Caro diario
Η καφετιέρα έκανε σαν βαρύ σοβιετικό τρένο που φτάνει αγκομαχώντας σε άγνωστο σταθμό. Αλλά για κάποιο λόγο, αντί για κάρβουνο μύρισε καφεΐνη και μαύρη σοκολάτα. Γεμίζω το φλιτζάνι και βλέπω την αντανάκλαση από ένα σύννεφο να κολυμπάει μέσα του. Σκέφτομαι ότι εκείνο αποφάσισε να πνιγεί, παρά να πέσει στις γραμμές του τρένου. Το πίνω, το φέρνω μέσα μου και το κάνω δικό μου. Τώρα πια, θα υγραίνει στους εσωτερικούς χειμώνες μου.
Αν και Παρασκευή, όταν τα εργασιακά ήθη χαλαρώνουν, στο γραφείο επικρατεί μια παράξενη ηρεμία. Κάτι η απεργία των μέσων μεταφοράς, που απέτρεψε κάποιες από τα αντίπερα να φθάσουν ως εδώ, λίγο η σβηστή τηλεόραση και έτσι η κατάσταση έγινε υποφερτή. Δεν λείπουν βέβαια οι συζητήσεις τους, όπως αυτή για τα κατοικίδια τους. Κάποια που θα πάει το σκύλο της για κούρεμα και πεντικιούρ, μια άλλη συμπληρώνει ότι το δικό της σκυλί έχει σοβαρό πρόβλημα με το "πιστολάκι". Η τρίτη ότι της κατούρησε στη γλάστρα. Πάει και ο βασιλικός.
Κοιτάζω τη ζωή έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να κλείσω έξω από τα αφτιά μου τα γαβγίσματα. Το αποκαλόκαιρο παραμένει στην αίθουσα αναχωρήσεων, έτοιμο να μας αφήσει πίσω. Μονάχους και φοβισμένους. Κοιταζόμαστε σαν να είναι η τελευταία φορά. Δύσκολοι οι αποχωρισμοί σε μια πόλη που δεν είναι πια ικανή να μας κρατήσει μέσα της. Και η σκοτεινή απειλή του χειμώνα πλησιάζει. Τελικά θα είσαι μόνος στο νέο, λαμπερό παγκάκι του δημάρχου Καμίνη. Μόνος με τα σκουπίδια σου.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
14 Οκτωβρίου 2011
29 Οκτωβρίου 2010
Ολα τα πήρε το καλοκαίρι
Caro diario
Εδώ και ώρα μουτζουρώνω βαριεστημένα με το στυλό ένα φύλλο φτηνής χαρτοπετσέτας. Κάθε τόσο κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αφήνω κάτι δικό μου πάνω στα γκρίζα σύννεφα του ενσκύψαντος χειμώνα. Ετσι ταξιδεύω, αφού δεν έχω άλλο τρόπο. Μετά ρίχνω πάλι το βλέμμα κάτω και συνεχίζω με τις ατίθασες γραμμές, κόκκινες σαν από αίμα, πάνω στο άσπρο δέρμα του χαρτιού.
Το πρωί το θερμόμετρο στο αυτοκίνητο έδειχνε 9 βαθμούς και εγώ φορούσα από μέσα ακόμα κοντομάνικο. Εβρεχε κι όλας. Μια βροχή ψιλή, σαν φιδές για αρρώστους. Και νύχτα. Πηκτή και υγρή. Δυσκολευόμουν να ανασάνω. Νόμιζα θα γεμίσουν τα πλεμόνια μου νερό και θα πνιγώ στη σούπα του φιδέ. Δεν έλεγε να χαράξει, λες και είχε ξημερώσει Γενάρης. Κοίταξα την ώρα. Τελευταίο απομεινάρι του καλοκαιριού είναι η ώρα που αλλάζει σε λίγο και αυτή. Ολα τα πήρε το καλοκαίρι. Από Δευτέρα θα έρχομαι με τον ήλιο κει πάνω. Ωστόσο χωρίς Μηνά, χωρίς ταξίδια. Χωρίς τίποτα.
Τούτο το γκρίζο του Οκτώβρη πέφτει βαρύ και ύπουλο πάνω από την πόλη. Την κρατάει δέσμια, την τυραννάει, την σκοτώνει. Ψάχνω μια χαραμάδα διαφυγής προς το "Εκεί". Δεν βλέπω τίποτα. Τί υπάρχει; Και η άνοιξη αργεί... Κοιτάζω ξανά το μουτζουρωμένο χαρτί. Tην έως τώρα παρηγόρια μου. Μου μοιάζει σαν οι γραμμές πάνω του να 'γιναν πια μια κόκκινη πληγή. Τα χέρια μου γέμισαν αίματα. Πετάω το κόκκινο στυλό. Ανοίγω το παράθυρο και κρατάω το χαρτί στον αέρα, τέσσερις ορόφους πάνω. Του βάζω φωτιά και το καίω.
Εδώ και ώρα μουτζουρώνω βαριεστημένα με το στυλό ένα φύλλο φτηνής χαρτοπετσέτας. Κάθε τόσο κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αφήνω κάτι δικό μου πάνω στα γκρίζα σύννεφα του ενσκύψαντος χειμώνα. Ετσι ταξιδεύω, αφού δεν έχω άλλο τρόπο. Μετά ρίχνω πάλι το βλέμμα κάτω και συνεχίζω με τις ατίθασες γραμμές, κόκκινες σαν από αίμα, πάνω στο άσπρο δέρμα του χαρτιού.
Το πρωί το θερμόμετρο στο αυτοκίνητο έδειχνε 9 βαθμούς και εγώ φορούσα από μέσα ακόμα κοντομάνικο. Εβρεχε κι όλας. Μια βροχή ψιλή, σαν φιδές για αρρώστους. Και νύχτα. Πηκτή και υγρή. Δυσκολευόμουν να ανασάνω. Νόμιζα θα γεμίσουν τα πλεμόνια μου νερό και θα πνιγώ στη σούπα του φιδέ. Δεν έλεγε να χαράξει, λες και είχε ξημερώσει Γενάρης. Κοίταξα την ώρα. Τελευταίο απομεινάρι του καλοκαιριού είναι η ώρα που αλλάζει σε λίγο και αυτή. Ολα τα πήρε το καλοκαίρι. Από Δευτέρα θα έρχομαι με τον ήλιο κει πάνω. Ωστόσο χωρίς Μηνά, χωρίς ταξίδια. Χωρίς τίποτα.
Τούτο το γκρίζο του Οκτώβρη πέφτει βαρύ και ύπουλο πάνω από την πόλη. Την κρατάει δέσμια, την τυραννάει, την σκοτώνει. Ψάχνω μια χαραμάδα διαφυγής προς το "Εκεί". Δεν βλέπω τίποτα. Τί υπάρχει; Και η άνοιξη αργεί... Κοιτάζω ξανά το μουτζουρωμένο χαρτί. Tην έως τώρα παρηγόρια μου. Μου μοιάζει σαν οι γραμμές πάνω του να 'γιναν πια μια κόκκινη πληγή. Τα χέρια μου γέμισαν αίματα. Πετάω το κόκκινο στυλό. Ανοίγω το παράθυρο και κρατάω το χαρτί στον αέρα, τέσσερις ορόφους πάνω. Του βάζω φωτιά και το καίω.
12 Ιουλίου 2010
Στο μακρυνό "Κάπου"
Caro diario
Ο ήλιος έχει γυρίσει πια, στην δυτική μεριά του κτιρίου. Τραβάω το λεπτό σχοινί και σηκώνω τις περσίδες έως πάνω, ψηλά εκεί στο παράθυρο. Ενα γκρίζο φως πέφτει πάνω μου με ορμή καταράκτη σπάζοντας τη σιωπή. Είναι μια ήσυχη μέρα στο γραφείο, αφού οι πρώτοι αδειούχοι θα έχουν φτάσει πια στους παραθαλάσσιους προορισμούς τους. Από την άλλη η δική μου δουλειά συσωρεύεται επικίνδυνα . Μια τσίχλα που τις προσδίδω ηρεμιστικές ιδιότητες κολλάει άγευστη πια, ανάμεσα στα δόντια μου. Προς το παρόν κοιτάζω έξω τις κορυφές των δέντρων καθώς λυκνίζονται στον αέρα. Εχω ήδη φύγει...
Σε λίγες εβδομάδες θα είμαι ένας από τους επονομαζόμενους "αδειούχους του Αυγούστου". Με τον ταξιδιωτικό σάκο γεμάτο πράγματα - αχρείαστα τα περισσότερα- και το μυαλό καρφωμένο σε έναν άγνωστο - προς το παρόν προορισμό- θα οδηγώ για κάπου έχοντας τον Αρη δίπλα μου. Δεν έχει σημασία το που. Απλά να φτάσω -κάπου- μακρυά. Και εκεί, στο μακρυνό κάπου, θα ξυπνάω όταν έχω χορτάσει τον ύπνο, θα τρώω αργά και όταν πεινάω, θα κολυμπώ γυμνός όταν ζεσταίνομαι, θα κοιμάμαι ευτυχισμένος όταν νυστάζω.
Το τηλέφωνο χτυπάει. Από την άλλη άκρη μια φωνή με πληροφορεί ότι η προγραμματισμένη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί σε λίγα λεπτά στο παρακεί γραφείο. Αργότερα θα οδηγώ για το σπίτι, εκνευρισμένος μέσα στην κίνηση των δρόμων. Οχι, δεν θα πάω στη θάλασσα, γιατί είναι μακρυά. Στο σπίτι θα με περιμένει ο γάτος πεινασμένος. Θα φάμε κάτι στα όρθια και μετά θα δουλέψω για λίγο ακόμα. Στο τέλος θα πρέπει να πάω να κοιμηθώ νωρίς, παρόλο που δεν θα νυστάζω, γιατί αύριο δεν θα ξυπνάω.
