Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Αυγούστου 2010

Η νύχτα του Σωτήρος

Caro diario

Ξαφνικά επικράτησε ησυχία. Καμιά φωνή, ούτε κινητό, κανένα ποδήλατο να τρέχει μανιασμένα στους δρόμους του μικρού κάμπινγκ. Το μόνο που ακούγεται είναι ένα καναρίνι από το παρακεί τροχόσπιτο και τα τζιτζίκια στους κορμούς των λεύκων. Οι περισσότεροι είναι στην θάλασσα για το απογευματινό τους μπάνιο. Σε λίγο, όταν πια ο ήλιος θα κοντεύει να πέσει πίσω από τις κορφές των δέντρων στην άκρη του οικισμού, θα έχουν επιστρέψει και θα τρέξουν με τις πετσέτες και τα αφρόλουτρα στα ντους, για να φύγει η αλμύρα και ο ήλιος του Αυγούστου.

Ο Αρης αποκοιμήθηκε μέσα στην σκηνή. Το έσχατο φως τρυπώνει από το δικτάκι του παραθυριού και τον χαρακώνει ζεστά. Λες και βλέπει τι γράφω γυρίζει πλευρό. Φαίνεται ήρεμος σαν να μην έχει έγνοιες. Σχεδόν ευτυχισμένος. Ξυπνάει στα ξαφνικά και μου χαμογελά. Ανασηκώνεται στον αγκώνα και φανερώνεται η γύμνια του. Με ρωτά πού θα περάσουμε την επερχόμενη νύχτα. Τη νύχτα του Σωτήρος. Με ρωτά αν θέλω να κοιμηθούμε στη σκηνή, στο "ελεύθερο" κάμπινγκ, εκεί με τους άλλους κατασκηνωτές-κατακτητές, τής εκεί παραλίας. Ανασηκώνω τους ώμους, ως απάντηση...

Οι φωνές των επιστρέψαντων λουομένων κάνουν τα τζιτζίκια να σταματήσουν το τραγούδι τους. Τα ποδήλατα ξανάρχισαν τις αένναες βόλτες στον μοναδικό δρόμο της κατασκήνωσης. Ο ήχος από τα λουτρά φτάνει τώρα έως εδώ. Οι πρώτοι γυρίζουν κι όλας με τις πετσέτες δεμένες σφιχτά στη μέση τους. Ο αέρας μύρισε Πάλμολιβ και Νιβέα. Ενας κότσιφας έκατσε στη λεύκα και έπιασε το τραγούδι. Απλώνω τα πόδια κάτω από το πλαστικό τραπέζι, ρίχνω το κεφάλι πίσω και με τα μάτια κλειστά προσπαθώ να φανταστώ την ευτυχία.



22 Μαΐου 2010

Για την αγάπη

Caro diario

Απομεσήμερο Σαββάτου με βρίσκει στο ξενοδοχείο, να προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη το χάος του μυαλού μου. Εχω το νετ μπουκ ανοικτό από ώρα πάνω στο ρατάν τραπέζι της βεράντας, χωρίς να γράφω. Ο ήλιος από απέναντι με χτυπά κατάστηθα, έτσι καθώς με βρίσκει γυμνό να τον προκαλώ για ένα ζεστό χάδι. Ο Αρης προσπαθεί να κοιμηθεί πίσω από την πλάτη μου, κλεισμένος στο δωμάτιο με τις μεγάλες γυάλινες επιφάνειες ντυμένες με κουρτίνες, που κυλιούνται ως το ξύλινο πάτωμα. Κοιτάζω την οθόνη και μέσα στο μαύρο της διακρίνω ένα πρόσωπο ξεθωριασμένο, να με κοιτάζει ανέκφραστο πίσω από μαύρα γυαλιά. Νομίζω ότι μου μοιάζει...

Από εδώ ψηλά, όπου και αν θελήσω να κοιτάξω θα δω μόνο προσόψεις πολυκατοικιών, παραμορφωμένων από τον χρόνο. Απομηνάρια χρωμάτων στους γερασμένους τοίχους, σάπιες τέντες που κρέμονται από τους σιδερένιους μηχανισμούς και κουφώματα ανόμιων υλικών. Σκέφτομαι την αντίθεση με το προσεγμένο σε όλα ξενοδοχείο, ενώ η μεσημεριανή ραστώνη πέφτει παντού πυχτή σαν τον κόμπο ιδρώτα που κυλάει αργά στο μέτωπό μου. Την ησυχία τούτη σπάει η κραυγή μιας μάινας για ελευθερία καθώς βλέπει να φτερουγίζουν ελεύθερα τα περιστέρια που πετούν από όλες τις γωνιές του ουρανού. Για αυτό σε κάθε προεξοχή αυτών των πολυκατοικιών υπάρχουν κορδέλες και κρεμασμένα σιντί για να φοβίζουν κάθε λογής πετούμενο. Τα περιστέρια όμως ατρόμητα κάνουν ασκήσεις ισορροπίας πάνω στα σκουριασμένα κάγκελά τους.

Κάθε τόσο ανοίγει με κόπο κάποιο πατζούρι ή τραβιέται μια μπαλκονόπορτα και έτσι βλέπω για λίγο τους ανθρώπους, παλαιούς και αυτούς σαν τα κτήρια που τους κλείνουν μέσα, να εμφανίζονται σαν ηθοποιοί στη σκηνή. Πριν λίγο, κάτω από το άνοιγμα μιας μπαλκονόπορτας στην ακριανή πολυκατοικία, φάνηκε ένας νεαρός, που είχε μόνο μια πετσέτα δεμένη γύρω από τη μέση του, να κοιτάζει αδιάφορα απέναντι του, πίνοντας φραπέ. Ντροπιασμένος τράβηξε την κουρτίνα όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου. Από κάπου αλλού ακούστηκε το μπιμπ χρονοδιακόπτη φούρνου μικροκυμμάτων. Ακολούθησαν ήχοι μαχαιροπίρουνων να χτυπούν στα φτηνά σερβίτσια. Μια μεσόκοπη που βγήκε για τσιγάρο, με κοιτάζει απορημένη κάτω από μια σκουριασμένη μουσμουλιά, που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο λιγοστό χώμα ενός πλαστικού κουβά. Σε λίγο ένας άλλος, φορώντας μια λευκή φανέλα που δεν έκρυβε τα παραπανίσια του κιλά, βγήκε να μιλήσει χαμηλόφωνα στο κινητό και κάπως συνομωτικά. Από πάνω του μια άλλη ένοικος άπλωνε τη μπουγάδα της, ενώ προσπαθούσε να πιάσει με το αυτί της τι έλεγε στο τηλέφωνο ο γείτονας του κάτω ορόφου.

Και πάνω από όλους, πάνω και από τις δεκάδες μαυρισμένες κεραίες των ταρατσών, κρέμονται άσπρα σύννεφα που με μιας μεταμορφώνονται σε άλογα και καλπάζουν με δύναμη μπροστά έτοιμα να αναμετρηθούν. Τρέχουν αφηνιασμένα από τη δύση προσπαθώντας να προλάβουν κάτι που εμείς δεν μπορούμε να δούμε ακόμα.Μονάχα υποψιαζόμαστε. Στρέφω τα μάτια μου ανατολικά και βλέπω την σκοτεινή πλευρά έτοιμη και αυτή να ριχτεί στο πεδίο της μάχης. Τα μαύρα σύννεφα ήταν ήδη εκεί.

Ξαφνικά επικρατεί ησυχία. Ακούω την μεσόκοπη με το τσιγάρο νε λέει "Θα βρέξει πάλι", χωρίς όμως να γυρίσει πίσω της, προς την ανοιχτή πόρτα. Αναρωτιέμαι αν το είπε σε μένα. Φυτεύει βιαστικά το αποτσίγαρο μέσα στο χώμα της μουσμουλιάς και ο δυνατός κρότος της πρώτης βροντής που ακούγεται την βρίσκει να τρέχει κάτω από την ετοιμόροπη πόρτα της. Η κυρία με την μπουγάδα σηκώνει τα μάτια ψηλά και ψελίζει κάτι μεταξύ ευχής και κατάρας, ενώ ο κύριος του κάτω διαμερίσματος συνεχίζει να μιλάει απτόητος στο κινητό. Την ίδια στιγμή κάνει ξανά την εμφανίσή του ο νεαρός με το φραπέ, μόνο που τώρα φοράει ένα πράσινο στενό σλιπάκι. Από το παραδίπλα διαμέρισμα, τα μαχαιροπήρουνα μένουν ματαίωρα... Και τώρα οι ηθοποιοί βρίσκονται επί σκηνής για το φινάλε...

