφού μου. Ηθελα να 'ξερα, πώς τους βάζουν στο βρακί τους οι γυναίκες; Πέφτουν με τα μούτρα στο 'Νι' (Νανάκο, μπορεί να μην λυποθυμώ, αλλά ναι, σιχαίνομαι) σαν τους γάτους του Γενάρη δεν βλέπουν τίποτα άλλο μετά. Στο τέλος τους "ευνουχίζουν" και μένουν οι ηλίθιες να αναρωτιούννται, που πήγαν όλοι οι άντρες σήμερα; Aντε γαμήσου μωρή σκρόφα, λέω εγώ.
Κατεβάζω μια μεγάλη γουλιά ποτού. Νοιώθω τον ιδρώτα μου ανάμεσα στη δική μου πλάτη και σε εκείνη της καρέκλας. Όπως και κάτω από τα χέρια μου καθώς έρχονται σε επαφή με τη βρώμικη επιφάνεια του γραφείου. Οταν τα σηκώνω, ακούγεται ένας ήχος σαν να ξεκολάς σελοτέϊπ. Τώρα πρόσεξα κάτι παλιούς κύκλους από ιδρωμένα ποτήρια ποτών, καθώς φεγγίζουν στο φως της οθόνης. Η μυρωδιά του δύοσμου μπερδεύεται με εκείνη από τα αποκαίδια του βουνού. Προσπαθώ μάταια να βρω κάποιον σταθμό που να παίζει κάτι που να ακούγεται. Πετώ το κινητό μακρυά, πάνω σε ένα σωρό από κλειδιά. Η κίνηση αυτή, ματώνει ξανά από το ακουστικό το αφτί μου. Στο ποτήρι η σόδα στέλνει και τις τελευταίες φυσαλίδες της στην επιφάνεια. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο φτάνει ως εδώ εκείνο το τραγουδάκι με το λειωμένο παγωτό... "Κι είμαι ακόμα εδώ..."
13 Δεκεμβρίου 2006
Μια νύχτα
Caro diario
Ανοιξα και απόψε μια σελίδα σου. Να αφεθώ στην ησυχία του λευκού σου. Να κρύψω τη μοναξιά της νύχτας ετούτης και την τρέλλα της μέρας, που κύλησε επώδυνα πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα μουτζουρώσω κάτι για να πληγιάσω τις σάρκες σου. Τ' αφτιά μου ενώνονται με τη μουσική από τη σελίδα του manifestogr μέσα από τα παλιά ακουστικά. Τώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα κλαμπ, κάπου στο κέντρο όπου μας είχαν καλέσει με τον Αρη . Με αφορμή την απεργία στο μετρό δεν πήγαμε.
Ο Αρης αποκοιμήθηκε ήδη στο κρεβάτι μου. Πήγα κοντά του. Ενοιωσα τη θέρμη του κορμιού του, τη στιγμή που τον ρώτησα αν θα κοιμηθεί εδώ. Σχεδόν άγγιξα με τα χείλη μου το αφτί του. Εκείνος κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. Το εξέλαβα ως κατάφαση. Τον ευχαρίστησα μ' ένα φιλί στο μέτωπο, σαν και αυτά που μου κόλαγε η μάνα στα μικράτα μου, σαν ήθελε να δει αν είχα πυρετό. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε πάλι και με πλάκωσε εκείνη η αγάπη και η φροντίδα, που θέλω να του δίνω. Υποθέτω ότι έτσι πρέπει να νιώθει ένας γονιός για το παιδί του. Ποτέ δεν θα μάθω αν είναι στ΄αλήθεια έτσι...
Τον σκέπασα, χαμήλωσα τα φώτα και σύρθηκα ξανά ως το λευκό σου, χτυπώντας σιγά σιγά τα πλήκτρα. Η γάτα, με έχει απαρνηθεί και αυτή, χαζολογώντας βαριεστημένα με τον Τζέρι, εκείνο το ανόητο πλαστικό ποντίκι, που της έχει φέρει ο Αρης. Ανοίγω το SJphone ψάχνοντας τον κατάλογο για τη μαγική λέξη: "Μπία". Πατώ το πράσινο κουμπί του. Αναμονή. Κι άλλη αναμονή. Επιτέλους η φωνή της, έστω και κάπως μακρυνή. «Ελα παιδί μου, που είστε; Σπίτι είστε, - απαντά μόνη της- πάντα γνωρίζει τις απαντήσεις, είδα πάλι κάτι παλαβά στην αναγνώριση κλήσης. Εσύ θα ήσουν, είπα. Ενιγουέϊ. Εγώ πηγαίνω με μια φίλη - τη Ματίλντα, στην έχω γνωρίσει; - Παύση - Οχι ε; Δεν έχει τύχει, αλλά θα κανονίσω να βγούμε. Πηγαίνουμε, σε μια μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση, μιας πειραματικής σκηνής. Ηθελες κάτι;» «Ναι. Να σκάσεις για λίγο, μπορείς;», έκανα και εκείνη γέλασε. «Οχι, Μπία μου, δεν ήθελα κάτι, συγκεκριμένο.» «Εντάξει, κατάλαβα θα σε πάρω αύριο. Κλείνω γιατί φτάσαμε. Φιλιά» Η γραμμή έκλεισε. Κανένας ήχος στο δωμάτιο. Ισως πάλι και ν' ακούω κάτι...