Το τηλέφωνο χτυπάει. Από την άλλη άκρη μια φωνή με πληροφορεί ότι η προγραμματισμένη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί σε λίγα λεπτά στο παρακεί γραφείο. Αργότερα θα οδηγώ για το σπίτι, εκνευρισμένος μέσα στην κίνηση των δρόμων. Οχι, δεν θα πάω στη θάλασσα, γιατί είναι μακρυά. Στο σπίτι θα με περιμένει ο γάτος πεινασμένος. Θα φάμε κάτι στα όρθια και μετά θα δουλέψω για λίγο ακόμα. Στο τέλος θα πρέπει να πάω να κοιμηθώ νωρίς, παρόλο που δεν θα νυστάζω, γιατί αύριο δεν θα ξυπνάω.
Θέλω να βρεθώ στο μακρυνό "Κάπου", παρόλο που δεν είναι Αύγουστος.
12 Μαΐου 2010
Το τριανταφυλλένιο αίμα
Caro diario
Το γάλα χύνεται και απλώνει το άσπρο του στεφάνι πάνω από τον παγωμένο καφέ. Το ποτήρι μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε έργο τέχνης. Δεν ήθελα καφέ. Ηθελα απλά να πάω κάπου. Κατέβηκα στο κυλικείο, ζήτησα καφέ και βγήκα έξω στο γκαζόν με το πλαστικό ποτήρι να μου παγώνει την παλάμη. Στάθηκα μονάχος και αναποφάσιστος, εκεί που προαυλίζονται οι καπνιστές-συνάδελφοι. Κάθισα κάτω από τον ίσκιο ενός καλοκαιρινού πλάτανου και κοιτούσα το πράσινο γύρω μου, που με κρατούσε αιχμάλωτο μέσα του. Λένε ότι το πράσινο είναι το χρώμα της ελπίδας. Μπορεί και να έχουν δίκιο, αλλά εμένα μου 'πεσε βαρύ. Σκούρο, σχεδόν μαύρο. Απέναντί μου ήρθε μια χοντρή "νεαρά", που μου έμοιασε σαν φιγούρα που ξεπήδησε από πίνακα του Φερνάντο Μποτέρο. Κάθησε αντίκρυ στο λερωμένο παγκάκι. Με κοίταξε με ανακριτικό ύφος. Μάλλον επειδή δεν με είχε ξαναδεί εκεί. Αναψε αργά τσιγάρο. Μου 'ρθε λαχτάρα για λίγη νικοτίνη. Σκέφτηκα να της ζητήσω ένα τσιγάρο. Αλλά φοβήθηκα... Πάντα είναι καλύτερα να φεύγεις, πριν σε αφήσουν. Εφυγα πρώτος...
Επέστρεψα στη θέση μου, στην γωνιά μου... Τακτοποίησα τον καφέ στην άκρη του γραφείου. Πάτησα το έντερ να ανοίξει η οθόνη. Κανείς στο εμεσέν. Ισως έτσι να είναι από εδώ και πέρα. Η ώρα δεν περνάει. Πόσο θα ήθελα να μιλούσα με έναν άνθρωπο τώρα. Βάζω να ακούσω μουσική με τα ακουστικά, για να σπάσω την απουσία. Δυναμώνω την ένταση σε επικίνδυνο σημείο για να σκεπάσω την χάβρα του γραφείου. Στις ειδήσεις - διαβάζω βιαστικά το κρόουλ- ο Νικ Γκλεγκ, έγινε Πάγκαλος της Μ. Βρετανίας. Την επόμενη στιγμή ο Ζαπατέρο έχει πάρει τη θέση του Παπανδρέου, απέναντι από τον Ομπάμα. Μου 'ρχεται να ουρλιάξω.
Ρίχνω το βλέμμα πέρα από τις γαλάζιες περσίδες. Πάλιωσαν και αυτές· ξεθώρισαν όπως όλα γύρω μου. Ερχεται μια μέρα και αναρωτιέσαι πως γίνεται να ξυπνήσεις αλλαγμένος. Να μιλάς και να μην σε αναγνωρίζουν. Να σε περνάνε για άλλον. Να ψάχνεις να βρεις ποιος από τους δύο είσαι τελικά. Αυτός που βλέπεις εσύ ότι είσαι ή αυτός που βλέπουν οι άλλοι. Αναρωτιέσαι πως γινόταν να πιστεύεις τόσο καιρό μόνο με την καρδιά. Να πέφτουν οι άγγελοι από ψηλά και να γίνοναι μικρά καρφιά που πέφτουν στα μάτια σου. Αυτά που μέχρι χθες εσύ τα περνούσες για τριαντάφυλλα. Πώς στα κομμάτια γίνεται να τα δεις ξανά ως τέτοια; Eσβησε το μέσα μου, όπως το γκρίζο εμεσέν. Πατώ σε μια λάσπη από αίμα τριανταφυλλένιο. Ενας μπλαβί βάλτος ανοίγεται μπρος μου. Λυγίζω, αλλά να πάρει, πρέπει να τον περάσω. Απέναντι είναι το πράσινο...

23 Απριλίου 2010
Καστερόριζο ντριμ...
Caro diario
Παρασκευής απομεσήμερο. Εξω από το παράθυρο ένα μπαλόνι με σχήμα δελφινιού κολυμπάει στα γαλάζια σύννεφα. Στην τηλεόραση ο Γιώργος-Λεφτά υπάρχουν, με φόντο τουριστικής καρτ ποστάλ, απαγγέλει κάτι - το αναμενόμενο υποθέτω - ενώ στα αυτιά μου, η Μπέμπε τραγουδά "Μάλο"(...) Καστελόριζο ντριμ...
Εχω διάθεση ταξιδιάρικη, με ένα τατς ονειροπόλησης. Μήπως φταίνε οι (επικοινωνιακές) εικόνες του Αιγαίου που προηγήθηκαν; Μήπως επειδή θα πάμε για Σαββατοκύριακο στο Ναύπλιο; Θέλω να σκέφτομαι ότι αύριο θα κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο στη θάλασσα. Μετά θα βολτάρουμε στην Αρβανιτιά και ίσως πάλι ανέβουμε έως την Ακροναυπλία. Θα πάρουμε στο χέρι τζελάτο στου "Ιταλού" και θα μείνουμε για καφέ στο "Αλλοτινό". Η... πτώχευση θέλει καλοπέραση. Για δυο μέρες δεν θα ακούω για σπρεντ, σιντι-σάμθινγκ, απολύσεις, κρίσεις και δουνουτού. 'Η τουλάχιστο θα προσπαθήσω να δραπετεύσω από ετούτον τον παρανοϊκό εφιάλτη διαρκείας και τους τηλεοπτικούς ανα-παραγωγούς του.
Το μπαλόνι συνεχίζει το ταξίδι του κάτω από άλλους ουρανούς. Τώρα θα το βλέπουν άλλα μάτια. Διαφορετικές σκέψεις θα γεννηθούν από αυτό το πέταγμα. Πάλι, μπορεί και όχι... Οπως και αν έχει, "καλό σου ταξίδι"...
Παρασκευής απομεσήμερο. Εξω από το παράθυρο ένα μπαλόνι με σχήμα δελφινιού κολυμπάει στα γαλάζια σύννεφα. Στην τηλεόραση ο Γιώργος-Λεφτά υπάρχουν, με φόντο τουριστικής καρτ ποστάλ, απαγγέλει κάτι - το αναμενόμενο υποθέτω - ενώ στα αυτιά μου, η Μπέμπε τραγουδά "Μάλο"(...) Καστελόριζο ντριμ...
Εχω διάθεση ταξιδιάρικη, με ένα τατς ονειροπόλησης. Μήπως φταίνε οι (επικοινωνιακές) εικόνες του Αιγαίου που προηγήθηκαν; Μήπως επειδή θα πάμε για Σαββατοκύριακο στο Ναύπλιο; Θέλω να σκέφτομαι ότι αύριο θα κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο στη θάλασσα. Μετά θα βολτάρουμε στην Αρβανιτιά και ίσως πάλι ανέβουμε έως την Ακροναυπλία. Θα πάρουμε στο χέρι τζελάτο στου "Ιταλού" και θα μείνουμε για καφέ στο "Αλλοτινό". Η... πτώχευση θέλει καλοπέραση. Για δυο μέρες δεν θα ακούω για σπρεντ, σιντι-σάμθινγκ, απολύσεις, κρίσεις και δουνουτού. 'Η τουλάχιστο θα προσπαθήσω να δραπετεύσω από ετούτον τον παρανοϊκό εφιάλτη διαρκείας και τους τηλεοπτικούς ανα-παραγωγούς του.
Το μπαλόνι συνεχίζει το ταξίδι του κάτω από άλλους ουρανούς. Τώρα θα το βλέπουν άλλα μάτια. Διαφορετικές σκέψεις θα γεννηθούν από αυτό το πέταγμα. Πάλι, μπορεί και όχι... Οπως και αν έχει, "καλό σου ταξίδι"...