Εχω βγάλει τα γυαλιά και απέναντί μου όλοι τους έχουν ρίξει τα μάτια τους επάνω μου. Ο μοναδικός τους θεατής στέκεται τώρα όρθιος γδυτός εκεί στη μεγάλη βεράντα του ακριβού του ξενοδοχείου να τους κοιτάζει έτοιμος να χειροκροτήσει και να χειροκροτηθεί.

Με μιας τα φώτα σβήνουν, η παράσταση δείχνει να τελειώνει. Σκοτείνιασαν όλα και ξεσπά η μπόρα. Μεγάλες σταγόνες βροχής με χτυπάνε. Το μέρος κάτω από τα πόδια μου όμως παραμένει στεγνό. Από την άκρη του δρόμου, έξι πατώματα κάτω, ακούγονται οπλές αλόγων. Πλησιάζουν με βιάση το μέρος μας. Ολοι οι απέναντι σκύβουν να δουν και αλλαφιασμένοι χάνονται μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια. Τους κοιτάζω που φεύγουν. Χειροκροτώ αλλά κανείς δεν μένει να με ακούσει. Εκτός από έναν. Εκείνον με το κινητό. Του φωνάζω, γιατί μένει και δεν φεύγει. Για την αγάπη, μού αποκρίνεται... Υποκλίνομαι και βλέπω το Μαγιάτικο χαλάζι να κάνει τα μάρμαρα του ξενοδοχείου, να φαίνονται πιο άσπρα από ότι είναι. Ακούγεται ένα βουητό. Στέκομαι και πάλι όρθιος. Σηκώνω το βλέμμα ψηλά στον ουρανό. Ενα αεροπλάνο διασχίζει διαγώνια την Θεσσαλονίκη περνώντας ανάμεσά μας. Κάποιος φεύγει...

Καλή αντάμωση.


6 Απριλίου 2010

Μαγεμένος Απρίλης

Caro diario

H μέρα έχει προχωρήσει γρήγορα και ζυγώνει απόγευμα. Ο καιρός από ώρα, το γύρισε σε αναδρομικές μελαγχολίες με μαβιές συννεφιές που έφεραν πασχαλινές μπόρες. Πέρα στον ορίζοντα, πίσω από τα λερωμένα τζάμια του γραφείου, πήρε να ανοίγει λίγο. Ξανά στο γαλάζιο... Εκείνο που άφησα χθες φεύγοντας, πάνω από τον αργολικό κάμπο, στο κτήμα της Αλίκης, όπου περάσαμε το Πάσχα.

Φτάσαμε σούρουπο Μεγάλης Πέμπτης. Είχε ακόμα φως στον ουρανό. Η Αλίκη μας περίμενε, έχοντας ετοιμάσει τα πάντα από το πρωί. Είχαμε όλοι μας μεγάλη προσμονή για τούτο το πρώιμο Πάσχα. Αν και κουρασμένοι μείναμε ως αργά στο μεγάλο δωμάτιο, με τις πόρτες ανοιχτές και συζητούσαμε, αφήνοντας τις μυρωδιές από τις ανθισμένες πορτοκαλιές να γυρίζουν ανάμεσά μας και εντέλει να μας μεθύσουν. Κοιμηθήκαμε αργά, με γλυκερά όνειρα κάτω από ένα λευκό ουρανό. Τόσο λευκό, σαν άνθος πορτοκαλιάς...

Ξύπνησα πρώτος. Μυρωδιά φρέσκου καφέ έφτασε από την κουζίνα, έως τα ρουθούνια μου. Κοίταξα το φως πάνω από το γυμνό ώμο του Αρη, που σκόνταφτε στις κλειστές κουρτίνες των ψηλών παραθύρων. Σηκώθηκα χωρίς να τον ξυπνήσω και κατέβηκα ως την κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα ένα σημείωμα της Αλίκης. "Καλημέρα! Είμαι έξω για δουλειές. Θα σας συναντήσω αργότερα στην πόλη. Φιλιά." Εβαλα καφέ σε μεγάλα φλυτζάνια, άλειψα με σπιτική μαρμελάδα μανταρίνι δύο φέτες ψωμί και ανέβηκα ξανά επάνω πατώντας σιγά μην πληγώσω το ξύλινο πάτωμα. Ξύπνησα με ένα φιλί τον Αρη κι εκείνος με ρώτησε τι ώρα είναι. "Εννέα" αποκρίθηκα..."Ελα για λίγο ακόμα εδώ" με πρόσταξε ανοίγοντας σε έκταση τα χέρια του, ως άλλος Χριστός. Ο Αληθινός ως τι μία, θα είχε αποκαθηλωθεί και τυλιγμένος μέσα σε λευκά τούλια θα παραδίδονταν στα χρώματα και τις μυρωδιές της άνοιξης.

Το απομεσήμερο μας βρήκε να γυρίζουμε στα στενά δρομάκια της πόλης. Οι πένθημες καμπάνες μας οδήγησαν και στους τρεις Επιταφίους. Θυμήθηκα ότι αυτό το έκανα όταν ήμουν παιδί. Τότε που τρέχαμε από επιτάφιο σε επιτάφιο και κοιτούσα με μάτι φθονερό, όσα παιδιά είχαν καταφέρει να επιλεγούν για να κρατήσουν τα εξαπτέρυγα και τα φαναράκια στην περιφορά... Εγώ λόγω ύψους και έλλειψης "δημοσίων σχέσεων" ήμουν πάντα κομμένος από χέρι. Χαμογέλασα με κάποια μελαγχολία. "Τι σκέφτηκες και πήρες αυτό το ύφος; Σαν Μεγάλη Παρασκευή, είσαι..." έκανε ο Αρης και κοντοστάθηκε κατεβάζοντας μια ιδέα τα σκούρα γυαλιά από τα μάτια του και περίμενε την απάντηση. Γέλασα, χωρίς να βγει κανένας ήχος. "Θέλω να..." Δεν πρόλαβα να του πω ότι, ήθελα να γίνω... παπαδάκι. Η Αλίκη είχε έρθει κατά πάνω μας, τραβώντας μας σχεδόν από τα χέρια για να μας μπάσει στο διπλανό τσιπουράδικο. "Οξος ο Χριστός, τσίπουρο εμείς;" τόλμησα να ρωτήσω. "Μείνε εδώ εσύ αν θες!" έκανε δήθεν πειραγμένη η Αλίκη, και πιάνοντας αγκαζέ τον Αρη, τον ρώτησε παιχνιδιάρικα: "Πάμε αγάπη μου εμείς;"

Το πρωινό του μεγάλου Σαββάτου κύλησε με βόλτες στην πόλη προσμένοντας την Ανάσταση, που μας βρήκε σε ένα μοναστήρι του 11ου αιώνα, έξω από την πόλη. Χωρίς ηλεκτρικό, μέσα σε ανθισμένους κήπους. Χωρίς στρακαστρούκες και βεγγαλικά έκαναν μια διαφορετική ατμόσφαιρα. Μείναμε ως το τέλος και έχοντας το φως στα χέρια αλλά και μέσα μας, γυρίσαμε στο σπίτι για να γευτούμε τις μαγειρικές δεξιότητες της φίλης μας.

-Χριστός Ανέστη, Αρη!
-Αληθώς Ανέστη, Λύση.
-Παιδιά, είστε σίγουροι;
-Aλικη..!

8 Νοεμβρίου 2008

Ανήμερα των Ταξιαρχών

Caro diario

Βρίσκομαι μόνος στο σπίτι. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Πάντα με δυσκολεύει ο ύπνος σε τούτη την πόλη. Είναι απόγευμα, με τον καφέ να έχει ήδη κρυώσει από ώρα στο φλυτζάνι. Από τα ηχεία του λάπτοπ, ακούω όπως πάντα κις εφ εμ Μυτιλήνης. Γράφω για πρώτη φορά από Θεσσαλονίκη. Και τις προηγούμενες που βρέθηκα εδώ, είχα τη δυνατότητα και τη θέληση να γράψω, αλλά δεν το έκανα. Ανήμερα των Ταξιαρχών. Σκέφτομαι ότι σαν σήμερα ξεκινούσε το πρώτο ταξίδι με τον Αρη. Αραγε εκείνος θα το θυμήθηκε; Πίσω στο 1998, πίσω στο δρόμο για το Πάππιγκο... Πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Και σήμερα βρέθηκα να ταξιδεύω. Μόνος αυτή τη φορά και με διαφορετικό προορισμό.

