Caro diario
Ανοίγω διστακτικά την παλάμη μου, να δω τι έχει απομείνει. Μόλις σκότωσα ένα ξεστρατισμένο κουνούπι, που πέταξε για τελευταία φορά μπρος στα μάτια μου. Δεν ξέρω , τι μ' έπιασε και του στέρησα την υπόλοιπη ζωή του. Σπάνια το κάνω για οποιοδήποτε πλάσμα του κόσμου μου. Αλλά απόψε... έγινε. Και τώρα, απέμεινε μια μωβ κυλίδα στην παλάμη μου.
Λίγη ώρα πριν γυρίσαμε με τον Αρη, από το "Μολ", κατάκοποι και ταλαιπωρημένοι. Με τα χέρια να κρατάνε με δυσκολία τσάντες με δώρα και άλλες με πράγματα δικά μας, κλειδιά, γυαλιά, κινητά, έψαξα να πατήσω τον διακόπτη με την μύτη μου.
- Είδες, για να μην ήθελες να στολίσουμε δέντρο με φωτάκια; Θα βλέπαμε μια στάλα, έκανε περιπαικτικά πίσω μου ο Αρης. Περάσαμε γρήγορα μέσα και μετά η πόρτα σπρώχτηκε πίσω μας με το πόδι.
Κάτσαμε δίπλα δίπλα στον κίτρινο καναπέ. Οι τσάντες μπροστά μας. Από τη μια εκείνες με τα δώρα από την άλλη όσες ήταν για εμάς. Ανοίχτηκαν γρήγορα και το τραπεζάκι γέμισε πράγματα. Τα περισσότερα θα μπορούσες να τα χαρακτήριζες άχρειστα. Αντικείμενα, βιντεο-γκέιμ, βιβλία, σιντί.
- Πάλι γίναμε χρήσιμοι στην - καταναλωτική- κοινωνία, είπε ο Αρης, διαβάζοντας αδιάφορα το οπισθόφυλλο του "Αλδεβαράν" του Μάτεσι.
Απλωσα τα χέρια μου και άνοιξα το νέο τής Πρωτοψάλτη. Τράβηξα με μιας για το στερεοφωνικό. Τρακ νούμερο 4. Πλέϊ...
Ορθιος εκεί μπροστά με τα μάτια κλειστά. Του καθενός μας η καρδιά άλλα τραγούδια λέει κρυφά. Πριν τελειώσει το πρώτο ρεφρέν, ένοιωσα τα χέρια του Αρη, να τυλίγουν τη μέση μου. Τα σκέπασα με τα δικά μου. Τελευταία φορά τα δικά σου σκαλιά ανεβαίνω και φτάνω στο τέρμα. Η αναπνοή του πίσω από το αφτί μου. Τα χείλια του προσπάθησαν να ακολουθήσουν τα λόγια του τραγουδιού. Μη με μαλώνεις σαν παιδί τώρα μαθαίνω απ΄τη ζωή Εγειρα μια ιδέα πιο πίσω το κεφάλι μου. Εγειρε ολόκληρος αριστερά. Πάλι φεύγω από΄δω μ΄ένα βήμα αργό κι οδηγώ στο αντίθετο ρεύμα. Με πείρε μαζί του. Αφέθηκα στη στιγμή μας.
- Ευτυχία, αξία ανεκτίμητη, είπα εγώ.
- Μη λες τίποτα τώρα...
29 Δεκεμβρίου 2007
27 Δεκεμβρίου 2007
Πέφτει βροχή
Caro diario
Απλώνω το χέρι και σβήνω τον διακόπτη. Ανοιξα και τις κουρτίνες να μπει το λιγοστό φως από το παράθυρο. Βρέχει σιωπηλά. Μ' αρέσει τούτη η βροχή. Μπορείς να βγεις έξω ακόμα και χωρίς να κρατάς ομπρέλα.