5 Μαρτίου 2010
Ονειροτάξιδα
Caro diario
Κοιτάζω το σύννεφο που αναπάντεχα λοξοδρόμησε και αυτό μπροστά από το παράθυρο μου. Προσπερνά βιαστικό και με αφήνει πίσω στο φως , να σπαταλώ τη μέρα μου με καφέδες και βορειοελλαδίτικα ονειροτάξιδα. Από κάπου ακούγεται κάτι σαν μουσική, ενώ περιμένω καρτερικά να περάσει η ώρα, να φύγω και εγώ από το γραφείο. Οι ελάχιστοι που μπόρεσαν να έρθουν σήμερα, σκόρπισαν αλλαφιασμένοι για να βρουν μια θέση στα καφέ της πόλης, ένεκα της απεργίας-στάσης εργασίας ή ότι άλλο γραφικό γίνεται τούτες τις μέρες. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα σχηματίζουν ουρές και έτσι όπως τα κοιτώ από ψηλά, μου μοιάζουν με τις σειρές από κάμπιες, που σέρνονται αργά στο προαύλιο του κτιρίου, τούτο τον καιρό . Στάμπες πάνω στην πίσσα, λιωμένες πράσινες γραμμές. Μη αναγνωρίσιμες...
Μια ώρα απέμεινε. Σκέφτομαι φεύγοντας, να κάνω μια στάση στο γυμναστήριο. Ξεκίνησα πάλι, να έχω να παλεύω με τα σημάδια του χρόνου. Να έχω κάπου να πάω, στις άσκοπες ώρες μετά τη δουλειά. Να περιμένω στα ρουθούνια μου την δύναμη του ποταμού "ιδρώτα". Κάθε μέρα, όσο μπαίνει η άνοιξη, έρχονται όλο και πιο πολλοί να γυμναστούν. Κορμιά άγουρα και κορμιά γερασμένα. Κορμιά αγύμναστα και άλλα καλοφτιαχμένα. Ολες οι φυλές ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους, τσαλαβουτούν στα μπάνια και στη σάουνα, μπαινοβγαίνουν στις αίθουσες με την πετσέτα στους ώμους και τη ματιά έτοιμη να αναμετρηθεί με την απέναντι ματιά, που ορμά πεινασμένη.
Ο ήλιος τραβήχτηκε, πήρε το δρόμο του. Σηκώνω τις γαλαζωπές περσίδες ως πάνω. Φάνηκαν οι κορυφές των δέντρων και στο βάθος το δάσος από τις γκρίζες κεραίες των πολυκατοικιών. Ανοίγω και μια ιδέα το παράθυρο. Ο αέρας με βρίσκει με δύναμη στην πλάτη. Μια υποψία ιδρώτα κυλά ύπουλα στα πλευρά μου. Ετσι, σκέφτομαι θάλασσες και αμμουδιές. Ν' άφηνα εκεί, δουλειές και αναδουλειές, κοινοτικούς και κυβερνητικούς, σπρεντ και Ρεν, περικοπές και αγορές...
Φεύγω για μια θάλασσα!
Κοιτάζω το σύννεφο που αναπάντεχα λοξοδρόμησε και αυτό μπροστά από το παράθυρο μου. Προσπερνά βιαστικό και με αφήνει πίσω στο φως , να σπαταλώ τη μέρα μου με καφέδες και βορειοελλαδίτικα ονειροτάξιδα. Από κάπου ακούγεται κάτι σαν μουσική, ενώ περιμένω καρτερικά να περάσει η ώρα, να φύγω και εγώ από το γραφείο. Οι ελάχιστοι που μπόρεσαν να έρθουν σήμερα, σκόρπισαν αλλαφιασμένοι για να βρουν μια θέση στα καφέ της πόλης, ένεκα της απεργίας-στάσης εργασίας ή ότι άλλο γραφικό γίνεται τούτες τις μέρες. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα σχηματίζουν ουρές και έτσι όπως τα κοιτώ από ψηλά, μου μοιάζουν με τις σειρές από κάμπιες, που σέρνονται αργά στο προαύλιο του κτιρίου, τούτο τον καιρό . Στάμπες πάνω στην πίσσα, λιωμένες πράσινες γραμμές. Μη αναγνωρίσιμες...
Μια ώρα απέμεινε. Σκέφτομαι φεύγοντας, να κάνω μια στάση στο γυμναστήριο. Ξεκίνησα πάλι, να έχω να παλεύω με τα σημάδια του χρόνου. Να έχω κάπου να πάω, στις άσκοπες ώρες μετά τη δουλειά. Να περιμένω στα ρουθούνια μου την δύναμη του ποταμού "ιδρώτα". Κάθε μέρα, όσο μπαίνει η άνοιξη, έρχονται όλο και πιο πολλοί να γυμναστούν. Κορμιά άγουρα και κορμιά γερασμένα. Κορμιά αγύμναστα και άλλα καλοφτιαχμένα. Ολες οι φυλές ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους, τσαλαβουτούν στα μπάνια και στη σάουνα, μπαινοβγαίνουν στις αίθουσες με την πετσέτα στους ώμους και τη ματιά έτοιμη να αναμετρηθεί με την απέναντι ματιά, που ορμά πεινασμένη.
Ο ήλιος τραβήχτηκε, πήρε το δρόμο του. Σηκώνω τις γαλαζωπές περσίδες ως πάνω. Φάνηκαν οι κορυφές των δέντρων και στο βάθος το δάσος από τις γκρίζες κεραίες των πολυκατοικιών. Ανοίγω και μια ιδέα το παράθυρο. Ο αέρας με βρίσκει με δύναμη στην πλάτη. Μια υποψία ιδρώτα κυλά ύπουλα στα πλευρά μου. Ετσι, σκέφτομαι θάλασσες και αμμουδιές. Ν' άφηνα εκεί, δουλειές και αναδουλειές, κοινοτικούς και κυβερνητικούς, σπρεντ και Ρεν, περικοπές και αγορές...
Φεύγω για μια θάλασσα!
23 Φεβρουαρίου 2010
Ψίθυροι και ουρλιαχτά
Caro diario
Ενα χτύπημα στην πόρτα με ξύπνησε από ένα βαθύ ύπνο μεσημεριού, που θέριεψε πάνω στο κρεβάτι μου. Το φως δίπλα στο κεφάλι, χτύπησε με δύναμη στα μάτια. Τα ΄ριξα στο ρολόι που το είδα να δείχνει ήδη οχτώ. Εψαξα για κάτι να σκεπάσω τη γύμνια μου και πήγα να ανοίξω. Κανείς δεν έμεινε να με περιμένει εκεί. Εκλεισα απαλά και με ανακούφιση την πόρτα. Στην κουζίνα είδα βουνό από πιάτα να με περιμένουν να τα βάλω στο πλυντήριο. Τα άφησα στην βρωμιά τους και επέστρεψα μπροστά στο φως του υπνοδωματίου. Εμεινα για μια στιγμή αναποφάσιστος για το αν θα πήγαινα ή όχι στο γυμναστήριο. Γδύθηκα με σκοπό να φορέσω τη φόρμα. Αντί για αυτό όμως, προτίμησα να με σκεπάσω με το λευκό σεντόνι. Εσβησα και το φως. Σκοτάδι...
Εμεινα ώρες έτσι, να σκέφτομαι ό,τι έπεφτε σαν λευκή βροχή από το ταβάνι. Για τη δουλειά, που πάει από το κακό στο χειρότερο. Τις φήμες, που ακούγονται κάθε μέρα που περνά και από ψίθυροι γίνονται ουρλιαχτά. Γύρω υπάρχει μια βεβαιότητα που αρνούμαστε πεισματικά να δούμε. Ζούμε σε μια πεθαμένη από χρόνια χώρα, που όσο και να την κοιτάς δεν έχει την προοπτική του Λαζάρου. Μια χώρα που το 75% των κατοίκων της θεωρούν ότι άργησαν να επιβληθούν τα μέτρα και ότι απαιτούνται περισσότερα και από την άλλη, οι ίδιοι που δηλώνουν αυτά, ετοιμάζονται να κατεβάσουν τα ρολά με μια απεργία ενάντια στην επιβολή των μέτρων. Τρικυμία εν κρανίω.
Και εγώ που είμαι; Tι κάνω; Eμείς; Tι προοπτική υπάρχει; Αν υπάρχει... H ζωή είναι εκεί έξω. Aπό το κάτω διαμέρισμα ακούγονται οι φωνές της γειτόνισας να μαλώνει το μικρό παιδί της. Αφουγκράζομαι, περιμένοντας να ακολουθήσει και η φωνή του άντρα της. Να τη! Φωνάζουν όλοι μαζί. Η γνωστή αυτή αλληλουχία διακόπτεται ξαφνικά, από τρεις πυροβολισμούς. Επεσαν λίγο πιο μακρυά από εμάς. Στο σπίτι πάλι, έπεσε βαριά η ησυχία και βάρυναν τα μάτια. Μου ΄ρθε στο στόμα να σιγοψιθυρίσω το 'Hit Me With Your Best Shot' με τους StereoGoesStellar. Κοιμήθηκα σαν σκοτωμένος...