Η πτήση θα ήταν καλή. Ο καιρός όμορφος, ότι έπρεπε για εκδρομή. Είχα χρόνια να ταξιδέψω με αεροπλάνο. Απολάμβανα την κάθε στιγμή. Μπήκα στο αεροσκάφος με την χειραποσκευή στην πλάτη. Βρήκα να κάθεται στη θέση μου, μια κοπέλα. Με την πρώτη ματιά καταλάβαινες πως ήταν θεσσαλονικιά. Εχουν κάτι οι γυναίκες εδώ. Κάτι που τις ξεχωρίζει. Εναν αέρα, ένα ύφος. Ενα στυλ. Κυρίως αυτό! Της είπα ότι καθόταν στη θέση μου. Απάντησε κοφτά. "Οχι! Στη δική μου είμαι." "Οχι, δεν θα μου χαλάσεις τη διάθεση ηλίθια μούτζα..." σκέφτηκα, και πήγαν περίπατο όλα όσα σκεφτόμουν προ ολίγου για τις Θεσσαλονικιές. Ανταπάντησα ευγενικά. "Συγγνώμη, έχω εισιτήριο για τη θέση 22ΤΖΙ". "Με συγχωρείτε πολύ, έχω 22ΕΙ. Είμαι στο άλλο παράθυρο" και σηκώθηκε αμέσως για να πάει στη δική της θέση. Περνώντας δίπλα μου στο διάδρομο, μου έριξε ένα βλέμμα και όλα όσα πιστεύω για τις γυναίκες τούτης της πόλης, ξαναγύρισαν σε ένα χαμόγελο, που άφησα στα χείλη μου.

Είδα τον πρωινό ήλιο να λαμποκοπά στο δεξιό φτερό του αεροπλάνου, μόλις πήρε θέση για απογείωση πάνω στην τσιμεντένια πεδιάδα των Σπάτων. Σκέφτηκα ότι για αιώνες, εώς πριν λίγα χρόνια, στη θέση του τσιμέντου υπήρχαν αμπέλια και ελιές. Η ηχητική προειδοποίηση να κοιτάξουμε στις οθόνες με επανέφερε. Σε αυτές, μια αεροσυνοδός παρουσίαζε όσα πρέπει να κάνουν σε περίπτωση πτώσης του αεροπλάνου οι επιβάτες. Μου ΄ρθαν γέλια γιατί ενώ μιλούσε για σωσίβια και μάσκες οξυγόνου, εντούτοις είχε ένα σφιγμένο χαμόγελο λες και μας έδειχναν τις αποτυχημένες πρόβες από διαφήμιση οδοντόκρεμας.

Εννοιωσα ξανά εκείνη τη γλυκιά ζάλη, την ώρα της απογείωσης. Με μιας, αφήσαμε το έδαφος για να βρεθούμε ανάλαφροι στον αέρα. Η θάλασσα της Αρτέμιδας έτρεχε στα δεξιά. Είδα έως πέρα τη Βραυρώνα. Κοίταξα μπροστά. Επιτέλους η ώρα είχε φτάσει. Εγειρα το κεφάλι πίσω, έλυσα τη ζώνη, και αφέθηκα στο πέταγμα των σύννεφων.

9 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 4 - Η ανάσα

Caro diario

To φρενάρισμα ήταν απότομο. Ούρλιαξαν τα λάστιχα πάνω στη ζεστή άσφαλτο. Με μιας, επανήλθα στη Μεσογείων. Παραλίγο, αποφύγαμε τα χειρότερα με το μπροστινό αυτοκίνητο. Γλιτώσαμε με ένα απλό βρισίδι. «Μα, δεν τον είδατε; Που πας ρε Καραμήτρο χωρίς φλας;» έλεγε, ξεφυσώντας ο ταξιτζής. «Ο μπαγάσας, θα μας έκανε μεγάλη ζημιά». «Ναι, ναι», έκανα εγώ, ενώ ο Αρης ανεβοκατέβασε το κεφάλι του, την ώρα που εγώ, έστιβα το δικό μου για να βρω, κάτι να πω. «Ωραία η Πάρος... Μια φορά που λέτε...», και βάλθηκε να μας διηγείται ένα προ δεκαετίας ταξίδι που είχε κάνει με τη γυναίκα του, σε κάτι φίλους, που ΄χαν σπίτι στην 'Αμπελο.

Στην 'Αμπελο δεν προλάβαμε να πάμε. Λίγες μέρες θα περνούσαμε άλλωστε στην Πάρο. Παρόλο που στο τέλος θα είχαμε περάσει τις πιο μεγάλες σε διάρκεια διακοπές, των τελευταίων χρόνων, εντούτοις αισθανόμαστε και οι δύο ακόμα την κούραση του περασμένου χειμώνα πάνω μας. Συμφωνήσαμε να περάσουμε τις μέρες μας στο κυκλαδονήσι, με τη μικρότερη ταλαιπωρία. (Το κατά δύναμη, αφού για να φτάσει κανείς στις παραλίες χρειάζεται τουλάχιστο μια ώρα δρόμο με ΚΤΕΛ και λάντζες). Αντί για το κάμπινγκ του Κριού, που θα απαιτούσε μετακίνηση με μέσο, επιλέξαμε αυτό της Παροικιάς. Ηταν μικρό, ήσυχο, καθαρό και με ξένους τουρίστες. Στήσαμε τη σκηνή, κάτω από τον ίσκιο μεγάλων δέντρων. Μόνο για λίγο, νωρίς το πρωί, ο ήλιος φώτιζε πάνω μας. Βρήκαμε καρέκλες και ένα κορμό δέντρου για τραπέζι. Θα τον μοιραζόμαστε με ένα ζευγάρι νεαρών Γερμανών, που είχαν δίπλα τη δική τους σκηνή. Πολύ φιλικοί και οι δυο τους. Ο ένας ξανθός με όμορφα φωτεινά γαλαζωπά μάτια. Ψηλός, όχι ιδιαίτερα γυμνασμένος. Θα τον έλεγες λίγο γεμάτο. Ο άλλος μελαχρινός, πιο αδύνατος και μάλλον πιο όμορφος. "Σαν τους Modern Talking, δεν είναι;" σχολίασα το πρώτο βράδυ όταν πέσαμε για ύπνο, κάνοντας τον Αρη να γελάσει δυνατά. "Σσσσσ! Θα ακουστούμε" τον παρατήρησα. "Τώρα να δεις τι έχει να ακουστεί..." είπε και κόλλησε τα χείλια του πάνω στα δικά μου...

Οι μέρες κύλησαν γρήγορα στην Πάρο. Πήγαμε μια Κυριακή πρωί στις Κολυμβήθρες. 'Αλλα θυμόμουν εγώ, από το 1988 (ή το ΄89; Παραμένει το ερώτημα.) Μια σχεδόν παρθένα φύση, με τουρίστες να απολαμβάνουν γυμνοί τη θάλασσα και τον ήλιο πάνω στα λεία βράχια. Η κατάσταση που βρήκαμε απογοητευτική. Ξαπλώστρες με ομπρέλες ακόμα και στα ελάχιστα κομμάτια αμμουδιάς. Ελληνες του φραπέ και των αθλητικών εφημερίδων να κυνηγάνε τα παιδιά τους. Ελάχιστοι οι ξένοι τουρίστες. Κανένας γυμνιστής... Βούτηξα σχεδόν με το ζόρι. Οταν η κατάσταση έγινε ανυπόφορη με τον κόσμο, τα μαζέψαμε και με την πρώτη λάντζα γυρίσαμε στη Νάουσα. Κατεβαίνοντας, ρώτησα τον καπετάνιο, ποιά ήταν η πιο ήσυχη παραλία. Μου ανέφερε τον Λαγγέρη "αλλά με τέτοιο καιρό σήμερα, δεν μπορούμε να πάμε. Πηγαίνετε στα Μοναστήρια. Δεξιά μετά τα βράχια..." Και τότε ένα περίεργο χαμόγελο σχηματίστηκε στο αυλακωμένο του πρόσωπο.