Ημέρες χωρίς δουλειά. Ημέρες χωρίς σκοπό. Σκέφτεσαι κάτι όπως: "E, θα ξεκουραστώ λίγο". Μεγάλη παγίδα. Πέφτεις στο κρεβάτι. Πιάνεσαι, πονά η πλάτη σου, ειδικά αν είσαι γύρω στα 40. Σου ΄ρχονται στο μυαλό ένα σωρό εκκρεμότητες και άλλα τέτοια. Τράπεζες, πληρωμές, ταχυδρομείο. Ξανά τράπεζες. Αλλες πληρωμές. "Ας το κάνω, να τελειώνει ένα-ένα". Δεν θες να υποχρεώνεσαι. Βλαστημάς την ώρα που πήρες το αυτοκινήτο και όχι να το κόψεις με τα πόδια. Στέκεσαι αμίλητος σε ουρές. Πληρώνεις, υπογράφεις, φεύγεις. Αισθάνεσαι το κρύο να πέφτει πάνω σου. Η βροχή συνεχίζει να κυλάει στα βρώμικα πεζοδρόμια. Κάτω από ένα εξώστη συναντάς τ' απλωμένα χέρια των ζητιάνων. Αναρωτιέσαι για την αλήθεια της εικόνας . Προσπερνάς βιαστικός, διώχνοντας την απάντηση στην απορία σου.
Επιστρέφεις λαχανιασμένος γιατί προτίμησες τις σκάλες από το ασανσέρ. Αφήνεις τα κλειδιά στο τραπεζάκι της εισόδου. Πέφτεις τ' ανάσκελα στον καναπέ. Ρίχνεις το κεφάλι πίσω και κοιτάς το ταβάνι. Ακούγεται μόνο η ανάσα σου, που προσπαθεί να βρει το ρυθμό της. Για πόση ώρα; Αναρωτιέσαι, τι άλλο έχει απομείνει. Κάτι τηλεφωνήματα από κοινωνικές υποχρεώσεις... Απεχθάνεσαι τις τυπικότητες. Τ' αφήνεις για αργότερα. Βρίσκεις δικαιολογία στο ρολόι του τοίχου. "Μεσημέριασε. Κι όλας;" Το απόγευμα θυμάσαι ότι έχεις να πας σε μια κηδεία. Προσπαθείς να σκεφτείς τι έχεις να φορέσεις. Βαριέσαι να πας να ψάξεις μέσα στη ντουλάπα. "Μην ξεχάσω την ομπρέλα".
Η ώρα περνάει γρήγορα. Δεν πεινάς, κρυώνεις. Ρίχνεις ένα ακόμα ξύλο στο τζάκι. Δεν φεύγεις. Στέκεσαι γυμνός, μπρος στο άνοιγμα να ζεστάνεις τις σάρκες σου. Το φως τους βάφει ρόδινο το δέρμα σου. Καίγεσαι. Αποτραβιέσαι στον καναπέ, κοιτώντας έξω τον γκρίζο ουρανό, που γλιστρά στα πλακάκια του μπαλκονιού...
Απλώνω το χέρι και σβήνω τον διακόπτη. Ανοιξα και τις κουρτίνες να μπει το λιγοστό φως από το παράθυρο. Βρέχει σιωπηλά. Μ' αρέσει τούτη η βροχή. Μπορείς να βγεις έξω ακόμα και χωρίς να κρατάς ομπρέλα.
Ημέρες χωρίς δουλειά. Ημέρες χωρίς σκοπό. Σκέφτεσαι κάτι όπως: "E, θα ξεκουραστώ λίγο". Μεγάλη παγίδα. Πέφτεις στο κρεβάτι. Πιάνεσαι, πονά η πλάτη σου, ειδικά αν είσαι γύρω στα 40. Σου ΄ρχονται στο μυαλό ένα σωρό εκκρεμότητες και άλλα τέτοια. Τράπεζες, πληρωμές, ταχυδρομείο. Ξανά τράπεζες. Αλλες πληρωμές. "Ας το κάνω, να τελειώνει ένα-ένα". Δεν θες να υποχρεώνεσαι. Βλαστημάς την ώρα που πήρες το αυτοκινήτο και όχι να το κόψεις με τα πόδια. Στέκεσαι αμίλητος σε ουρές. Πληρώνεις, υπογράφεις, φεύγεις. Αισθάνεσαι το κρύο να πέφτει πάνω σου. Η βροχή συνεχίζει να κυλάει στα βρώμικα πεζοδρόμια. Κάτω από ένα εξώστη συναντάς τ' απλωμένα χέρια των ζητιάνων. Αναρωτιέσαι για την αλήθεια της εικόνας . Προσπερνάς βιαστικός, διώχνοντας την απάντηση στην απορία σου.