Ενα χτύπημα στην πόρτα με ξύπνησε από ένα βαθύ ύπνο μεσημεριού, που θέριεψε πάνω στο κρεβάτι μου. Το φως δίπλα στο κεφάλι, χτύπησε με δύναμη στα μάτια. Τα ΄ριξα στο ρολόι που το είδα να δείχνει ήδη οχτώ. Εψαξα για κάτι να σκεπάσω τη γύμνια μου και πήγα να ανοίξω. Κανείς δεν έμεινε να με περιμένει εκεί. Εκλεισα απαλά και με ανακούφιση την πόρτα. Στην κουζίνα είδα βουνό από πιάτα να με περιμένουν να τα βάλω στο πλυντήριο. Τα άφησα στην βρωμιά τους και επέστρεψα μπροστά στο φως του υπνοδωματίου. Εμεινα για μια στιγμή αναποφάσιστος για το αν θα πήγαινα ή όχι στο γυμναστήριο. Γδύθηκα με σκοπό να φορέσω τη φόρμα. Αντί για αυτό όμως, προτίμησα να με σκεπάσω με το λευκό σεντόνι. Εσβησα και το φως. Σκοτάδι...
Εμεινα ώρες έτσι, να σκέφτομαι ό,τι έπεφτε σαν λευκή βροχή από το ταβάνι. Για τη δουλειά, που πάει από το κακό στο χειρότερο. Τις φήμες, που ακούγονται κάθε μέρα που περνά και από ψίθυροι γίνονται ουρλιαχτά. Γύρω υπάρχει μια βεβαιότητα που αρνούμαστε πεισματικά να δούμε. Ζούμε σε μια πεθαμένη από χρόνια χώρα, που όσο και να την κοιτάς δεν έχει την προοπτική του Λαζάρου. Μια χώρα που το 75% των κατοίκων της θεωρούν ότι άργησαν να επιβληθούν τα μέτρα και ότι απαιτούνται περισσότερα και από την άλλη, οι ίδιοι που δηλώνουν αυτά, ετοιμάζονται να κατεβάσουν τα ρολά με μια απεργία ενάντια στην επιβολή των μέτρων. Τρικυμία εν κρανίω.
Και εγώ που είμαι; Tι κάνω; Eμείς; Tι προοπτική υπάρχει; Αν υπάρχει... H ζωή είναι εκεί έξω. Aπό το κάτω διαμέρισμα ακούγονται οι φωνές της γειτόνισας να μαλώνει το μικρό παιδί της. Αφουγκράζομαι, περιμένοντας να ακολουθήσει και η φωνή του άντρα της. Να τη! Φωνάζουν όλοι μαζί. Η γνωστή αυτή αλληλουχία διακόπτεται ξαφνικά, από τρεις πυροβολισμούς. Επεσαν λίγο πιο μακρυά από εμάς. Στο σπίτι πάλι, έπεσε βαριά η ησυχία και βάρυναν τα μάτια. Μου ΄ρθε στο στόμα να σιγοψιθυρίσω το 'Hit Me With Your Best Shot' με τους StereoGoesStellar. Κοιμήθηκα σαν σκοτωμένος...
26 Ιανουαρίου 2010
Από τον καιρό των μολυβιών
Δύο γλάροι ζυγιάζονται μέσα στο κάδρο του παραθύρου. Τους χαζεύω μέχρι που βουτάνε στο γκρίζο μεσημέρι και χάνονται πέρα μακρυά. Ενα μεσημέρι που με βρίσκει νυσταγμένο να περιμένω το ρολόι στο τασκ μπαρ να δείξει τρεις. Ιδια δουλειά, ίδιο γραφείο, ίδιο ωράριο... Δεν άλλαξε τίποτα; Αλλαξε. Η απέναντι συνάδελφος, που με βρήκαν τα χειρότερα. Αλλά μην αρχίσω από αυτά... Ολα θα έρθουν από μόνα τους στο μυαλό για να πέσουν, να ταιριάξουν με όσα είχαν απομείνει εδώ. Εδώ, μια παραμονή πρωτοχρονιάς...
Μεσημέρι μιας παράξενης Τρίτης λοιπόν. Μιας χειμωνιάτικης μέρας που σαν φύγει δεν θα μείνει τίποτα να τη θυμίζει. Που θα περάσει από πάνω μας αφήνοντας μονάχα τη σκόνη του χρόνου. Δεν ακούγεται και πολύ άσχημο αυτό. Ή μήπως όχι; Γουατέβερ. Οι σειρήνες ενός περιπολικού τρομάζουν κάτι πουλιά - σπουργίτια; - που πετούν αλλαφιασμένα προς το παγωμένο άγνωστο. Στο εμ ες εν ο Στέφανος με ρωτά τι έχω. Στο τηλέφωνο ο Αρης, τι θα κάνουμε το βράδυ. Στο ιμέιλ βρίσκω μήμυμα από το φέις μπουκ, ότι μια παλιά - από τον καιρό των μολυβιών - πεν παλ, με έχει ανακάλυψει και ρωτά για μένα. Τέτοια χαρά ούτε η Σουβαλτζή, όταν 'ανακάλυπτε' τον τάφο του Μεγαλέξανδρου.
Ξαφνικά νοιώθω το πρόσωπό μου να καίει. Ανοίγω το παράθυρο και ο παγωμένος αέρας με πλαγιοκοπεί. Δεν αντέχω πάνω από δύο-τρία λεπτά, όσο να τελειώσει στα αυτιά μου το "Dance With Me". Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο σπάνια βγάζω τα ακουστικά. Δεν θέλω να ακούω τίποτα, απ' όσα ακούγονται από τους "συναδέλφους" των γύρω γραφείων. Η λέξη σε εισαγωγικά... Θέλω να φύγω. Μαζεύω στα γρήγορα τα πράγματα μου για να βγω έξω στο κρύο. Να φύγει η μέρα. "...Δεν έχω διάθεση να κάνω κάτι απόψε, Αρη. Θα δούμε..."
Από καιρό έψαχνα μια αφορμή να επιστρέψω. Ή έστω μια καλή φράση για να αρχίσω ξανά να γεμίζω τις λευκές σελίδες με τα μαύρα γράμματα της ζωής μου. Τελικά οι γλάροι το κατάφεραν. Ετσι αναπάντεχα...
Μεσημέρι μιας παράξενης Τρίτης λοιπόν. Μιας χειμωνιάτικης μέρας που σαν φύγει δεν θα μείνει τίποτα να τη θυμίζει. Που θα περάσει από πάνω μας αφήνοντας μονάχα τη σκόνη του χρόνου. Δεν ακούγεται και πολύ άσχημο αυτό. Ή μήπως όχι; Γουατέβερ. Οι σειρήνες ενός περιπολικού τρομάζουν κάτι πουλιά - σπουργίτια; - που πετούν αλλαφιασμένα προς το παγωμένο άγνωστο. Στο εμ ες εν ο Στέφανος με ρωτά τι έχω. Στο τηλέφωνο ο Αρης, τι θα κάνουμε το βράδυ. Στο ιμέιλ βρίσκω μήμυμα από το φέις μπουκ, ότι μια παλιά - από τον καιρό των μολυβιών - πεν παλ, με έχει ανακάλυψει και ρωτά για μένα. Τέτοια χαρά ούτε η Σουβαλτζή, όταν 'ανακάλυπτε' τον τάφο του Μεγαλέξανδρου.
Ξαφνικά νοιώθω το πρόσωπό μου να καίει. Ανοίγω το παράθυρο και ο παγωμένος αέρας με πλαγιοκοπεί. Δεν αντέχω πάνω από δύο-τρία λεπτά, όσο να τελειώσει στα αυτιά μου το "Dance With Me". Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο σπάνια βγάζω τα ακουστικά. Δεν θέλω να ακούω τίποτα, απ' όσα ακούγονται από τους "συναδέλφους" των γύρω γραφείων. Η λέξη σε εισαγωγικά... Θέλω να φύγω. Μαζεύω στα γρήγορα τα πράγματα μου για να βγω έξω στο κρύο. Να φύγει η μέρα. "...Δεν έχω διάθεση να κάνω κάτι απόψε, Αρη. Θα δούμε..."
Από καιρό έψαχνα μια αφορμή να επιστρέψω. Ή έστω μια καλή φράση για να αρχίσω ξανά να γεμίζω τις λευκές σελίδες με τα μαύρα γράμματα της ζωής μου. Τελικά οι γλάροι το κατάφεραν. Ετσι αναπάντεχα...
11 Δεκεμβρίου 2006
Tο κύμα
Caro diario
Mόλις ξεκίνησαν τα δελτία των 8. Πατάω το "Χ" και κλείνω το παράθυρο της TV, πάνω από την οθόνη του υπολογιστή μου. Προτιμώ να κοιτάζω το λευκό μπακγκράουντ, που περιμένει να γράψω κάτι. Για ώρα... Τα μάτια μου θολώνουν. Τινάζω με δύναμη τα βλέφαρα. Για μια στιγμή, σκέφτομαι να εγκαταλείψω - για άλλη μια φορά - την απόπειρα να γράψω κάτι.
Γύρισα σπίτι εξαντλημένος , μετά από 10 ώρες παραμονής στο γραφείο. Μίτινγκ (μη χέσω τώρα) και τηλέφωνα να χτυπούν πιο γρήγορα από τα μηνίγκια μου. Αποφάσεις σημαντικές που εκρεμούν στο μυαλό μου από ημέρες. Αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν σήμερα, το δίχως άλλο. Το έλεγα και στον Αρη την Παρασκευή, που χαλαρώναμε αγγαλιά στον κίτρινο καναπέ. "Αισθάνομαι ότι είμαστε στην τελευταία σκηνή της "Καταιγίδας". Το ψαροκάϊκο πρέπει να ανέβει το κύμμα που ορθώνεται μπρος του. Το κοιτάζουμε και ελπίζουμε. Θα το περάσει άραγε; Ετσι είμαστε Αρη μου" και εκείνος έσφιξε πιο δυνατά τα δάκτυλά του μέσα στα δικά μου. "Θα το περάσουμε... Τζορτζ" έκανε εκείνος και γέλασε πάνω από το αφτί μου. Γέλασα και εγώ.