Με την επόμενη κιόλας βάρκα, "μπαρκάραμε" για "Μοναστήρια". Είχε αγριέψει ο καιρός και το μικρό σκαρί ανεβοκατέβαινε με δύναμη τα κύμματα. Κάτι γκόμενες ούρλιαζαν κάθε τόσο, σαν να 'βλεπαν τον Σάκη Ρουβά, δεμένο ανάποδα στο κατάρτι, σαν άλλο ομηρικό Οδυσσέα. (Εντάξει, μη του βάζω ιδέες τώρα.) . Εδώ ήταν όλες στην τρίχα, ακόμα και για να πάνε για μπάνιο. Τα βράδια δε, έπαθα σοκ. Ομολογώ, ότι δεν ξενυχτάω συχνά, σε μέινστριμ περιοχές και μαγαζιά, αλλά δεν πίστευα πόσο χυδαία ντύνονται. Σαν πουτανάκια, έβγαιναν αργά μετά τα μεσάνυχτα. Κοπάδια ολάκερα. Ενας κόσμος αντίθετος με αυτόν της Αντιπάρου.

Φτάσαμε στη τσιμεντένια προβλήτα αργά το μεσημέρι. Αφήσαμε το τσούρμο να τρέχει για να προλάβει μια κενή ξαπλώστρα στην παραλία και την επόμενη μπανάνα των κρις κραφτ. Εμείς πήραμε το μονοπάτι δεξιά, πάνω από τα βράχια. Κάποιοι μας ακολούθησαν, για να σταματήσουν στο πρώτο κομμάτι άμμου που βρέθηκε, λίγο πιο μακρυά. Συνεχίσαμε, έχοντας τα κότερα αγκυροβολημένα στα δεξιά μας. Ο ήλιος έκαιγε. Ο Αρης μπροστά με ένα καλάμι στο χέρι και το παρεό ν΄ανεμίζει στον αέρα δεμένο απ΄το κεφάλι του. Εγώ ακολουθούσα, ρίχνοντας ματιές στους κοκκινωπούς βράχους που υψώνονταν περήφανοι στ' αριστερά. Τα κότερα αυξάνονταν, σημάδι ότι φτάναμε κάπου. Και φτάσαμε. Ξαφνικά, τα βράχια χαμήλωσαν και μια αμμουδιά, έρημη σχεδόν, ανοίχτηκε μπροστά μας.

Γαλάζια νερά μας δέχτηκαν στη δροσιά τους. Κάτι, αμυδρά μου θύμησε το αγαπημένο Πορί. Ξαπλώσαμε γυμνοί πάνω στην άμμο, με το κύμμα να φιλά τα πόδια μας. Ευχαρίστησα τον Θεό, για την ευτυχία που έννοιωθα. Ο Αρης δίπλα μου, να αγγίζει τα δάκτυλά μου. Η ματιά του μέσα στη δική μου. Και ο βοριάς, από το μπροστινό άνοιγμα, να θέλει να μας σπρώξει ξανά και ξανά στο νερό... Στην παραλία αυτή, θα περνούσαμε και τις επόμενες ημέρες μας. Με τη ζεστασιά του ήλιου, τη δροσιά της θάλασσας, την αγριάδα των βράχων και τον ήχο του αέρα. Που και που θα πετούσε κάποιος μοναχικός γλάρος ή μερικά κατσίκια θα κατέβαιναν απ΄τα βράχια ως κάτω. Ετρεχε τότε γυμνός ο Αρης, να τους ρίξει μια φέτα ψωμί. Και εγώ έμενα να τον κοιτάζω.

Στην παραλία συναντούσαμε ελάχιστους άνδρες (εκτός από τα κατσίκια). Την τελευταία μέρα, κατέφτασε ένας καβαλάρης πάνω σε ένα μεγάλο τζετσκί. Γύρω στα 40, μελαχρινός, με πυκνά μαλλιά. Γθύθηκε και κάθησε κατάχαμα στην άμμο, με τα χέρια ανάμεσα στα σκέλια. Επεσε ο ήλιος, μείναμε οι τρεις μας. Εκείνος κοιτούσε προς το μέρος μας, με την ανάλογη δόση θράσους, που απαιτούσε η περίσταση. Ηταν φανερό τι ζητούσε. Η τελευταία βάρκα από τη Νάουσα πέρασε μπροστά διασχίζοντας την ήρεμη θάλασσα. Αρχίσαμε να μαζεύουμε μαγιό, πετσέτες, παρεό, ομπρέλα. Περπατήσαμε από μπροστά του και τον αφήσαμε εκεί. Κρίμα που δεν μπόρεσα να ρίξω μια τελευταία ματιά στην παραλία, πίσω μου. Την επόμενη μέρα θα τον συναντούσαμε στο πλοίο. Αυτή τη φορά ως οικογενειάρχη. Με γυναίκα και μια ενοχή στο βλέμμα...

Το κινητό, βάλθηκε να μας σηκώσει από τις οκτώ το πρωί. Eνα "Wake up and close this mobile" ακούστηκε από κάπου. Το πρωινό φως του ήλιου έλουζε ήδη το εσωτερικό της γαλάζιας σκηνής σ' ένα αλλόκοτο φως. Τράβηξα τον Αρη ξανά στην αγγαλιά μου. Ηταν ζεστός καθώς τύλιγε τα χέρια του γύρω απ' τον λαιμό μου. Εγειρα το κεφάλι μου, ν΄ακουμπίσει στο δικό του. Μπερδεύτηκαν τα μαλλιά και οι ανάσες. Ενώθηκαν τα χείλια. Είδα τα γυμνά σώματά μας μπλεγμένα σε ένα. Γαλαζωπά και ασάλευτα. Αφουγκράστικα το πρωινό. Πουλιά, τιτίβιζαν πάνω στα δένδρα. Ακουσα τον αέρα να κηνυγιέται μες τις φυλλωσιές. "Τι ώρα φεύγει το πλοίο;" "Αργά..." απάντησα και τον φίλησα τρυφερά στο μέτωπο.

6 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 3 - Το παρεό

Caro diario

To ραδιόφωνο στο ταξί, έπαιζε λαϊκοπόπ και νέο Νταλάρα. Ο ταξιτζής φάνηκε ιδιαίτερα ομιλητικός, παρόλες τις ευχές μου, περί του αντιθέτου. Ο Αρης προσπαθούσε να δίνει απαντήσεις και εγώ από δίπλα του, να σφίγγω με δύναμη τα μάτια, λες και έτσι θα φτάναμε μια ώρα αρχίτερα. Που και που, ο οδηγός έριχνε προς τη μεριά μου καχύποτες ματιές, μέσα από τον καθρέπτη. Με το κεφάλι γερμένο προς το παράθυρο εγώ, έβλεπα τα πλατάνια των Ολυμπιακών Αγώνων να τρέχουν αντίθετα από εμάς. Τα μόνα που αξιοποιήσαμε, σκεφτόμουν, έστω και αν προσπαθούμε να τα στρογγυλοποιήσουμε προς τα κάτω, κλαδεύοντας τις κορφές τους. Κάθε τόσο αφήναμε πίσω μας, υπαίθριες διαφημίσεις με τα γυμνασμένα αντρικά κορμιά της Glou, ξαπλωμένα σε ταράτσες και πεζοδρομία.


Ξάπλωσε γυμνός απέναντί μας. Τον είχα δει από μακρυά. Περπατούσε στην άμμο με μικρά, προσεκτικά βήματα, καθώς το κίτρινο παρεό, έσφυγγε δυνατά την λεπτή, σμιλεμένη του μέση. Είχε κάτι πάνω του, που φώναζε "Δείτε με..." Γύρισε με τη ματιά του, ένα γύρο την παραλία, πριν αποφασίσει να σταθεί μπροστά μας. Με μια αποφασιστική κίνηση έλυσε το παρεό και αφέθηκε γυμνός στον ήλιο του μεσημεριού. Γύρω στα 25, μελαχρινός με τα μαλλιά να κυλάνε χαμηλά ως το σβέρκο, πρόσωπο με γωνίες, γυμνασμένος σαν μοντέλο. Μαύρισμα (ή σολάριουμ;) σε όλο το κορμί του. Και να μη το "φώναζε" ο ίδιος, πάλι θα τον πρόσεχες. Ξεχώριζε από όλους τους λέτσους και τα φρικιά του νησιού.