Σηκώνομαι με κόπο για να σταθώ μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω από το τζάμι. Αθλια φωτάκια, κρέμονται από παντού για να πληγώνουν τις νύχτες μας. Χριστούγεννα, μια περίοδος που δεν θέλω να τη ζω. Που παρακαλώ να μην έρθει και όταν έρχεται σφίγγω τα μάτια για να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Που δεν αντέχω τόση επίπλαστη ευτυχία. Tόση καταπίεση να μας φραγγελώνει με χιλιάδες αιχμηρά "πρέπει". Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να κάνεις δώρα, πρέπει να δεχθείς δώρα, πρέπει να πας διακοπές, πρέπει να γοητεύσεις συγγενείς, φίλους, γνωστούς, πρέπει να πιεις, να φας, να ξενυχτήσεις, να γαμίσεις ή να γαμηθείς.
Κάτι με σπρώχνει να βάλω να πιώ. Η γάτα με παίρνει στο κατόπι. Φέρνω ένα ποτήρι με λίγα παγάκια. Ρίχνω κάτι μέσα, από ένα σκονισμένο μπουκάλι. Τα παγάκια ραγίζουν με μιας. Γίνονται διάφανα, χτυπιούνται στο γυαλί. Μετά ησυχάζουν πάλι. Βουτάω τα χείλη μου, ενώ προσπαθώ να ακούσω την ανάσα του Αρη. Ευτυχία...
Ανοιξα και απόψε μια σελίδα σου. Να αφεθώ στην ησυχία του λευκού σου. Να κρύψω τη μοναξιά της νύχτας ετούτης και την τρέλλα της μέρας, που κύλησε επώδυνα πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα μουτζουρώσω κάτι για να πληγιάσω τις σάρκες σου. Τ' αφτιά μου ενώνονται με τη μουσική από τη σελίδα του manifestogr μέσα από τα παλιά ακουστικά. Τώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα κλαμπ, κάπου στο κέντρο όπου μας είχαν καλέσει με τον Αρη . Με αφορμή την απεργία στο μετρό δεν πήγαμε.
Ο Αρης αποκοιμήθηκε ήδη στο κρεβάτι μου. Πήγα κοντά του. Ενοιωσα τη θέρμη του κορμιού του, τη στιγμή που τον ρώτησα αν θα κοιμηθεί εδώ. Σχεδόν άγγιξα με τα χείλη μου το αφτί του. Εκείνος κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. Το εξέλαβα ως κατάφαση. Τον ευχαρίστησα μ' ένα φιλί στο μέτωπο, σαν και αυτά που μου κόλαγε η μάνα στα μικράτα μου, σαν ήθελε να δει αν είχα πυρετό. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε πάλι και με πλάκωσε εκείνη η αγάπη και η φροντίδα, που θέλω να του δίνω. Υποθέτω ότι έτσι πρέπει να νιώθει ένας γονιός για το παιδί του. Ποτέ δεν θα μάθω αν είναι στ΄αλήθεια έτσι...