Επιστρέφεις λαχανιασμένος γιατί προτίμησες τις σκάλες από το ασανσέρ. Αφήνεις τα κλειδιά στο τραπεζάκι της εισόδου. Πέφτεις τ' ανάσκελα στον καναπέ. Ρίχνεις το κεφάλι πίσω και κοιτάς το ταβάνι. Ακούγεται μόνο η ανάσα σου, που προσπαθεί να βρει το ρυθμό της. Για πόση ώρα; Αναρωτιέσαι, τι άλλο έχει απομείνει. Κάτι τηλεφωνήματα από κοινωνικές υποχρεώσεις... Απεχθάνεσαι τις τυπικότητες. Τ' αφήνεις για αργότερα. Βρίσκεις δικαιολογία στο ρολόι του τοίχου. "Μεσημέριασε. Κι όλας;" Το απόγευμα θυμάσαι ότι έχεις να πας σε μια κηδεία. Προσπαθείς να σκεφτείς τι έχεις να φορέσεις. Βαριέσαι να πας να ψάξεις μέσα στη ντουλάπα. "Μην ξεχάσω την ομπρέλα".
Η ώρα περνάει γρήγορα. Δεν πεινάς, κρυώνεις. Ρίχνεις ένα ακόμα ξύλο στο τζάκι. Δεν φεύγεις. Στέκεσαι γυμνός, μπρος στο άνοιγμα να ζεστάνεις τις σάρκες σου. Το φως τους βάφει ρόδινο το δέρμα σου. Καίγεσαι. Αποτραβιέσαι στον καναπέ, κοιτώντας έξω τον γκρίζο ουρανό, που γλιστρά στα πλακάκια του μπαλκονιού...
20 Δεκεμβρίου 2007
Παλιές προσευχές
Caro diario
O ουρανός μολύβι, έξω από το παράθυρο. Ανεβασμένες οι περσίδες, αφήνουν τη μουντάδα να πέφτει βαριά πάνω στο γραφείο μου. Μαζί της έριξε και μια ησυχία. Λίγοι άνθρωποι, λίγα λόγια. Ελάχιστα και τα τηλεφωνήματα. Κάποιοι κανόνιζαν για τις διακοπές τους στα βουνά, άλλοι έψαχναν τους χάρτες να βρουν τους ακριβούς ξενώνες, στους οποίους θα σκαρφαλώσουν με τα λασπωμένα τους τζιπ.
Ο καιρός αυτός φέρνει στο νου, κάτι παλιά χειμωνιάτικα πρωινά - τότε που ο χειμώνας ήταν χειμώνας- όπου ο πατέρας μου μας πήγαινε - εμένα και τον αδερφό μου- με το φορτηγό του στο σχολείο. Συνήθως καθυστερημένα. Πότε δεν ξύπναγε εγκαίρως, πότε δεν έπερνε μπροστά το φορτηγό, πότε μας άφηνε μη έχοντας άλλη βενζίνη. Το χειρότερο ήταν όταν δεν έπερνε με την πρώτη. Εκλεινα τα μάτια, με δύναμη και προσευχόμουν να μην ξεσπάσει σε βρισιές. Οταν συνέβαινε αυτό, μαζευόμουν ακόμα περισσότερο στη γωνία. Ηθελα να κλάψω, αλλά κρατιόμουν με σφιγμένα τα αφτιά και κοίταζα τον μαβί ουρανό, έξω από το θαμπό παράθυρο. Οπως κάνω και τώρα...