«Εχει μπέρδεψει τη Μύκονο, με την Αντίπαρο, παιδί μου, δεν το βλέπεις;» είπε ο Αρης και γύρισε μπρούμητα να ζεστάνει την πλάτη του. «Ελα, βάλε μου αντιλιακό τώρα. Και να μην αφήσεις ασπρίλες πάλι...» έκανε δήθεν αυστηρά. «Και εμείς, τι θέλουμε σε τούτο το νησί, καλέ μου;» Ρώτησα εγώ, ζουλώντας το μπουκάλι με την άσπρη κρέμα στην πλάτη του. «Ελα μου ντε! Απάντησε εσύ, μιας και το διάλεξες... Για να σε ακούσω, λοιπόν...» είπε, χτυπώντας τα δάκτυλα στην πετσέτα. Προσπάθησα να κερδίσω λίγο χρόνο, ρίχνοντας και δεύτερη δόση αντιλιακού, κάνοντας την επάληψη να μοιάζει τουλάχιστο με μασάζ κινέζου εργασιομανή. «Να σου πω...» ξεκίνησα να λέω. «Ηρθαμε εδώ για να έχουμε παραλία γυμνιστών, μπροστά από το κάμπινγκ» απάντησα, όσο πιο ειλικρινά μπορούσα. «Και η παραλία δεν αξίζει πολλά, το παραδέχομαι.» είπα. «Α! Και..;», επέμεινε ο Αρης.

Ε, τι «και»... Τί μπορούσα να του πω; Καταρχήν, τo τεράστιο κάμπινγκ έμοιαζε με ιδιότυπο στρατόπεδο. Χωρισμένο με καλαμένια παραπετάσματα σε κοινότητες. Ολων των ειδών και των ρευμάτων. Χεβιμεταλάδες, ροκάδες, σκίνχεντ, αναρχικοί, "νεοναζί" (σαν τον φάτσα, που συναντήσαμε στον «Διόνυσο» και δεν έριξε ματιά πάνω μας όσες φορές συναντηθήκαμε) και δε ξέρω πόσες άλλες φυλές φιλοξενούσε. Κάποιοι δε, κοιμόντουσαν στην παραλία και όση ώρα μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, τριγύριζαν μέσα στους χώρους της κατασκήνωσης.

Ομάδες κοριτσιών από κείνα με τις ...μακρυές φούστες και τα ασορτί ταγάρια περασμένα χιαστί στο στήθος, λοξοκοιτούσαν όποια τολμούσε να ΄χει έστω βαμμένα νύχια.
Μπακουρομάδες αγοριών, αγενέστατες και θορυβώδεις. Με την απαραίτητη μπάκα και το μαλλί αλογοουρά. (Με τέτοιο κοινό, πως να παραμείνει για γυμνιστές η παραλία του Θεολόγου;) "Ελα ρε μαλάκα. Μαλάκα δεν μπορείς να φανταστείς. Τι λες ρε, μαλάκα..." Τυπικός διάλογος...

Μέσα σε όλο αυτό το συμφερτό, υπήρχαν αρκετοί νορμάλ ξένοι τουρίστες με μικρά παιδιά (απαραίτητο "αξεσουάρ" το παιδικό καροτσάκι για όσους επιλέγουν το συγκεκριμένο νησί) και... εμείς! (Νορμάλ και εμείς!) «Λοιπόν Aρη, τα μαζεύουμε να πάμε Πάρο; Χειρότερα δε γίνεται!» είπα. Ο Αρης, ορθώθηκε με μιας δίπλα μου φωνάζοντας: «Αλλος για τη βάρκα μου...» Βάλαμε και οι δυό τα γέλια, κάνοντας τον τυπάκο με το παρεό, να μας κοιτάξει, έστω και για μια στιγμή, κατεβάζοντας μια ιδέα τα μαύρα του γυαλιά...





Συνεχίζεται...

3 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 2 - "Ο Ελληνας"

Caro diario

Το ταξί χώθηκε αργά στην κίνηση της πόλης. Εγώ, με τον Αρη δίπλα μου να έχει αναλάβει να δίνει όλες τις απαντήσεις στην περιέργεια του μεσήλικα οδηγού μας, να προσπαθώ να προσαρμοστώ στις εικόνες της πόλης που εισβάλουν στα μάτια μου. Με μια γεύση αλμύρας στο στόμα αφέθηκα πίσω από το λιγοστό φως του απογεύματος να ταξινομώ τις άλλες εικόνες, εκείνες που αφήσαμε πίσω μας. «Πότε φτάσατε στο νησί», άκουσα να ρωτά ο οδηγός, προσπαθώντας να μας δει μέσα από το μεγάλο καθρέπτη του αυτοκινήτου...


Στις 12 ακριβώς, είχαμε αποβιβαστεί στην Πάρο. Τραβώντας μια μεγάλη βαλίτσα και με 2 σακίδια ο καθένας στην πλάτη του, σταθήκαμε στη γωνία της προβλήτας, περιμένοντας κάποιο καράβι, που θα μας περνούσε απέναντι. Στην Πάρο είχα ξαναπάει για διακοπές το '88. 'Η μήπως ήταν το '89; Βάλθηκα να ψάχνω στα χνάρια του χρόνου για τη σωστή απάντηση. Μάταια... Τότε ήταν πάντως, με τον θείο Λύσσανδρο, τη θεία Λουίζα (τα 2 λάμδα, όπως τους αποκαλούσε το σόι) και με τον αδερφό μου. Σαν να ΄ταν χθες και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Τώρα ο αδερφός μου είναι σε ταξίδι του μέλητος και εγώ βρίσκομαι στο νησί με τον Αρη. Οσο για τα 2 "Λ", εξακολουθούν να μας έχουν ως παιδιά τους, αφού εκείνοι, δεν απέκτησαν.

Στο λιμάνι κόσμος και ντουνιάς. Τα αυτοκίνητα να κορνάρουν δαιμονισμένα, καράβια να 'ρχονται - συνήθως όλα την ίδια ώρα, όπως θα διαπίστωνα και αργότερα- και αγουροξυπνημένοι έλληνες τουρίστες να ψάχνουν για το μπρέκφαστ, τουτέστιν φραπέ. Ο "Διόνυσος" ήρθε, ευκίνητος - παρά την ηλικία του- και μας φόρτωσε για απέναντι. Αφήσαμε τα μπαγκάζια μας μέσα, μαζί με τους υπόλοιπους και καθήσαμε έξω στην πρύμνη, σε ένα πάγκο με τρεις πλαστικές καρέκλες. Ενα ζευγάρι ετεροφυλόφιλων ήρθε να καθήσει σε ένα δεύτερο πάγκο σχηματίζοντας μ' εμάς ορθή γωνία. Εκείνος ψηλός και λεπτός με σώμα, που θα τον έκανε άλτη του ύψους. Μαυρισμένος και αξύριστος. Θα τον έλεγες ωραίο. Ασάλευτος, με τα πόδια απλωμένα απέναντί μας, κοιτούσε τους γλάρους πάνω από τον ορίζοντα. Μπορεί και να κοιμόταν. Εκείνη με μια ξινίλα στα μούτρα, φορούσε μεγάλα γυαλιά ηλίου και μιλούσε συνεχώς στο κινητό. Σα να έδινε οδηγίες, ένα πράγμα. Κοιτώντας τους, δεν μου δημιούργησαν την ανάγκη να πλάσω, όπως κάνω συνήθως, μια ιστορία για λόγου τους.

Περιμέναμε να ξεκινήσουμε, γιατί κάθε τόσο οι εργάτες άνοιγαν και ξανάνοιγαν την πλαϊνή μπουκαπόρτα, τραβώντας κάτι σχοινιά, για ν' ανεβάσουν και άλλους καθυστερημένους επιβάτες. Ενας από αυτούς, πήδηξε πάνω με ένα σάλτο την τελευταία στιγμή. Πρόσεξα το αυστηρό του ύφος. Τράβηξε μαζί του, σχεδόν με το ζόρι και ένα σκύλο, που έσερνε από ένα φθαρμένο λουρί. Εδειχνε να γνωρίζει κάθε σπιθαμή. Εφερε με μια ματιά το πλοίο βόλτα. Στάθηκε στη μεριά μας. Ηρθε και κάθησε δίπλα μας, στην τρίτη καρέκλα.