Τον σκέπασα, χαμήλωσα τα φώτα και σύρθηκα ξανά ως το λευκό σου, χτυπώντας σιγά σιγά τα πλήκτρα. Η γάτα, με έχει απαρνηθεί και αυτή, χαζολογώντας βαριεστημένα με τον Τζέρι, εκείνο το ανόητο πλαστικό ποντίκι, που της έχει φέρει ο Αρης. Ανοίγω το SJphone ψάχνοντας τον κατάλογο για τη μαγική λέξη: "Μπία". Πατώ το πράσινο κουμπί του. Αναμονή. Κι άλλη αναμονή. Επιτέλους η φωνή της, έστω και κάπως μακρυνή. «Ελα παιδί μου, που είστε; Σπίτι είστε, - απαντά μόνη της- πάντα γνωρίζει τις απαντήσεις, είδα πάλι κάτι παλαβά στην αναγνώριση κλήσης. Εσύ θα ήσουν, είπα. Ενιγουέϊ. Εγώ πηγαίνω με μια φίλη - τη Ματίλντα, στην έχω γνωρίσει; - Παύση - Οχι ε; Δεν έχει τύχει, αλλά θα κανονίσω να βγούμε. Πηγαίνουμε, σε μια μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση, μιας πειραματικής σκηνής. Ηθελες κάτι;» «Ναι. Να σκάσεις για λίγο, μπορείς;», έκανα και εκείνη γέλασε. «Οχι, Μπία μου, δεν ήθελα κάτι, συγκεκριμένο.» «Εντάξει, κατάλαβα θα σε πάρω αύριο. Κλείνω γιατί φτάσαμε. Φιλιά» Η γραμμή έκλεισε. Κανένας ήχος στο δωμάτιο. Ισως πάλι και ν' ακούω κάτι...
Σηκώνομαι με κόπο για να σταθώ μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω από το τζάμι. Αθλια φωτάκια, κρέμονται από παντού για να πληγώνουν τις νύχτες μας. Χριστούγεννα, μια περίοδος που δεν θέλω να τη ζω. Που παρακαλώ να μην έρθει και όταν έρχεται σφίγγω τα μάτια για να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Που δεν αντέχω τόση επίπλαστη ευτυχία. Tόση καταπίεση να μας φραγγελώνει με χιλιάδες αιχμηρά "πρέπει". Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να κάνεις δώρα, πρέπει να δεχθείς δώρα, πρέπει να πας διακοπές, πρέπει να γοητεύσεις συγγενείς, φίλους, γνωστούς, πρέπει να πιεις, να φας, να ξενυχτήσεις, να γαμίσεις ή να γαμηθείς.
Κάτι με σπρώχνει να βάλω να πιώ. Η γάτα με παίρνει στο κατόπι. Φέρνω ένα ποτήρι με λίγα παγάκια. Ρίχνω κάτι μέσα, από ένα σκονισμένο μπουκάλι. Τα παγάκια ραγίζουν με μιας. Γίνονται διάφανα, χτυπιούνται στο γυαλί. Μετά ησυχάζουν πάλι. Βουτάω τα χείλη μου, ενώ προσπαθώ να ακούσω την ανάσα του Αρη. Ευτυχία...
10 Οκτωβρίου 2006
Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ
Caro diario
Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.
Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...
Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...
Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.
Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...
Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.
Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.
Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...
- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...
Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.
Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...
Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...
Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.
Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...
Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.
Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.
Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...
- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...
24 Μαΐου 2006
Οι ρίγες στο ταβάνι
Caro Diario
Κοιμόμουν γυμνός στο κρεβάτι μας, που όμως δεν βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα , αλλά σε ένα σκοτεινό διάδρομο στη δουλειά. Πόδια ανοικτά, χέρια σε διάσταση. Παρότι παραδωμένος στο θεό του ύπνου, έβλεπα συναδέλφους να περνούν μπροστά από τ' απλωμένα πόδια μου. Για μια στιγμή ντράπηκα για τη γύμνια μου. Το πρόσωπο μου χωμένο μέσα στα μαξιλάρια. Μουσκεμένος σε έναν πυχτό ιδρώτα που λίμναζε ολόγυρα.
Δίπλα μου κοιμόταν μια άγνωστη γυναίκα. Την κοίταζα. Δυο μαύρα μάτια διαπέρασαν το σώμα μου. Με κοιτούσαν χωρίς να με βλέπουν. Την πρόσεξα καλύτερα. Μαλλιά μαύρα, μακρυά ως τα γόνατα. Ενα δέρμα λευκό σαν ξωτικού που μύριζε καρύδα ή έτσι μου φάνηκε. Χείλια λεπτά. Δύο ροζ, κυρτές γραμμές, που αγγάλιαζαν η μια την άλλη. Πρόσεξα τα μάτια της. Μαύρα και μεγάλα, σαν των καρτούν. Ξαφνικά άπλωσε το χέρι της να με αγγίξει. Αποτραβήκτηκα πίσω, ενώ το λευκό χέρι πλησίαζε απειλητικά. "Ελα" είπε, χωρίς να σαλέψουν οι ροζ γραμμές των χειλιών της. Υπάκουσα. Κρατώντας την αναπνοή μου, περίμενα το άγγιγμά της. Στην αρχή ήταν μια λάμψη. Τα δάκτυλά της πάνω στο στήθος μου. Και τότε, με μια απότομη κίνηση χώθηκαν στις σάρκες μου. Φωτιά ξεπήδουσε από μέσα μου. Φώναζα αλλά δεν έβγαινε καμιά φωνή. Εψαχνα τον Αρη αλλά δεν ήταν εκεί. Λύγισα και έπεσα προς τα πίσω. Ξέπνοος και νεκρός.