Από κάπου πιάνει το αυτί μου, το ξενέρωτο "Μάι χαρτ γουίλ γκόινγκ ον" και μου ΄ρχεται μια αναγούλα ανάκατη με γεύση μελομακάρονου. Θυμήθηκα ότι το πρωί με είχε κεράσει ένας Διονύσης"-συνάδελφος, για τη γιορτή του. Κοιτάζω τους υπαλλήλους μου που λουφάρουν συστηματικά τις τελευταίες ημέρες και αφήνουν ο ένας τη δουλειά του στον άλλον. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να τους μιλήσω για αυτό ή να το αφήσω να περάσει μαζί με τις κωλο-γιορτές. Εκνευρίζομαι. Στο εμ ες εν ένας παλιός γνώριμος- που από χρόνια επιμένει να συναντηθούμε- εμφανίζεται μετά από καιρό, να μου ζητά το ίδιο πράγμα. Ο Αρης ρωτάει τι θα κάνουμε φεύγοντας από το γραφείο. Δεν βρίσκω κάτι να του απαντήσω. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Προσέχω ότι έχουν ανάψει τα φώτα των δρόμων. Και είναι μεσημέρι... Θέλω να φύγω, να χωθώ στην κρύα μοναξιά της πόλης.
"Τα λέμε"
"ΟΚ"
Κλείνω όλα τα παράθυρα.
O ουρανός μολύβι, έξω από το παράθυρο. Ανεβασμένες οι περσίδες, αφήνουν τη μουντάδα να πέφτει βαριά πάνω στο γραφείο μου. Μαζί της έριξε και μια ησυχία. Λίγοι άνθρωποι, λίγα λόγια. Ελάχιστα και τα τηλεφωνήματα. Κάποιοι κανόνιζαν για τις διακοπές τους στα βουνά, άλλοι έψαχναν τους χάρτες να βρουν τους ακριβούς ξενώνες, στους οποίους θα σκαρφαλώσουν με τα λασπωμένα τους τζιπ.
Ο καιρός αυτός φέρνει στο νου, κάτι παλιά χειμωνιάτικα πρωινά - τότε που ο χειμώνας ήταν χειμώνας- όπου ο πατέρας μου μας πήγαινε - εμένα και τον αδερφό μου- με το φορτηγό του στο σχολείο. Συνήθως καθυστερημένα. Πότε δεν ξύπναγε εγκαίρως, πότε δεν έπερνε μπροστά το φορτηγό, πότε μας άφηνε μη έχοντας άλλη βενζίνη. Το χειρότερο ήταν όταν δεν έπερνε με την πρώτη. Εκλεινα τα μάτια, με δύναμη και προσευχόμουν να μην ξεσπάσει σε βρισιές. Οταν συνέβαινε αυτό, μαζευόμουν ακόμα περισσότερο στη γωνία. Ηθελα να κλάψω, αλλά κρατιόμουν με σφιγμένα τα αφτιά και κοίταζα τον μαβί ουρανό, έξω από το θαμπό παράθυρο. Οπως κάνω και τώρα...
Από κάπου πιάνει το αυτί μου, το ξενέρωτο "Μάι χαρτ γουίλ γκόινγκ ον" και μου ΄ρχεται μια αναγούλα ανάκατη με γεύση μελομακάρονου. Θυμήθηκα ότι το πρωί με είχε κεράσει ένας Διονύσης"-συνάδελφος, για τη γιορτή του. Κοιτάζω τους υπαλλήλους μου που λουφάρουν συστηματικά τις τελευταίες ημέρες και αφήνουν ο ένας τη δουλειά του στον άλλον. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να τους μιλήσω για αυτό ή να το αφήσω να περάσει μαζί με τις κωλο-γιορτές. Εκνευρίζομαι. Στο εμ ες εν ένας παλιός γνώριμος- που από χρόνια επιμένει να συναντηθούμε- εμφανίζεται μετά από καιρό, να μου ζητά το ίδιο πράγμα. Ο Αρης ρωτάει τι θα κάνουμε φεύγοντας από το γραφείο. Δεν βρίσκω κάτι να του απαντήσω. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Προσέχω ότι έχουν ανάψει τα φώτα των δρόμων. Και είναι μεσημέρι... Θέλω να φύγω, να χωθώ στην κρύα μοναξιά της πόλης.
"Τα λέμε"
"ΟΚ"
Κλείνω όλα τα παράθυρα.