Τον εξέτασα καλύτερα. Γύρω στα 30, ηλιοκαμμένος και γυμνασμένος αρκετά. Ωραίος το δίχως άλλο. Ξανθός, κουρεμένος με την ψιλή, έχοντας αφήσει μια λεπτή λωρίδα ξυρισμένη στο κεφάλι του, ενωμένη πάνω από το φρύδι με το "κόντρα" ξυρισμένο του πρόσωπο. Δεν μπορούσες να αγνοήσεις τα σκούρα, μελιά του μάτια, που δεν έκρυβε πίσω από γυαλιά. Φορούσε μόνο μια στρατιωτική βερμούδα. Καθώς έσκυψε να δέσει το λουρί του σκύλου στο πόδι του πάγκου, δεν αντιστάθηκα να κοιτάξω μέσα στο άνοιγμα του ρούχου, χαμηλά στη μέση του, που δημιούργησε το λύγισμα του κορμιού του προς τα εμπρός. Δεν φορούσε τίποτα άλλο από μέσα. Τράβηξα το βλέμμα, σχεδόν με ενοχή. Τον κοιτούσα με την άκρη του ματιού μου. Εβλεπα τις ξανθές τρίχες των ποδιών του, που γυάλιζαν χρυσαφένιες σαν τις φώτιζε ο ήλιος, να μπλέκονται με τις δικές μου. Το δέρμα μου τεντωμένο, έτοιμο να αισθανθεί την παραμικρή ζεστή επαφή με το δικό του. Πρόσεξα τα χέρια του. Χοντρά δάκτυλα, με νύχια βαθειά κομμένα. Στα πόδια μαύρα δετά μποτάκια.

Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν ξένος, από κείνους τους βόρειους ξανθομπάμπουρες που μου αρέσουν. Ενας ακόμα Νορβηγός, που βρίσκονται κατά χιλιάδες σε τούτα τα νησιά, σκέφτηκα. Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως, όταν έβγαλε από ένα παλιοκαιρισμένο σάκο, που δεν είχα προσέξει ως τότε, ένα βιβλίο για σκύλους, γραμμένο στα ελληνικά... Κοιταχτήκαμε με τον Αρη, γιατί ήμουν σίγουρος ότι και σε αυτόν θα είχε κάνει εντύπωση ο τυπάκος και ανοιγοκλείνοντας τα χείλια μου τον άφησα να διαβάσει "Ε Λ Λ Η Ν Α Σ".

Την ίδια στιγμή, από τα σιδερένια σπλάχνα του "Διόνυσου" ακούστηκε ένας παρατεταμένος θόρυβος, που έκανε το πλοίο να συρθεί αργά, μακρυά από την προβλήτα. Αφήσαμε το λιμάνι της Πάρου, με το μύλο και τη μικρή εκκλησία με το γαλάζιο τρούλο, τελευταία σημάδια της στα μάτια μας. Ο αέρας ανακάτευε τα μαλλιά μας καθώς τα κύματα τράνταζαν το παλιό καράβι, που γρήγορο ωστόσο έτρεχε προς τον προορισμό μας.

Ο «Ελληνας» δεν σήκωνε τα μάτια του από το βιβλίο. Ο σκύλος του είχε μουλώξει κάτω από το κάθισμα της «ξυνής», που είχε κλείσει το κινητό και τώρα κοιτούσε το κενό μπροστά της. Κανείς δεν έδειχνε να είχε όρεξη για κουβέντες, εκείνο το μεσημέρι της Δευτέρας. Που και που, μόνοι εμείς, πετούσαμε καμιά λέξη για το τοπίο, κάτι είπαμε για το νησί των Γουλανδρήδων. Βγάλαμε και μερικές φωτογραφίες. Ξαφνικά, ο φάτσας δίπλα μου, έκλεισε απότομα το βιβλίο. Ενα ανασήκωμα των ώμων μου το ένοιωσα. Απίθωσε με αργές, προσεχτικές κινήσεις το βιβλίο των σκύλων πάνω στο δεξί του μηρό. Ο σκύλος σήκωσε πρώτα το κεφάλι του, και μετά τα αυτιά του, κοιτώντας στα μάτια το αφεντικό του. Εκεινος έδειχνε μάλλον αναποφάσιστος. Πήρε το βιβλίο στα χέρια και σηκώθηκε. Στάθηκε για μια στιγμή πάνω από τα κεφάλια μας και μας κοίταξε, σχεδόν με αηδία. Πισωπάτησε δυο βήματα και χάθηκε. Προτίμησε να σταθεί όρθιος, παρά δίπλα σε δύο αδελφές. Από τότε προσέλαβε το προσωνύμιο «Νεοναζί». Θα συναντιώμαστε και στο νησί, αφού εκείνος έμενε ήδη στο κάμπινγκ, που ήταν και ο δικός μας προορισμός...


Συνεχίζεται...

1 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 1 - Η επιστροφή

Caro diario

Μερικές στιγμές νομίζω ότι έχω λείψει για μήνες, κάποιες άλλες νομίζω πως ήταν μονάχα ένα πεφταστέρι που έσβησε στη θάλασσα της θύμησης. Οπως και να έχει, βρίσκομαι πίσω, "εις το κλεινόν άστυ", όπως κάποιοι έγραφαν το κέντρο της πόλης μας, όταν ακόμα η Κηφισιά ήταν εξοχή, και στου Γκύζη είχε αμπελώνες.


Εγειρα το κεφάλι πίσω στο "αεροπορικό" κάθισμα του "Χαϊ σπιντ 3" και άπλωσα τα πόδια μπροστά, έως ότου βρουν στο σωσίβιο του μπροστινού τεκνού, με το γυαλί και τη καρώ βερμούδα. Ο Αρης στο παράθυρο να κοιτάζει απ΄ έξω το γαλάζιο του Αιγαίου, που έμενε πίσω μας. Το πλοίο άφηνε στα απόνερα, μια γραμμή λευκή σαν τα μαντήλια των αποχαιρετισμών. Τότε έγειρα μια ιδέα τον ώμο μου για να βρει τον δικό του και φευγαλέα άγγιξα τα δακτυλά του. Ισιωσα το βλέμα μπροστά για να καρφωθεί απαθές πάνω στη βουβή οθόνη μιας τηλεόρασης. Ηταν οι πρώτες εικόνες της επιστροφής.

Ειδήσεις. Κάποια νεαρή διάβαζε από το οτοκιού, ενώ τα κρόουλ περνούσαν κάτω από χέρια της. Φωτιές έβλεπα, πυροσβέστες, μια γυναίκα αλλόφρονη να σηκώνει τα γυμνά της χέρια προς τον ουρανό. Μετά ξανά η νεαρά, γέμισε την οθόνη. Απαθής συνέχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα της, προτού εμφανιστεί ο επί της ναυτηλίας Κεφαλογιάννης. Την ίδια στιγμή ένα κύμα ταρακούνησε το πλοίο, που περίμενε ακινητοποιήμενο επί 20' αντίκρυ στην Πορτάρα. Πρόσεξα καλύτερα το λογότυπο. Σωστά... "Η ώρα της Ρηγίλλης" ή αλλιώς οι ειδήσεις στην ΕΡΤ. Κεφαλογιάννης, λιμάνια, αποκαμωμένοι ταξιδιώτες, μπαγκάζια. Ξανά Κεφαλογιάννης να με κοιτά τώρα κατάματα με το σπινθηροβόλο βλέμμα του. Φρούμαξα! Σηκώθηκα να αγοράσω καφέδες και νερά. 8 ευρώ και 40 λεπτά, το σύνολον! Αντάρα...

Δεν περνούσε η ώρα. Πιάναμε Μύκονο. Σε λίγο ξανά το ηχογραφημένο μήνυμα για την ασφάλεια του πλοίου. Ξανά η κοπέλα με τη μπλε στολή, φορώντας σωσίβιο με το "καρούμπαλο" στα χέρια να περνά τρέχοντας σχεδόν, ανάμεσα στους διαδρόμους. Ξανά να μη της δίνει κανείς σημασία. (Νομίζω ότι ήταν έτοιμη να τα μπίξει). Μερικοί μπορεί να νομίζανε κιόλας, ότι εκείνο το ασορτί πορτοκαλί "πράγμα" γύρω από το λαιμό της είναι κάποιο νέο αξεσοραίζ. "Τι τα θες... Η Μύκονος ήταν πάντα μπροστά στη μόδα. Πες το ψέματα..." Και να 'σου και τα μοδάτα μας. Νεαροί καλοντυμένοι ανά ζεύγη ή κατά μόνας, έτοιμοι να επιβιβαστούν. Τους έβλεπα από ψηλά και αναρωτήθηκα πόσους έχω "συναντήσει" στο gaydar. Ολοι με αθλητικό παπούτσι, (κανείς με σαγιονάρα - είναι πασέ αγάπη μου) βερμούδα μέχρι το γόνατο (πόντο πιο κάτω!) να φαίνεται το τριμαρισμένο πόδι, πουκάμισο λευκό, άντε και μπλε ριγέ -εκείνο των ιστιοπλόων- πάντα ανοιχτό (να δείξει το αποτριχωμένο στήθος), γυαλί στρογγυλό τύπου ρεϊ μπαν, μαλλί τρίποντο το πολύ. Στο χέρι μόνο το ρολόι. Ενα κλάσικ τατσ. Και να μη παραλείψω μια σημαντική λεπτομέρεια. Η βερμούδα κατεβασμένη μέχρι τα πλαϊνά της λεκάνης, να φαίνεται λίγο από το τατού και τουλάχιστο το μισό CK. "22 ευρώ - Ε, όχι και στις εκπτώσεις χρυσσσσό μου- από του Vardas, ξέρειςςςςςς..."