Η τελευταία συνάντηση της ημέρας προγραμματίστηκε για τις 5. Επρεπε να μείνω συγκεντρωμένος. Κάθισα ρίχνοντας μια φευγαλαία ματιά στους αντικρυνούς μου. Ολοι φαινόντουσαν κουρασμένοι. Τους μοίρασα το υλικό. Ξεκίνησα τη συζήτηση όπως την είχα σχεδιάσει. "Ας αφήσουμε τους προλόγους. Στο θέμα μας, παρακαλώ" με διέκοψε ο "μεγάλος", βγάζοντας για λίγο το στυλό απ' το στόμα. Είπα όσο πιο σύντομα μπορούσα όσα είχα να πω. Ο "μεγάλος" δέχθηκε τις προτάσεις μου χωρίς πολλά πολλά. "Σου έχω εμπιστοσύνη. Συνέχισέ το. Δώσε κατευθύνσεις όπου χρειάζεται και να το τελειώσουμε" είπε, με τρόπο που δεν επιδέχοταν αντίρηση. Το στυλό κρεμάστηκε ξανά στα χείλη του. Κάτι δειλά "ναι, βεβαίως, σύμφωνουμε όλοι" ακούστηκαν τριγύρω, από τα κατεβασμένα κεφάλια των υπολοίπων. Βγαίνοντας, κάποιο χέρι με χτύπησε στην πλάτη, λες και είχα πνιγεί. Γύρισα ξαφνιασμένος. "Μπράβο μεγάλε. Πρέπει να σε πηγαίνει τρελλά το μπος, ε;"
- Μεγάλε, πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας , το ξέρεις ε; Εσφυξα τα δόντια για να μη το ξεστομίσω.
Σύρθηκα για το γραφείο, συνοδεία ενός ύπουλου πονοκέφαλου που κούρνιαζε κάτω απ' το μέτωπό μου. Για ώρες. Η γραμματέας του "μεγάλου", που με συμπαθεί - και το δείχνει - μέχρι παρεξηγήσεως, με κοιτάει προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την καλή έκβαση της συνάντησης. Την κοιτάζω ανέκφραστος όσο πλησιάζω μπροστά από το γραφείο της. Χαλαρώνω μια ιδέα τη γραβάτα, χωρίς να διακόψω το βάδισμα. Περνώ από μπροστά της και τότε της χαμογελώ, αποκαλύπτοντας έτσι το αποτέλεσμα της συνάντησης.
- Ολα καλά ε; Α! Πολύ χαίρομαι. Πάρα πολύ.
- Και εγώ...
Πηγαίνοντας για το γραφείο μου, κουρασμένος αλλά ικανοποιημένος, θυμήθηκα τα λόγια του Αρη για τους άνδρες με τις οθόνες στο κεφάλι τους, που είδαμε το Σάββατο στο "2" του Δημήτρη Παπαϊωάνου, ή απλά Δ.Π., όπως εν συντομία γράφαμε το όνομά του στο φόρουμ του www.stadia.gr τα χρόνια της Oλυμπιακής προετοιμασίας. Κάθισα στην καρέκλα μου. Απλωσα τα πόδια μου μπροστά, τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Εκλεισα τα μάτια. "Ο άνθρωπος - οθόνη". Τον έφερα στο νου ξανά. Εγειρε τον ώμο του προς τον δικό μου και με την παλάμη του να κρύβει τα χείλη μας, μου είπε, όσο στην σκηνή του Παλλάς παρέμεναν οι χορευτές με τις γαλαζωπές οθόνες στα κεφάλια τους, "Eτσι έχεις καταντήσει... αλλά εγώ σ΄αγαπώ. Το ξέρεις;.."
- To ξέρω
Ενα μακρόσυρτο "τστστστστσ..." ακούστηκε από την ημιλυπόθημη κυρία της πλατείας Κολωνακίου του πίσω καθίσματος . Δεν έμαθα αν αναφερόταν σε εμάς ή σε όσα έβλεπε πάνω στην ολόφωτη σκηνή του θεάτρου Παλλάς.
Μάζεψα τα πράγματα. Εσβησα τις οθόνες μου και βάλθηκα να στείλω ένα μήνυμα στον Αρη. "Το περάσαμε το κύμα..."
Mόλις ξεκίνησαν τα δελτία των 8. Πατάω το "Χ" και κλείνω το παράθυρο της TV, πάνω από την οθόνη του υπολογιστή μου. Προτιμώ να κοιτάζω το λευκό μπακγκράουντ, που περιμένει να γράψω κάτι. Για ώρα... Τα μάτια μου θολώνουν. Τινάζω με δύναμη τα βλέφαρα. Για μια στιγμή, σκέφτομαι να εγκαταλείψω - για άλλη μια φορά - την απόπειρα να γράψω κάτι.
Γύρισα σπίτι εξαντλημένος , μετά από 10 ώρες παραμονής στο γραφείο. Μίτινγκ (μη χέσω τώρα) και τηλέφωνα να χτυπούν πιο γρήγορα από τα μηνίγκια μου. Αποφάσεις σημαντικές που εκρεμούν στο μυαλό μου από ημέρες. Αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν σήμερα, το δίχως άλλο. Το έλεγα και στον Αρη την Παρασκευή, που χαλαρώναμε αγγαλιά στον κίτρινο καναπέ. "Αισθάνομαι ότι είμαστε στην τελευταία σκηνή της "Καταιγίδας". Το ψαροκάϊκο πρέπει να ανέβει το κύμμα που ορθώνεται μπρος του. Το κοιτάζουμε και ελπίζουμε. Θα το περάσει άραγε; Ετσι είμαστε Αρη μου" και εκείνος έσφιξε πιο δυνατά τα δάκτυλά του μέσα στα δικά μου. "Θα το περάσουμε... Τζορτζ" έκανε εκείνος και γέλασε πάνω από το αφτί μου. Γέλασα και εγώ.
Η τελευταία συνάντηση της ημέρας προγραμματίστηκε για τις 5. Επρεπε να μείνω συγκεντρωμένος. Κάθισα ρίχνοντας μια φευγαλαία ματιά στους αντικρυνούς μου. Ολοι φαινόντουσαν κουρασμένοι. Τους μοίρασα το υλικό. Ξεκίνησα τη συζήτηση όπως την είχα σχεδιάσει. "Ας αφήσουμε τους προλόγους. Στο θέμα μας, παρακαλώ" με διέκοψε ο "μεγάλος", βγάζοντας για λίγο το στυλό απ' το στόμα. Είπα όσο πιο σύντομα μπορούσα όσα είχα να πω. Ο "μεγάλος" δέχθηκε τις προτάσεις μου χωρίς πολλά πολλά. "Σου έχω εμπιστοσύνη. Συνέχισέ το. Δώσε κατευθύνσεις όπου χρειάζεται και να το τελειώσουμε" είπε, με τρόπο που δεν επιδέχοταν αντίρηση. Το στυλό κρεμάστηκε ξανά στα χείλη του. Κάτι δειλά "ναι, βεβαίως, σύμφωνουμε όλοι" ακούστηκαν τριγύρω, από τα κατεβασμένα κεφάλια των υπολοίπων. Βγαίνοντας, κάποιο χέρι με χτύπησε στην πλάτη, λες και είχα πνιγεί. Γύρισα ξαφνιασμένος. "Μπράβο μεγάλε. Πρέπει να σε πηγαίνει τρελλά το μπος, ε;"
- Μεγάλε, πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας , το ξέρεις ε; Εσφυξα τα δόντια για να μη το ξεστομίσω.
Σύρθηκα για το γραφείο, συνοδεία ενός ύπουλου πονοκέφαλου που κούρνιαζε κάτω απ' το μέτωπό μου. Για ώρες. Η γραμματέας του "μεγάλου", που με συμπαθεί - και το δείχνει - μέχρι παρεξηγήσεως, με κοιτάει προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την καλή έκβαση της συνάντησης. Την κοιτάζω ανέκφραστος όσο πλησιάζω μπροστά από το γραφείο της. Χαλαρώνω μια ιδέα τη γραβάτα, χωρίς να διακόψω το βάδισμα. Περνώ από μπροστά της και τότε της χαμογελώ, αποκαλύπτοντας έτσι το αποτέλεσμα της συνάντησης.
- Ολα καλά ε; Α! Πολύ χαίρομαι. Πάρα πολύ.
- Και εγώ...
Πηγαίνοντας για το γραφείο μου, κουρασμένος αλλά ικανοποιημένος, θυμήθηκα τα λόγια του Αρη για τους άνδρες με τις οθόνες στο κεφάλι τους, που είδαμε το Σάββατο στο "2" του Δημήτρη Παπαϊωάνου, ή απλά Δ.Π., όπως εν συντομία γράφαμε το όνομά του στο φόρουμ του www.stadia.gr τα χρόνια της Oλυμπιακής προετοιμασίας. Κάθισα στην καρέκλα μου. Απλωσα τα πόδια μου μπροστά, τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Εκλεισα τα μάτια. "Ο άνθρωπος - οθόνη". Τον έφερα στο νου ξανά. Εγειρε τον ώμο του προς τον δικό μου και με την παλάμη του να κρύβει τα χείλη μας, μου είπε, όσο στην σκηνή του Παλλάς παρέμεναν οι χορευτές με τις γαλαζωπές οθόνες στα κεφάλια τους, "Eτσι έχεις καταντήσει... αλλά εγώ σ΄αγαπώ. Το ξέρεις;.."