13 Δεκεμβρίου 2007
Αχ, έλατο
Caro diario
Ανοιξε ο ουρανός. Ενας ήλιος ντροπαλός κρέμεται κάτω από ένα λευκό σύννεφο. Κοιτώ έξω από το παράθυρο του γραφείου. Εχω διάθεση για χαζολογήματα μεσημεριάτικα. Ισως φταίει ότι εδώ και λίγη ώρα έχει κοπάσει η δουλειά. Ισως πάλι, γιατί χθες ήταν μέρα απεργίας και μια χαλαρότητα σέρνεται ανάμεσα στα γραφεία. Ισως τέλος, για όλα να φταίει το... έλατο. Αχ, έλατο...
Μετρώ τις ημέρες ανάποδα μέχρι τις 8 του Γενάρη, οπότε και θα ξεθυμάνει το τζέρτζελο των Χριστουγέννων. Σκέφτομαι πόσο πολύ μισώ αυτή την εποχή. Θέλω να πάρω ένα στιλιάρι και να ριμάξω όλα τα δέντρα-καρνάβαλους. Και όπου έχουν κρεμάσει φωτάκια και χοντρούς αγιο-βασίληδες, να τα κάνω χίλια κομμάτια. Δεν αντέχω άλλο να ακούω το Λαστ Κρίστμας, σε οποιάδηποτε εκδοχή του. Οπως και ό,τι άλλο έχει καμπανάκια. Δεν αντέχω να ακούω για διακοπές σε χιόνια. Δεν αντέχω να ακούω τον Τσαμτσίκα να μιλά για γαλοπούλες και γουρούνια. Εως τότε θα προσπαθήσω να περάσω τις ηλίθιες τούτες μέρες όσο πιο ήσυχα μπορώ. Αν θα μπορέσω δηλαδή...
Μέχρι τα μέσα της επόμενης εβδομάδας θα έχουν τελειώσει πια και οι τελευταίες εκρεμότητες με το νέο διαμέρισμα. Ο Αρης, μετακόμισε ήδη σε αυτό, εδώ και μερικές ημέρες. Κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, τρέχουμε στα μαγαζιά ψάχνοντας για διάφορα. Κουρτινόξυλα, φωτιστικά, χαλιά, μικροέπιπλα. Αιτήσεις στον ΟΤΕ και άλλα τέτοια διαδικαστικά. Εχουμε κουραστεί πάρα πολύ και το μόνο που μας ξεκουράζει είναι όταν αποκαμωμένοι πια, χαζεύουμε τον ουρανό, αγγαλιά από τον κίτρινο καναπέ. Τώρα πια χωρίς να σκεφτόμαστε μήπως μας δει κάποιος απ΄ τα απέναντι μπαλκόνια. Τελικά είναι πολύ ωραίο το νέο διαμέρισμα.
Σε λίγο θα φύγουμε. Ηδη ο Αρης στέλνει μήνυμα, ότι θα με περιμένει στο αυτοκίνητο. Το γραφείο μύρισε φαγητά. Λάδι και ρίγανη. Κάποιοι θα έχουν παραγγείλει. Ξαφνικά πείνασα. Σκέφτομαι μήπως αντί για μετακόμιση έχουμε μια βόλτα στο κέντρο για φαγητό. Και ας ακούσω και πάλι το Λαστ Κρίστμας...
Ανοιξε ο ουρανός. Ενας ήλιος ντροπαλός κρέμεται κάτω από ένα λευκό σύννεφο. Κοιτώ έξω από το παράθυρο του γραφείου. Εχω διάθεση για χαζολογήματα μεσημεριάτικα. Ισως φταίει ότι εδώ και λίγη ώρα έχει κοπάσει η δουλειά. Ισως πάλι, γιατί χθες ήταν μέρα απεργίας και μια χαλαρότητα σέρνεται ανάμεσα στα γραφεία. Ισως τέλος, για όλα να φταίει το... έλατο. Αχ, έλατο...