Διάβασα, άκουσα μουσική, κοιμήθηκα. Μας πήρε απόγευμα. Βγήκαμε έξω για λίγο με τον Αρη, να πάρουμε μια στάλα αέρα. Το καμπαναριό της Παναγιάς, ξεπρόβαλε για λίγο μέσα από τους λευκούς τοίχους των σπιτιών. Ο αέρας πήρε το καπέλο ενός λιμενεργάτη και το πέταξε πάνω στα αφρισμένα νερά καθώς το πλοίο προσπαθούσε να δέσει. Ενοιωσα ένα σφίξιμο, με την εικόνα αυτή. Ξαφνικά κρύωνα. Πέρα στο υπόστεγο ένα τσούρμο ταξιδευτές περίμεναν να τους ανοίξουν για να ξεχυθούν σαν μονομάχοι στην αρένα. Κάτω από τα πόδια μας, λιγοστοί επιβάτες άφησαν το πλοίο για να κατέβουν στην Τήνο. Τα "room to let" τους περίμεναν ακριβώς απέναντι. Ανάπηροι με καροτσάκια, ανήμποροι με μαγκούρες και "πι" προσπαθούσαν να ανέβουν τον καταπέλτη που αυλάκωνε τα τσιμέντα. Ο αέρας της Μυκόνου δεν φτάνει ως εδώ...

Επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Ενα μέλος του πληρώματος (και κούκλος με τη στολή...) με πληροφόρησε ότι θα πιάναμε Ραφήνα την προγραμματισμένη ώρα, παρά την καθυστέρηση στο λιμάνι της Νάξου. Προφανώς τα ταχύπλοα δεν είναι τόσο ταχύπλοα όσο θα μπορούσαν να ήταν... Φτάσαμε Ραφήνα, αργά το απόγευμα με τη ζέστη και την υγρασία του λιμανιού να μας υποδέχονται φουριόζες. Πριν μπούμε στο ταξί, έριξα μια ματιά στο εκκλησάκι, ψηλά στο βράχο, πάνω από τα Καραμανλέϊκα. Ευχήθηκα να έρθει σύντομα η μέρα που θα γυρίσουμε ξανά απ' το Αιγαίο. Α, και ο ταξιτζής, που μου φώναζε να βιαστώ να μην έχει όρεξη για κουβέντα...




1 Ιουνίου 2007

Παρασκευή κι απομεσήμερο

Caro diario


Παρασκευή απομεσήμερο στο γραφείο. Καθιερωμένη χαλάρωση μετά από μια "κουτσή" λόγω τετραημέρου για μας τους LA*. Mερικά λευκά σύννεφα αρμενίζουν απέξω. Τα μισάνοικτα παράθυρα αφήνουν ένα αεράκι να χαϊδεύει τους ανθρώπους τριγύρω μου. Αναπολώ τις στιγμές, τότε που είχα μακρυά τα μαλλιά και ένα παλιό αγέρι έπαιζε με τα ατίθασα τσουλούφια μπροστά στα μάτια μου. Με έκανε να αισθάνομαι όμορφος. Μερικές στιγμές το πίστευα κιόλας, ειδικά όταν ήμουν χαρούμενος. Μετά ήρθαν τα χρόνια και πέσαν πάνω μας. Χθες ο Αρης καθώς κοιταζόμασταν ξαπλωμένοι αντικρυστά στο κρεβάτι, με τα χέρια να στηρίζουν τους λαιμούς, είπε "γερνάμε". Και δεν είχε άδικο. "Γερνάμε μαζί και αυτό είναι υπέροχο Αρη", είπα εγώ, όχι για να ελαφρώσω τη στιγμή, αλλά γιατί έτσι πιστεύω.


Το περασμένο τριήμερο του Αγ. Πνεύματος, που άρχιζε για το LA. σαν σήμερα πριν από μια εβδομάδα, με κάνει να μελαγχολώ. Ετοιμασίες. Ρούχα, (μόνο τα απαραίτητα) σκηνή, φακοί, αντιλιακά, ομπρέλες, χάρτες... Η αναχώρηση, το ταξίδι. Προορισμός η Χιλιαδού. Φτάσαμε πρωί Σαββάτου. Σχεδόν έρημη η μεγάλη παραλία. Αφήσαμε το αυτοκίνητο και προχωρήσαμε να βρούμε την παραλία των γυμνιστών. Κάπου προς τα βόρεια είχα διαβάσει. Ανεβήκαμε το δρομάκι. Στην κορυφή, η ανάσα μας δυνάμωσε. Οι κόρες των ματιών μας άνοιξαν. Από κάτω απλώνονταν η παραλία, με τις δεκάδες σκηνές να χρωματίζουν το τοπίο και τα γυμνά σώματα των νεαρών κατασκηνωτών να περιφέρονται στη ζεστή αμμουδιά.


Γυμνοί στον ήλιο, αρχίσαμε να στήνουμε, τελευταίοι πριν τη βόρινη σπηλιά, με το άνοιγμα της σκηνής να έχει θέα τη μικρή παραλία. Στο πλάι σηκώνοταν το βουνό με τα φυτά να έχουν σκαρφαλώσει πάνω στις σκοτεινές του πέτρες. Από απέναντι ο μεγάλος βράχος σαν σκαλινό τρίγωνο, έκοβε τον αέρα. Κάναμε το μπάνιο μας. Φάγαμε γυμνοί πάνω στα βότσαλα. Κοιμηθήκαμε κάτω από τη σκιά του βράχου, με το κύμα να χαϊδεύει τα πόδια μας. Αδειασε το μυαλό μας. Τα κινητά δεν έπιαναν καλά. Τα κλείσαμε. Είμαστε μόνοι μας έτοιμοι να παραδοθούμε στη φύση.


Το Σαββατοκύριακο πέρασε καλοκαιρινό. Κυριακή βράδυ ροζ σύννεφα με γκρίζες πινελιές σκέπασαν τον ορίζοντα. Το φεγγάρι μεγάλωνε και ασήμιζε την άμμο. Οι πρώτες φωτιές άναψαν, μαζί με τη δική μας. Γυμνά κορμιά καθισμένα δίπλα δίπλα, φωτιζόμενα από της φλόγες και το φεγγάρι. Και ο ήχος της θάλασσας να έρχεται από παντού. Και ο αέρας να περνά ανάμεσά μας για να ενώσει συνωμοτικά όλους μας σε κάτι μαγικό. Ηταν μια εικόνα που μου θύμιζε αρχαίο στρατόπεδο πριν από τη μάχη.


Οι πρώτες ψιχάλες έπεσαν στις 2 το πρωί. Τις άκουσα πάνω στη σκηνή, σαν κάποιος να χτυπούσε μια πόρτα. Πατ, πατ πατ... Ψιθυρισμοί και θόρυβοι από τους νεαρούς μας γείτονες. Βρεθήκαμε όλοι έξω στη νύχτα γυμνοί, να μαζεύουμε πράγματα για να μην βραχούν και να δυναμώνουμε τα πασαλάκια των σκηνών. Είχε ακόμα φεγγάρι... Μπορεί τελικά και να μην έβρεχε. Επέστρεψα κάτω από τις κουβέρτες, δίπλα στο ζεστό σώμα του Αρη. Τον πήρα αγγαλιά και κοιμήθηκα.


Ξυπνήσαμε απότομα στις 8 τοπρωί. Ενας δυνατός αέρας απειλούσε να σηκώσει τη σκηνή μαζί με εμάς. Η άμμος χτυπούσε με δύναμη πάνω στο λεπτό ύφασμα, πριν οι πρώτες σταγόνες πέσουν για να ενωθούν με τη θάλασσα. Γελάσαμε δυνατά με την επερχόμενη περιπέτεια. Ανοίξαμε δειλά το παράθυρο της σκηνής, για να δούμε τους υπόλοιπους. Πανικός! Ετρεχαν γυμνοί μες τη βροχή για να μαζέψουν πράγματα, να κλείσουν σκηνές και ομπρέλες. Αλλοι έψαχναν για ρούχα και κλειδιά αυτοκινήτων... Βρισιές και κατάρες για τον κακό μας τον καιρό.