- To ξέρω
Ενα μακρόσυρτο "τστστστστσ..." ακούστηκε από την ημιλυπόθημη κυρία της πλατείας Κολωνακίου του πίσω καθίσματος . Δεν έμαθα αν αναφερόταν σε εμάς ή σε όσα έβλεπε πάνω στην ολόφωτη σκηνή του θεάτρου Παλλάς.
Μάζεψα τα πράγματα. Εσβησα τις οθόνες μου και βάλθηκα να στείλω ένα μήνυμα στον Αρη. "Το περάσαμε το κύμα..."
25 Μαΐου 2006
Τα παλιά καλοκαίρια
Caro Diario
Μια ώρα πριν φύγω για το σπίτι. Κολλημένοι οι δείκτες στο ρολόι μου. Κλείνω μία ή δύο εβδομάδες - δεν θυμάμαι- που μετακόμισα στην καινούρια μου θέση. Από εδώ δεν βλέπω πια το μεγάλο ρολόι πάνω από την πόρτα. Ούτε και την περίεργη συνάδελφο. Νέα πρόσωπα τριγύρω μου. Το γραφείο μου βρίσκεται δίπλα στο μεγάλο παράθυρο με τις γαλαζωπές περσίδες. Απεναντί μου έχω μια άλλη συνάδελφο, σκημμένη πάντα πάνω από την οθόνη του υπολογιστή της. Ευτυχώς δεν μου απευθύνει συχνά το λόγο. Δεν προλαβαίνει, αφού μιλά συνεχώς στο τηλέφωνο. Πιο πίσω μια τηλεόραση αναμεταδίδει συνεχώς αδιάφορες εικόνες.
Εξω από το παράθυρο, το καλοκαίρι ενέσκυψε φουριόζο, κάνοντας τις πικροδάφνες να ανοίξουν τα πρώτα τους λουλούδια. Μικρά ροζ, κίτρινα ή λευκά σημάδια τρέχουν αντίθετα στους δρόμους της πόλης. Σήμερα τα πρόσεξα. Θέριαψαν και οι μουριές στα πεζοδρόμια, ενώ τα αγριόχορτα πιάσαν να κιτρινίζουν. Βγήκαν γρήγορα και τα καλοκαιρινά μας από τις σκοτεινές ντουλάπες, μυρίζοντας λεβάντα και κάμφορα. Τα παπλώματα χώθηκαν όπως όπως σε σακούλες και σκαρφάλωσαν στο πατάρι και τα χαλιά σηκώθηκαν και αυτά σε μια νύχτα. Το ψυγείο γέμισε αναψυκτικά και μπουκάλια με νερό. Στο ντουλάπι οι καφέδες φίλτρου αντικαταστάθηκαν από κουτιά φραπέδων με άρωματα φουντουκιού και βανίλιας. Οι ανεμιστήρες ξεσκονίστηκαν πανέτοιμοι να πολεμήσουν τους καύσωνες. Το καλοκαίρι είναι κι όλας εδώ.
Θυμάμαι τα παλιά καλοκαίρια με τη μάνα μου καθισμένη στον ίσκιο της μικρής βεράντας να καθαρίζει τα αιώνια φασολάκια, τις μελιτζάνες και τις μπάμιες. Τις μυρωδιές από τσιγαρισμένο κρεμμύδι και σάλτσες με βασιλικό και δύοσμο. Στα μπαλκόνια οι αγαπημένες της ορτανσίες με τα εντυπωσιακά τους ροζ λουλούδια. Τις γαρδένιες να σκορπούν το λεπτό τους άρωμα, κάθε φορά που περνούσαμε από δίπλα τους. Και η λεύκα, κάτω στο δρόμο, ψηλή όσο το σπίτι μας, να γίνεται ένας ίσκιος για τα ζεστά απομεσήμερα της εφηβείας μου. Το σκοτεινό μπάνιο, με τα παλιομοδίτικα πλακάκια στους τοίχους, για τα δροσερά ντους μετά τη θάλασσα. Την άμμο που γέμιζε το λευκό της μπανιέρας. Τη μεσημεριανή ησυχία του σπιτιού. Και μόλις ερχόταν το απόγευμα, θυμάμαι τη φασαρία της κουζίνας για τους φραπέδες και τις βυσσινάδες. Τα πήγαιν' έλα των φίλων που επέμεναν να με τραβολογούν σε βόλτες για γκόμενες και φλιπεράκια. Και από μέσα η φωνή της μάνας μου να ρωτά αν θα αργήσω να γυρίσω το βράδυ. Τον αέρα που τρύπωνε κάτω από τα πουκάμισα μας καθώς τρέχαμε πάνω στα φασαριόζικα μηχανάκια. Τις μπύρες και τα ποτά κάτω από ξεθωριασμένες ομπρέλες. Τα ενοχικά βλέμματα στα αγόρια με τα στενά τζιν. Και θυμάμαι ακόμα, τα ζεστά σκοτάδια του σπιτιού κάθε που γύριζα. Την επιθυμία, που τρύπωνε κάτω από τα άσπρα σεντόνια. Τα όνειρα που έκανα, περιμένοντας τον ύπνο να βαρύνει τα βλέφαρα. Εκεί στο σκοτάδι, με το φιδάκι μια κόκκινη τελεία στο πάτωμα να διώχνει τα κουνούπια και τους εβηφικούς εφιάλτες μου...
Μια ώρα πριν φύγω για το σπίτι. Κολλημένοι οι δείκτες στο ρολόι μου. Κλείνω μία ή δύο εβδομάδες - δεν θυμάμαι- που μετακόμισα στην καινούρια μου θέση. Από εδώ δεν βλέπω πια το μεγάλο ρολόι πάνω από την πόρτα. Ούτε και την περίεργη συνάδελφο. Νέα πρόσωπα τριγύρω μου. Το γραφείο μου βρίσκεται δίπλα στο μεγάλο παράθυρο με τις γαλαζωπές περσίδες. Απεναντί μου έχω μια άλλη συνάδελφο, σκημμένη πάντα πάνω από την οθόνη του υπολογιστή της. Ευτυχώς δεν μου απευθύνει συχνά το λόγο. Δεν προλαβαίνει, αφού μιλά συνεχώς στο τηλέφωνο. Πιο πίσω μια τηλεόραση αναμεταδίδει συνεχώς αδιάφορες εικόνες.
Εξω από το παράθυρο, το καλοκαίρι ενέσκυψε φουριόζο, κάνοντας τις πικροδάφνες να ανοίξουν τα πρώτα τους λουλούδια. Μικρά ροζ, κίτρινα ή λευκά σημάδια τρέχουν αντίθετα στους δρόμους της πόλης. Σήμερα τα πρόσεξα. Θέριαψαν και οι μουριές στα πεζοδρόμια, ενώ τα αγριόχορτα πιάσαν να κιτρινίζουν. Βγήκαν γρήγορα και τα καλοκαιρινά μας από τις σκοτεινές ντουλάπες, μυρίζοντας λεβάντα και κάμφορα. Τα παπλώματα χώθηκαν όπως όπως σε σακούλες και σκαρφάλωσαν στο πατάρι και τα χαλιά σηκώθηκαν και αυτά σε μια νύχτα. Το ψυγείο γέμισε αναψυκτικά και μπουκάλια με νερό. Στο ντουλάπι οι καφέδες φίλτρου αντικαταστάθηκαν από κουτιά φραπέδων με άρωματα φουντουκιού και βανίλιας. Οι ανεμιστήρες ξεσκονίστηκαν πανέτοιμοι να πολεμήσουν τους καύσωνες. Το καλοκαίρι είναι κι όλας εδώ.
Θυμάμαι τα παλιά καλοκαίρια με τη μάνα μου καθισμένη στον ίσκιο της μικρής βεράντας να καθαρίζει τα αιώνια φασολάκια, τις μελιτζάνες και τις μπάμιες. Τις μυρωδιές από τσιγαρισμένο κρεμμύδι και σάλτσες με βασιλικό και δύοσμο. Στα μπαλκόνια οι αγαπημένες της ορτανσίες με τα εντυπωσιακά τους ροζ λουλούδια. Τις γαρδένιες να σκορπούν το λεπτό τους άρωμα, κάθε φορά που περνούσαμε από δίπλα τους. Και η λεύκα, κάτω στο δρόμο, ψηλή όσο το σπίτι μας, να γίνεται ένας ίσκιος για τα ζεστά απομεσήμερα της εφηβείας μου. Το σκοτεινό μπάνιο, με τα παλιομοδίτικα πλακάκια στους τοίχους, για τα δροσερά ντους μετά τη θάλασσα. Την άμμο που γέμιζε το λευκό της μπανιέρας. Τη μεσημεριανή ησυχία του σπιτιού. Και μόλις ερχόταν το απόγευμα, θυμάμαι τη φασαρία της κουζίνας για τους φραπέδες και τις βυσσινάδες. Τα πήγαιν' έλα των φίλων που επέμεναν να με τραβολογούν σε βόλτες για γκόμενες και φλιπεράκια. Και από μέσα η φωνή της μάνας μου να ρωτά αν θα αργήσω να γυρίσω το βράδυ. Τον αέρα που τρύπωνε κάτω από τα πουκάμισα μας καθώς τρέχαμε πάνω στα φασαριόζικα μηχανάκια. Τις μπύρες και τα ποτά κάτω από ξεθωριασμένες ομπρέλες. Τα ενοχικά βλέμματα στα αγόρια με τα στενά τζιν. Και θυμάμαι ακόμα, τα ζεστά σκοτάδια του σπιτιού κάθε που γύριζα. Την επιθυμία, που τρύπωνε κάτω από τα άσπρα σεντόνια. Τα όνειρα που έκανα, περιμένοντας τον ύπνο να βαρύνει τα βλέφαρα. Εκεί στο σκοτάδι, με το φιδάκι μια κόκκινη τελεία στο πάτωμα να διώχνει τα κουνούπια και τους εβηφικούς εφιάλτες μου...