Ανοιξα τα μάτια για να δω την κόλαση. Αντί γι' αυτή είδα τις ρίγες από το απογευματινό φως να χαρακώνουν το ταβάνι. Ανασηκώθηκα στους αγκώνες. Το βλέμμα μου έγειρε πρώτα στον τοίχο με το γυμνό σκίτσο πάνω από το κρεβάτι. Χαμήλωσε περισσότερο. Είδα τον Αρη να κοιμάται. Μια ανάσα-λίβας βγήκε από μέσα μου. Αφέθηκα και έπεσα πίσω για να κοιτάζω ξανά τις ρίγες στο ταβάνι. Ο ιδρώτας, που μπορεί να ήταν και δάκρυ κύλησε μέσα στα μάτια μου. Γύρισα στο πλάι ν' αγγαλιάσω τα πόδια του Αρη. Τα τράβηξα στο στήθος μου και ένοιωσα τη ζέστη τους πάνω από την καρδιά μου. Αποκοιμήθηκα με τα μάτια ανοικτά.
Κοιμόμουν γυμνός στο κρεβάτι μας, που όμως δεν βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα , αλλά σε ένα σκοτεινό διάδρομο στη δουλειά. Πόδια ανοικτά, χέρια σε διάσταση. Παρότι παραδωμένος στο θεό του ύπνου, έβλεπα συναδέλφους να περνούν μπροστά από τ' απλωμένα πόδια μου. Για μια στιγμή ντράπηκα για τη γύμνια μου. Το πρόσωπο μου χωμένο μέσα στα μαξιλάρια. Μουσκεμένος σε έναν πυχτό ιδρώτα που λίμναζε ολόγυρα.
Δίπλα μου κοιμόταν μια άγνωστη γυναίκα. Την κοίταζα. Δυο μαύρα μάτια διαπέρασαν το σώμα μου. Με κοιτούσαν χωρίς να με βλέπουν. Την πρόσεξα καλύτερα. Μαλλιά μαύρα, μακρυά ως τα γόνατα. Ενα δέρμα λευκό σαν ξωτικού που μύριζε καρύδα ή έτσι μου φάνηκε. Χείλια λεπτά. Δύο ροζ, κυρτές γραμμές, που αγγάλιαζαν η μια την άλλη. Πρόσεξα τα μάτια της. Μαύρα και μεγάλα, σαν των καρτούν. Ξαφνικά άπλωσε το χέρι της να με αγγίξει. Αποτραβήκτηκα πίσω, ενώ το λευκό χέρι πλησίαζε απειλητικά. "Ελα" είπε, χωρίς να σαλέψουν οι ροζ γραμμές των χειλιών της. Υπάκουσα. Κρατώντας την αναπνοή μου, περίμενα το άγγιγμά της. Στην αρχή ήταν μια λάμψη. Τα δάκτυλά της πάνω στο στήθος μου. Και τότε, με μια απότομη κίνηση χώθηκαν στις σάρκες μου. Φωτιά ξεπήδουσε από μέσα μου. Φώναζα αλλά δεν έβγαινε καμιά φωνή. Εψαχνα τον Αρη αλλά δεν ήταν εκεί. Λύγισα και έπεσα προς τα πίσω. Ξέπνοος και νεκρός.
Ανοιξα τα μάτια για να δω την κόλαση. Αντί γι' αυτή είδα τις ρίγες από το απογευματινό φως να χαρακώνουν το ταβάνι. Ανασηκώθηκα στους αγκώνες. Το βλέμμα μου έγειρε πρώτα στον τοίχο με το γυμνό σκίτσο πάνω από το κρεβάτι. Χαμήλωσε περισσότερο. Είδα τον Αρη να κοιμάται. Μια ανάσα-λίβας βγήκε από μέσα μου. Αφέθηκα και έπεσα πίσω για να κοιτάζω ξανά τις ρίγες στο ταβάνι. Ο ιδρώτας, που μπορεί να ήταν και δάκρυ κύλησε μέσα στα μάτια μου. Γύρισα στο πλάι ν' αγγαλιάσω τα πόδια του Αρη. Τα τράβηξα στο στήθος μου και ένοιωσα τη ζέστη τους πάνω από την καρδιά μου. Αποκοιμήθηκα με τα μάτια ανοικτά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Ε Τ Ι Κ Ε Τ Ε Σ
- Από παλιά υλικά
- Εργασία
- Ερωτας
- Τα εν οίκω
- Ταξίδια