Τα δικά μας γέλια σταμάτησαν απότομα. Κοιταχτήκαμε και αγγαλιαστήκαμε μέσα σε μια δυνατή στιγμή. Βρεθήκαμε να κάνουμε έρωτα, ενώ η καταιγίδα χτυπούσε την παραλία μας. Μέσα στον γενικό πανικό, κανείς δεν θα έδινε σημασία σε μια σκηνή, που κουνιώταν αντίθετα προς τον άνεμο. Ούτε με κάτι ακατάληπτα λόγια που έπεφταν μαζί με τη βροχή. Τελειώσαμε πάνω στα υγρά σεντόνια. Την ίδια στιγμή δύο σύννεφα συγκρούονταν στον ουρανό.


Μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας είχαμε μείνει μόνοι μας μαζί με άλλες δύο τρεις σκηνές κάπου προς τη μέση της παραλίας. Το πολύ δέκα ψυχές όλες και όλες. Μεταφέραμε τη σκηνή κάτω από το άνοιγμα της βορινής σπηλιάς. Ανάψαμε φωτιά και ακούγαμε τη θάλασσα να σκάει δίπλα μας. Το φεγγάρι βγήκε νωρίς εκείνο το βράδυ. Ψήσαμε και φάγαμε πριν νυχτώσει. Ενα ζευγάρι, κατοίκων της περιοχής που έβγαζε βόλτα το σκύλο του, έφτασε ως εμάς. Στο άκρο της παραλίας. "Παιδιά μην μείνετε για το βράδυ σας εδώ. Αν ο καιρός γυρίσει βοριάς, κινδυνεύετε σοβαρά. Πρέπει να στήσετε τη σκηνή σας πάλι πίσω. Δεν θα βρέξει, ο καιρός ανοίγει".


Επιστρέψαμε και πάλι τη σκηνή, στο αρχικό σημείο, που είχαμε στήσει. Μαζέψαμε τα πράγματα. Την επόμενη θα φεύγαμε νωρίς, ότι καιρό και να έκανε. Κοιμηθήκαμε το βράδυ μας χωρίς προβλήματα. Δεν έβρεξε, δεν φύσηξε. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το κύμα που έσκαγε δυνατά κάτω στην παραλία. Ο καιρός είχε γυρίσει... Αγγάλιασα τον Αρη δυνατότερα και κοιμήθηκα βαρύς στην αγγαλιά του, ως αργά το πρωί της Τρίτης.



Ο ήχος του τηλεφώνου με επαναφέρει με μιας στην Αθήνα. Κανείς δεν έχει όρεξη για δουλειά σήμερα. Το διαπιστώνω από τον συνάδελφο της γραμμής που μου εύχεται στα πεταχτά καλό σαββατοκύριακο, μετά από μια σύντομη ερώτηση. Πήγε τρεις η ώρα. Ο Αρης θα περιμένει κιόλας στην είσοδο. Πρέπει να κλείσω. Θα βγούμε για φαγητό με την Μπία. Περιμένει να μάθει πως τα περάσαμε στη Χιλιαδού. Κλείνω πριν με φάει η γκρίνια τους...


* LA. :LyssisAris

6 Μαρτίου 2007

Της εξοχής τα πρωινά

Caro diario

Aκόμα έχω στα μάτια τη λάμψη του φεγγαριού, που μας καλοσώριζε την Κυριακή το βράδυ, πίσω στην πόλη. Ετρεχε και αυτό δίπλα μας, πάνω από τα ναυπηγία, πίσω από τα ηχοπετάσματα της Αττικής οδού έως ότου χαθεί τελικά κάπου πάνω από τα Μεσόγεια. Οπως πάντα ήταν ωραία στης Αλίκης. Φίλη από τα παλιά. Μας έδωσε τα κλειδιά του πατρικού της σπιτιού στο κτήμα με τις πορτοκαλιές και τα περγαμόντα. Καταμεσίς του Αργολικού κάμπου. Το λατρεύω αυτό το μέρος και πάντα αφήνω κάτι από την καρδιά μου σε κείνα τα χώματα.

Που και που κοιτούσα δίπλα μου τον Αρη, που οδηγούσε συγκεντρωμένος. Κάθε τόσο του έλεγα να κοιτάξει πότε δεξιά, πότε αριστερά για να δει και εκείνος -φευγαλαία έστω- τον υπερμεγέθη δορυφόρο. Νομίζω ότι ακόμα κρατούσε κάτι από τα χρώματα της σαββατιάτικης έκλειψης. Την οποία, ερείσθω εν παρόδω, απαρνηθήκαμε για να κάνουμε παθιασμένα έρωτα. Πριν εμφανιστεί ξανά η σελήνη στον ουράνιο θόλο, εμείς προσπαθούσαμε να ξαναβρούμε τις ανάσες μας, κρυμμένοι ο ένας στην αγγαλιά του άλλου.

Τα μάτια μου πονούσαν από τον ήλιο του Σαββατοκύριακου και τα φώτα των μπροστινών αυτοκινήτων της εθνικής οδού. Εγειρα το κεφάλι και βάλθηκα να παρατηρώ τους οδηγούς των αυτοκινήτων, που έτρεχαν δίπλα από το παραθυρό μου. Μερικοί με πρόσεχαν και άφηναν μια παρατεταμένη ματιά απορίας επάνω μου. Από τα ηχεία οι πρώτες αναγνωριστικές μπαλιές στο "Γ. Καραϊσκάκης", με έκαναν να χτυπώ κάπου κάπου δυνατότερα του συνηθισμένου τα βλέφαρα. Ηξερα όμως ότι θα δραπετεύαμε. «Αρη, κάτι έχει η νύχτα απόψε, ε;» είπα γυρίζοντας προς την μεριά του, για να με ακούσει καλύτερα και να επιβεβαιώσει με τη συμφωνία του, τη δική μου ελπίδα περί "απόδρασης". «Κίνηση έχει, η νύχτα μωρό μου. Κίνηση...» είπε χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο. Χαμογέλασα και συνέχισα να ψάχνω με τα μάτια, τους οδηγούς, των διπλανών αυτοκινήτων.

Τις Κυριακές τα βράδια, πάντα με πιάνει μια μελαγχολία για τις ημέρες που κύλησαν τόσο γρήγορα. Παιδιώθεν. Για τις στιγμές που μας ξέφυγαν. Για τα σχέδια, που καταστρώθηκαν την Παρασκευή. Την βόλτα του Σαββατιάτικου πρωινού ή τον καφέ του απογεύματος. Το σμίξιμο της νύχτας. Το Κυριακάτικο ξύπνημα στο ίδιο μαξιλάρι. Την μυρωδιά του καφέ και την ψύχρα στους ώμους. Για τον σκοπό που σιγοψιθηρίζουμε, πριν ενωθούν ξανά τα χείλη.

«Πού ταξιδεύεις πάλι, παιδί μου;» Ο Αρης ρώτησε με δυνατή φωνή, για να ακουστεί μέσα στον θόρυβο. Εβαλα απαλά το χέρι μου, πάνω στο δικό του, που έστεκε πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων. Την ίδια στιγμή ο σταθμός στο ραδιόφωνο χάθηκε. Η μετάδοση καλύφθηκε από ηχητικά παράσιτα. Μετακίνησα το χέρι μου, από το χέρι του Αρη, λίγο πιο δεξιά για να βάλω το τιούνιγκ. «Αστο να το ακούσουμε, αυτό...» είπε ο Αρης. Θα το άφηνα...

"Της εξοχής τα πρωινά θα τα βρούμε ξανά αγκαλιά στο κρεβάτι και δεν πειράζει που τόσο νωρίς θα κοιτάμε χωρίς να γυρεύουμε κάτι. Της σιγουριάς τα υλικά είναι λόγια γλυκά σε κασέτες γραμμένα γι’ αυτά που ήρθανε τόσο αργά μα τα πήρε η καρδιά με τα χέρια ανοιγμένα...

Η σωτηρία της καρδιάς - είναι πολύ μεγάλο πράγμα σαν ταξιδάκι αναψυχής - μ’ ένα κρυμμένο τραύμα.

Μια παραλία ερημική και ν’ απλώναμε εκεί της ζωής μας το βήμα και δεν πειράζει που τόσα φιλιά πριν να γίνουν παλιά θα τα πάρει το κύμα. Κι εκεί στην άκρη της γραμμής θα χαρίζουμε εμείς τα παλιά μας κομμάτια σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά μα που ρίχναν σκια για να μοιάζουν παλάτια "