27 Απριλίου 2006
Το φυτό αργοπεθαίνει
Caro Diario
Απαντες παρόντες πια, στη δουλειά. Απαντες περιμένουν το επόμενο τριήμερο για να λακίσουν ξανά στις εξοχές, κυνηγώντας το Μάη. Σκέφτομαι πως μια ημέρα έμεινε ακόμα και κάνω υπομονή. Λίγη ώρα πριν οι δείκτες στο απέναντι ρολόι δείξουν τρεις. Από κάτω η φέτα του ουρανού μεγάλη, αλλά μουντή. Αισθάνομαι να πνίγομαι. Ο αέρας γκρίζος από τον καπνό, δεν θέλω να έρθει μέσα μου. Θυμάμαι το χρώμα του ουρανού, σήμερα καθώς βγήκα να έρθω στη δουλειά. Οι τοίχοι των κτιρίων βαμμένοι με ένα ροδί χρώμα. Τα σύννεφα κόκκινα και ροζ σε ένα γαλαζωπό μπακγκραουντ. Μέχρι τις επτά είχε ξημερώσει για τα καλά.
Γράφω περιμένοντας τον Αρη. Θα έρθει να με πάρει από τη δουλειά για να πάμε στο Μall. Εγώ το πρότεινα και εκείνος πέταξε τη σκούφια του. Πίνω μια τελευταία γουλιά παγωμένου καφέ. Εξακολουθώ να ταλαιπωρούμε από την ίωση. Μετρώ τις μέρες. Σήμερα κλείνω μια εβδομάδα. Πέρασε γρήγορα ο καιρός. Κοιτώ το ένα από τα δύο φυτά, που μου είχε δώσει ο Αρης για το γραφείο μου. Το ένα αργοπεθαίνει. Κάποιος με καλεί στο msn. To blinking πληγώνει τα μάτια μου. Κλείνω το messager. Θυμάμαι μια εκρεμότητα που περιμένει ακόμα. Την αναβάλλω για αύριο. Προτιμώ να περιμένω το κουδούνισμα του τηλεφώνου.
Το Σάββατο η Μπία φεύγει για Κωνσταντινούπολη. Ανέβαλε την Πράγα μεν, αλλά θα βρεθεί στην Αμερική, δε. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος με αυτό το μαγικό πλάσμα. Μου είπε αν θα μου άρεσε ένα καουμπόικο καπέλο. Προτιμώ τον καουμπόι της είπα και γέλασε. Τελικά συμφωνήσαμε σε κάρτες για τις ψηφιακές μου. Ενας βήχας ξύνει άγρια τον λαιμό μου. Η απέναντι συνάδελφος δείχνει να πειράζεται. Αύριο πριν έρθει, να μη ξεχάσω να βήξω πάνω από το πληκρολογίο της. Το τηλέφωνο δεν χτυπά. Σβήνω το τσιγάρο και κατεβαίνω να περιμένω τον Αρη στο δρόμο.
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
Απαντες παρόντες πια, στη δουλειά. Απαντες περιμένουν το επόμενο τριήμερο για να λακίσουν ξανά στις εξοχές, κυνηγώντας το Μάη. Σκέφτομαι πως μια ημέρα έμεινε ακόμα και κάνω υπομονή. Λίγη ώρα πριν οι δείκτες στο απέναντι ρολόι δείξουν τρεις. Από κάτω η φέτα του ουρανού μεγάλη, αλλά μουντή. Αισθάνομαι να πνίγομαι. Ο αέρας γκρίζος από τον καπνό, δεν θέλω να έρθει μέσα μου. Θυμάμαι το χρώμα του ουρανού, σήμερα καθώς βγήκα να έρθω στη δουλειά. Οι τοίχοι των κτιρίων βαμμένοι με ένα ροδί χρώμα. Τα σύννεφα κόκκινα και ροζ σε ένα γαλαζωπό μπακγκραουντ. Μέχρι τις επτά είχε ξημερώσει για τα καλά.Γράφω περιμένοντας τον Αρη. Θα έρθει να με πάρει από τη δουλειά για να πάμε στο Μall. Εγώ το πρότεινα και εκείνος πέταξε τη σκούφια του. Πίνω μια τελευταία γουλιά παγωμένου καφέ. Εξακολουθώ να ταλαιπωρούμε από την ίωση. Μετρώ τις μέρες. Σήμερα κλείνω μια εβδομάδα. Πέρασε γρήγορα ο καιρός. Κοιτώ το ένα από τα δύο φυτά, που μου είχε δώσει ο Αρης για το γραφείο μου. Το ένα αργοπεθαίνει. Κάποιος με καλεί στο msn. To blinking πληγώνει τα μάτια μου. Κλείνω το messager. Θυμάμαι μια εκρεμότητα που περιμένει ακόμα. Την αναβάλλω για αύριο. Προτιμώ να περιμένω το κουδούνισμα του τηλεφώνου.
Το Σάββατο η Μπία φεύγει για Κωνσταντινούπολη. Ανέβαλε την Πράγα μεν, αλλά θα βρεθεί στην Αμερική, δε. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος με αυτό το μαγικό πλάσμα. Μου είπε αν θα μου άρεσε ένα καουμπόικο καπέλο. Προτιμώ τον καουμπόι της είπα και γέλασε. Τελικά συμφωνήσαμε σε κάρτες για τις ψηφιακές μου. Ενας βήχας ξύνει άγρια τον λαιμό μου. Η απέναντι συνάδελφος δείχνει να πειράζεται. Αύριο πριν έρθει, να μη ξεχάσω να βήξω πάνω από το πληκρολογίο της. Το τηλέφωνο δεν χτυπά. Σβήνω το τσιγάρο και κατεβαίνω να περιμένω τον Αρη στο δρόμο.
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
- Από σήμερα το «Candy» - Μόνο και μόνο για τον Heath Ledger
- Χωρίζουν Θεοδωρίδου - Φουστάνος - To τζάμπα (λίφτινγκ) πέθανε
- Ελληνας ο Αλβάρο! - Για την Ελλάδα ρε γαμώτο (;)
- Tρεις μέρες μέχρι την Πρωτομαγιά - Πιάσε μου τον Μάη
20 Απριλίου 2006
Στην τελική ευθεία
Caro Diario
Μισή ώρα έμεινε πριν οι δείκτες του ρολογιού απέναντι δείξουν τρεις και ξαμοληθώ στα μαγαζιά για ψώνια. Λαμπάδα, παπούτσια, ρούχα για βαφτισιμιά. Δώρα για κάποιους φίλους και άλλα τινά για το "τραπέζι της λαμπρής", όπως συνήθως λέει ο πατέρας μου. Θα χωθώ και εγώ μέσα στην κίνηση, θα πιαστεί το χέρι μου να βάζει πρώτη, δευτέρα και να αλλάζει βαριεστημένα σταθμούς στο ραδιόφωνο. Και μέσα σε όλα αυτά πρέπει να κάνω κάποια επαγγελματικά τηλεφωνήματα, πράγμα που για ένα παράξενο λόγο με αγχώνει.
Οι μέρες φεύγουν αργά, εξ΄αίτιας της προσμονής, ενώ θα γλυστρίσουν γρήγορα από την Παρασκευή και μετά. Από σήμερα κιόλας κάποια γραφεία συναδέλφων έμειναν άδεια, αφού ήδη πήραν τους δρόμους για νησιά και κάθε λογής εξοχές. Οσοι έμειναν πέρασαν τη μέρα τους έχοντας το κολλημένο το ακουστικό του τηλεφώνου στο αυτί τους. Οι τελευταίες εκκρεμότητες κανονίστηκαν, τα διάφορα "task" δρομολογήθηκαν και όλοι πια, έχουν αρχίσει να μετράνε προβατάκια.
Ανάβω ένα τελευταίο τσιγάρο, ενώ αρχίζω να σκέφτομαι την ώρα που θα σωριαστώ στον καναπέ του σπιτιού αποκαμωμένος από το "τρέξιμο" της μέρας. Ευτυχώς ο καιρός αρχίζει να ανοίγει σιγά σιγά και ο ήλιος αναβάλλει, μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την αυλαία του από τον ουρανό. Αυτή η σκέψη μου φέρνει στο νου, ένα ανοιχτό παράθυρο και μυρωδιές της άνοιξης μπερδεμένες με λιβάνι να εισβάλλουν στο σπίτι.
Σβήνω το τσιγάρο και ήδη βρίσκομαι έξω γεμίζοντας καθαρό αέρα τα πνευμόνια μου.