Μετρώ τις ημέρες ανάποδα μέχρι τις 8 του Γενάρη, οπότε και θα ξεθυμάνει το τζέρτζελο των Χριστουγέννων. Σκέφτομαι πόσο πολύ μισώ αυτή την εποχή. Θέλω να πάρω ένα στιλιάρι και να ριμάξω όλα τα δέντρα-καρνάβαλους. Και όπου έχουν κρεμάσει φωτάκια και χοντρούς αγιο-βασίληδες, να τα κάνω χίλια κομμάτια. Δεν αντέχω άλλο να ακούω το Λαστ Κρίστμας, σε οποιάδηποτε εκδοχή του. Οπως και ό,τι άλλο έχει καμπανάκια. Δεν αντέχω να ακούω για διακοπές σε χιόνια. Δεν αντέχω να ακούω τον Τσαμτσίκα να μιλά για γαλοπούλες και γουρούνια. Εως τότε θα προσπαθήσω να περάσω τις ηλίθιες τούτες μέρες όσο πιο ήσυχα μπορώ. Αν θα μπορέσω δηλαδή...
Μέχρι τα μέσα της επόμενης εβδομάδας θα έχουν τελειώσει πια και οι τελευταίες εκρεμότητες με το νέο διαμέρισμα. Ο Αρης, μετακόμισε ήδη σε αυτό, εδώ και μερικές ημέρες. Κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, τρέχουμε στα μαγαζιά ψάχνοντας για διάφορα. Κουρτινόξυλα, φωτιστικά, χαλιά, μικροέπιπλα. Αιτήσεις στον ΟΤΕ και άλλα τέτοια διαδικαστικά. Εχουμε κουραστεί πάρα πολύ και το μόνο που μας ξεκουράζει είναι όταν αποκαμωμένοι πια, χαζεύουμε τον ουρανό, αγγαλιά από τον κίτρινο καναπέ. Τώρα πια χωρίς να σκεφτόμαστε μήπως μας δει κάποιος απ΄ τα απέναντι μπαλκόνια. Τελικά είναι πολύ ωραίο το νέο διαμέρισμα.
Σε λίγο θα φύγουμε. Ηδη ο Αρης στέλνει μήνυμα, ότι θα με περιμένει στο αυτοκίνητο. Το γραφείο μύρισε φαγητά. Λάδι και ρίγανη. Κάποιοι θα έχουν παραγγείλει. Ξαφνικά πείνασα. Σκέφτομαι μήπως αντί για μετακόμιση έχουμε μια βόλτα στο κέντρο για φαγητό. Και ας ακούσω και πάλι το Λαστ Κρίστμας...

29 Νοεμβρίου 2007
Οι συμπεθέρες, το διαμέρισμα και η τηλεπαρουσιάστρια
Caro diario
Γράφω την ώρα που η απογευματινή ξανθιά - δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά της - (Οχι, η Δρούζα) ανακοινώνει το σημερινό θέμα με το οποίο θα καταπιαστεί στην εκπομπή της. "Συμπεθέρες". Ξεροκαταπίνω και ψάχνω εναγώνια το τηλεκοντρόλ. Ο ήλιος μπήκε πριν λίγο και σκοτείνιασε το δωμάτιο. Το τηλέφωνο κτυπά μανιασμένα. Το σηκώνω συγκρατημένα, ελπίζοντας να μην είναι κάποιος πωλητής δανείων ή οδικής βοήθειας. Ηταν ο Αρης...
Το μεσημέρι πήγαμε να δούμε ένα διαμέρισμα, μιας και αποφασίσαμε ότι πρέπει να μετακομίσει. Οικονομικό το διαμέρισμα, που μένει εδώ και χρόνια, αλλά δεν προσφέρεται για πολλά, πολλά. Το υπό συζήτηση πάλι, ακριβό μεν, ωραίο δε. Πολύ ωραίο, μάλιστα. Σε νεόδμητη πολυκατοικία, με αποθήκη, εσωτερικό πάρκινγκ, με θέα, μεγάλο (πολύ μεγάλο για τις ανάγκες μας) και με τον ιδιοκτήτη να μένει επαρχία.
Ψάχναμε στην είσοδο να βρούμε το όνομα που μας είχαν δώσει από το μεσητικό. Πριν το βρούμε, ακούστηκε πρώτα ένας μεταλικός ήχος και από το βάθος μια φωνή. Γυρίσαμε και τότε προσέξαμε ένα μικρό παράθυρο στο πλάι της εισόδου, πίσω από κάτι φίκους. "Είστε για το διαμέρισμα;" O Aρης απάντησε καταφατικά. "Περιμένετε, έρχομαι να σας ανοίξω". Κοιταχτήκαμε με τον Αρη και πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε η πόρτα άνοιξε.