Μισή ώρα έμεινε πριν οι δείκτες του ρολογιού απέναντι δείξουν τρεις και ξαμοληθώ στα μαγαζιά για ψώνια. Λαμπάδα, παπούτσια, ρούχα για βαφτισιμιά. Δώρα για κάποιους φίλους και άλλα τινά για το "τραπέζι της λαμπρής", όπως συνήθως λέει ο πατέρας μου. Θα χωθώ και εγώ μέσα στην κίνηση, θα πιαστεί το χέρι μου να βάζει πρώτη, δευτέρα και να αλλάζει βαριεστημένα σταθμούς στο ραδιόφωνο. Και μέσα σε όλα αυτά πρέπει να κάνω κάποια επαγγελματικά τηλεφωνήματα, πράγμα που για ένα παράξενο λόγο με αγχώνει.Οι μέρες φεύγουν αργά, εξ΄αίτιας της προσμονής, ενώ θα γλυστρίσουν γρήγορα από την Παρασκευή και μετά. Από σήμερα κιόλας κάποια γραφεία συναδέλφων έμειναν άδεια, αφού ήδη πήραν τους δρόμους για νησιά και κάθε λογής εξοχές. Οσοι έμειναν πέρασαν τη μέρα τους έχοντας το κολλημένο το ακουστικό του τηλεφώνου στο αυτί τους. Οι τελευταίες εκκρεμότητες κανονίστηκαν, τα διάφορα "task" δρομολογήθηκαν και όλοι πια, έχουν αρχίσει να μετράνε προβατάκια.
Ανάβω ένα τελευταίο τσιγάρο, ενώ αρχίζω να σκέφτομαι την ώρα που θα σωριαστώ στον καναπέ του σπιτιού αποκαμωμένος από το "τρέξιμο" της μέρας. Ευτυχώς ο καιρός αρχίζει να ανοίγει σιγά σιγά και ο ήλιος αναβάλλει, μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την αυλαία του από τον ουρανό. Αυτή η σκέψη μου φέρνει στο νου, ένα ανοιχτό παράθυρο και μυρωδιές της άνοιξης μπερδεμένες με λιβάνι να εισβάλλουν στο σπίτι.
Σβήνω το τσιγάρο και ήδη βρίσκομαι έξω γεμίζοντας καθαρό αέρα τα πνευμόνια μου.
18 Απριλίου 2006
(Μεγάλη) Τρίτη μεσημβρινή
Caro diario
Μεσημέρι στο γραφείο. Χαζεύω τους δείκτες του μεγάλου ρολογιού που κρέμεται στον απέναντι τοίχο. Περιμένω να δείξουν τρεις. Η ώρα που φεύγω. Μια λεπτή φέτα ουρανού από την αντικρυνή πόρτα, στέκεται από κάτω. Χωρίζει τη ματιά μου κάθε φορά που σηκώνω το κεφάλι. Μεγαλώνει, μικραίνει αλλά πάντα εκεί. Οπως και το ρολόι. Και εγώ απέναντί τους.
Μεγάλη Τρίτη σήμερα. Το τροπάριο της Κασσιανής. Γιατί "Μεγάλη"; Πάντα είχα αυτή την απορία. Σήμερα άκουσα ότι στις εκκλησίες γίνεται ο εσπερινός της επόμενης "Μεγάλης". Γι΄αυτό την Κυριακή υπάρχει ρεπό. Η ημέρα δόξης για τα σουβλισμένα αρνιά και για το λαίμαργο καταναλωτισμό μας. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες μαζεύονται γύρω από τη φωτιά, για να δουν το αμνοερίφιο να στριφογυρίζεται μανιωδώς. Το ίδιο μανιακά χτυπούν και τα κινητά με το πλούσιο ρεπερτόριο τους. Πίσω τους βγαίνουν ευχές και άλλα τινά, που χάνονται στον αέρα για να ενωθούν με άλλες ευχές. Ζαλίζεσαι. Ολοι γύρω σου ευτυχισμένοι και εσύ απορείς που το βρίσκουν τέτοιο κέφι πρωί πρώι. Και ας έχει πάει 12. Κολλάς και εσύ ένα χαμόγελο και ξεμπερδεύεις, ρίχνοντας που και που καμιά ματιά στο αμνοερίφιο "για να μην αρπάξει".
Στις γιορτές συχνά ακούγεται, το ερώτημα "Ποιό είναι το αγαπημένο σου Πάσχα, τα αγαπημένα σου Χριστούγεννα" και πάει λέγοντας. Λες και απαντάς στο ερωτηματολόγιο του "TV Εθνους" για τον αγαπημένο σου παρουσιαστή ειδήσεων. Το ερώτημα τρυπώνει ύπουλα στο μυαλό γιατί το φετινό Πάσχα, τα περασμένα Χριστούγεννα και πάει λέγοντας, δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα των υποψηφιοτήτων. Είναι εκτός συναγωνισμού. Και με τα χρόνια μακραίνει η λίστα, ώσπου στο τέλος το όλο ζήτημα ξεθωριάζει και εσύ έχεις βαρυστομαχιά από αρνιά και γαλοπούλες και το μόνο που σε νοιάζει είναι πως θα ξαλαφρώσεις. Λες ένα "Δεν ξέρω - Δεν απαντώ" και χώνεσαι στο ψυγείο για να βρεις τη σόδα.
Και μετά- εκεί προς το απόγευμα της γιορτής- σε πιάνει μια γλυκερή μελαγχολία, που η μέρα πήρε των ομματιών της και σ΄αφησε να κοιτάς τα άδεια ταψιά με το παγωμένο λίπος και τις λαδόκολλες που τις σέρνει ο αέρας γύρω από τη σβησμένη ψησταριά. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες έχουν φύγει. Το μόνο που ακούγεται είναι ένα τραγούδι από τον κάτω μαχαλά. Σε λίγο θα έχει χαθεί και αυτό και εσύ εύχεσαι να είχε περισσέψει λίγη σόδα ακόμα.
Μαζεύω τα πράγματά μου, τα πετώ μες την τσάντα. Κλείνω συρτάρια και υπολογιστή.
Πήγε κιόλας τρεις.
Μεσημέρι στο γραφείο. Χαζεύω τους δείκτες του μεγάλου ρολογιού που κρέμεται στον απέναντι τοίχο. Περιμένω να δείξουν τρεις. Η ώρα που φεύγω. Μια λεπτή φέτα ουρανού από την αντικρυνή πόρτα, στέκεται από κάτω. Χωρίζει τη ματιά μου κάθε φορά που σηκώνω το κεφάλι. Μεγαλώνει, μικραίνει αλλά πάντα εκεί. Οπως και το ρολόι. Και εγώ απέναντί τους.Μεγάλη Τρίτη σήμερα. Το τροπάριο της Κασσιανής. Γιατί "Μεγάλη"; Πάντα είχα αυτή την απορία. Σήμερα άκουσα ότι στις εκκλησίες γίνεται ο εσπερινός της επόμενης "Μεγάλης". Γι΄αυτό την Κυριακή υπάρχει ρεπό. Η ημέρα δόξης για τα σουβλισμένα αρνιά και για το λαίμαργο καταναλωτισμό μας. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες μαζεύονται γύρω από τη φωτιά, για να δουν το αμνοερίφιο να στριφογυρίζεται μανιωδώς. Το ίδιο μανιακά χτυπούν και τα κινητά με το πλούσιο ρεπερτόριο τους. Πίσω τους βγαίνουν ευχές και άλλα τινά, που χάνονται στον αέρα για να ενωθούν με άλλες ευχές. Ζαλίζεσαι. Ολοι γύρω σου ευτυχισμένοι και εσύ απορείς που το βρίσκουν τέτοιο κέφι πρωί πρώι. Και ας έχει πάει 12. Κολλάς και εσύ ένα χαμόγελο και ξεμπερδεύεις, ρίχνοντας που και που καμιά ματιά στο αμνοερίφιο "για να μην αρπάξει".
Στις γιορτές συχνά ακούγεται, το ερώτημα "Ποιό είναι το αγαπημένο σου Πάσχα, τα αγαπημένα σου Χριστούγεννα" και πάει λέγοντας. Λες και απαντάς στο ερωτηματολόγιο του "TV Εθνους" για τον αγαπημένο σου παρουσιαστή ειδήσεων. Το ερώτημα τρυπώνει ύπουλα στο μυαλό γιατί το φετινό Πάσχα, τα περασμένα Χριστούγεννα και πάει λέγοντας, δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα των υποψηφιοτήτων. Είναι εκτός συναγωνισμού. Και με τα χρόνια μακραίνει η λίστα, ώσπου στο τέλος το όλο ζήτημα ξεθωριάζει και εσύ έχεις βαρυστομαχιά από αρνιά και γαλοπούλες και το μόνο που σε νοιάζει είναι πως θα ξαλαφρώσεις. Λες ένα "Δεν ξέρω - Δεν απαντώ" και χώνεσαι στο ψυγείο για να βρεις τη σόδα.
Και μετά- εκεί προς το απόγευμα της γιορτής- σε πιάνει μια γλυκερή μελαγχολία, που η μέρα πήρε των ομματιών της και σ΄αφησε να κοιτάς τα άδεια ταψιά με το παγωμένο λίπος και τις λαδόκολλες που τις σέρνει ο αέρας γύρω από τη σβησμένη ψησταριά. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες έχουν φύγει. Το μόνο που ακούγεται είναι ένα τραγούδι από τον κάτω μαχαλά. Σε λίγο θα έχει χαθεί και αυτό και εσύ εύχεσαι να είχε περισσέψει λίγη σόδα ακόμα.
Μαζεύω τα πράγματά μου, τα πετώ μες την τσάντα. Κλείνω συρτάρια και υπολογιστή.
Πήγε κιόλας τρεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Ε Τ Ι Κ Ε Τ Ε Σ
- Από παλιά υλικά
- Εργασία
- Ερωτας
- Τα εν οίκω
- Ταξίδια