Από κάτω στάθηκε ένας μεσήλικας, κρατώντας ένα μάτσο κλειδιά. Μου φάνηκε σαν δεσμφοφύλακας. Μας εξήγησε ότι είχε αναλάβει να δείχνει το διαμέρισμα στους υποψήφιους ενοικιαστές, για λογαριασμού του μεσητικού γραφείου. "Μαζί είστε;" ρώτησε, κοιτώντας με λοξά. Οχι, που δεν θα ρώταγε, σκέφτηκα. Χωρίς πολλά πολλά, μας πέρασε μέσα και μας οδήγησε στο ασανσέρ. Οσο εκείνο ανέβαινε τον παρατήρησα καλύτερα. Στέκονταν μπροστά μας, κοιτώντας προς την πόρτα. Ψηλός, ευθυτενής και ζωηρός. Τα αραιωμένα του μαλλιά, βρεγμένα και χτενισμένα παλιομοδίτικα. Γύρισε απότομα προς το μέρος μας. Μάτια μικρά αλλά με βλέμα διαπεραστικό. Θα 'ταν γύρω στα εξήντα. Μπορεί και παραπάνω. "Φτάσαμε" είπε και τράβηξε σιγά σιγά την πόρτα του ασανσέρ. Στα χέρια του ήδη έψαχνε να ξεμπλέξει το κλειδί, που θα άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος που μας περίμενε.
Η βαριά θωρακισμένη πόρτα άνοιξε μάλλον απαλά για τη θωριά της, για να βρεθούμε μπροστά από τα σκοτάδια του κενού διαμερίσματος. Ο μεσήλικας, έσπευσε να ανοίξει μια μεγάλη μπαλκονόπορτα για να φωτιστεί ο χώρος. Αναρωτήθηκα πόσες φορές είχε κάνει το ίδιο πράγμα. Τότε όμως, το άδειο διαμέρισμα φανερώθηκε μπροστά μας, λουσμένο στο απογευματινό φως. Αφησα τον Αρη, να προχωρήσει στα υπόλοιπα δωμάτια, μένοντας πιο πίσω με τον τύπο στο καθιστικό. "Δείτε το με την ησυχία σας. Και εσείς, κε..." απευθυνόταν τώρα σε μένα. "Λύσης", έκανα και τα μικρά του μάτια, άνοιξαν μια ιδέα παραπάνω. "Τι όνομα είναι αυτό;" ρώτησε με περιέργεια. "Αρχαιοελληνικό, ξέρετε". Χώθηκα στην κουζίνα, για να αποφύγω περισσότερες ερωτήσεις.
Κάναμε ένα γύρο σε όλα τα δωμάτια, ανοίξαμε και βγήκαμε σε όλα τα μπαλκόνια. Χωριστά πάντα. Πρώτα ο Αρης, μετά εγώ. Οταν συναντιώμαστε έψαχνε τα μάτια μου, να του πω αν μου άρεσε. Ναι, μου άρεσε, αλλά δεν του το ΄πα. Επιστρέψαμε μαζί στο καθιστικό. "Λοιπόν, πως σας φάνηκε το διαμέρισμα;" ρώτησε ανυπόμονα ο γέρος, μπροστά από το τζάκι. "Μου αρέσει, πραγματικά." είπε ο Αρης. "Είναι και μεγάλο", συμπλήρωσα εγώ από πίσω. Τι το΄θελα; Πιάστηκε ο γέρος για να πει: "Ναι, είναι μεγάλο για ένα άτομο. Γι΄αυτό κε Αρη, βιαστείτε να παντρευτείτε σύντομα - δεν είστε παντρεμένος, ε; Δεν πρόσεξα να φοράτε και βέρα... Να αποκτήσετε οικογένεια να γεμίσει το σπίτι". Εκανε μερικά βήματα προς το μέρος μου. "Εσείς κύριε Λύση, είστε παντρεμένος;" Μπήκε ανάμεσα ο Αρης και ρώτησε κάτι για τα διαδικαστικά, σε περίπτωση που προχωρήσουμε. Απότομα γύρισε προς τον Αρη, χωρίς να νοιαστεί άλλο για την αφεντιά μου, για να πει σε πατρικό ύφος, ότι πρέπει να βιαστούμε αν το θέλουμε. "Υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι, ξέρετε. Τι λέτε, λοιπόν; Nα ετοιμάσω τα χαρτιά, κύριε Αρη; Aύριο κι΄όλας θα τα 'χω όλα έτοιμα". Αποχαιρετιστήκαμε τυπικά, χωρίς περιττές οικιότητες.
Μπήκαμε αμίλητοι στο αυτοκίνητο και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε αργά για το σπίτι μου. Μας είχε αρέσει και στους δυο. Χωρίσαμε όμως χωρίς να δώσω την τελική μου απάντηση στον Αρη. Το σκέφτομαι ξανά και ξανά. Καταστάσεις μισθοδοσίας, δάνεια και πιστωτικές, θα απλωθούν και πάλι στο γραφείο και τα εξσέλ στην οθόνη. Οι αριθμοί αφήνουν μάλλον κάποια περιθώρια, αλλά στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και ο Αρης να το ΄χει πάρει απόφαση...
Πίνω και ένα δεύτερο ντεπόν μέσα στο τελευταίο δίωρο. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ο Αρης θέλει να πάω από το σπίτι του, για καφέ (...το λέμε τώρα). Από χθες που πέρασα ένα αντι-σπάγουερ πρόγραμμα, ανοίγουν στην οθόνη ποπ-απ παράθυρα το ένα πίσω από το άλλο... Καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή. Σκέφτομαι πως αύριο θα είναι μια γεμάτη μέρα στο γραφείο - αν και Παρασκευή- με ένα επερχόμενο σαβατοκύριακο, που έχω να το περάσω δουλεύοντας. Παίρνω μια μεγάλη ανάσα. Κλείνω τα μάτια, προσπαθώντας να βρω το χαμένο άρωμα του κεριού με άρωμα γαρδένιας, που καίω που και που τα βράδια. Δεν βρίσκω τίποτα. Η ώρα είναι μόλις 6. 30 και θέλω να πέσω να κοιμηθώ.
Α, θυμήθηκα και το όνομα της παρουσιάστριας. Ράνια Θρασκιά.
23 Νοεμβρίου 2007
Παρασκευή, στην άκρη της πόλης
Caro diario
Κάπου είχε πάρει το μάτι μου το «Shortbus». Το ψάχνω αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ που το είχα δει. Μου είχε καρφωθεί από τις Νύχτες Πρεμιέρας, αλλά δεν αντέξαμε την κοσμοσυροή με τον Αρη και φύγαμε. Ηταν από τις ελάχιστες ταινίες του τελευταίου φεστιβάλ, που μου είχαν προξενήσει το ενδιαφέρον. Ορέστη, ουκ εν τω πολλώ το ευ...
Αποφασίζω να τελειώνω με την ατελέσφορη αναζήτηση της ταινίας. Προχωράω στις επόμενες σελίδες και πέφτω πάνω σε αυτό: STRÁKARNIR OKKAR. Aν και μου κάνει κάτι σε τούρκικο, - μπορεί να κάνω και λάθος, όρκο δεν παίρνω- από μια σύνοψη στα Ισπανικά, υποθέτω ότι πρόκειται για μπερδεμένες ιστορίες ομοφυλόφιλων ποδοσφαιριστών. Και Τούρκων; Χμμμ! Ενδιαφέρον ακούγεται. "Να κοιμάται ο Τούρκος στο γρασίδι αραχτός"... Αναζητώ την ταινία στο imdb.com. Από την Ισλανδία η ταινία!!! Καθόλου άσχημα, σκέφτομαι για τα βορειοευρωπαιϊκά μου γούστα, αν και το Ρέικιαβικ είναι λίγο μακρυά. Εκεί μου ΄ρχονται στο νου, οι διαφημίσεις της Ούρσους και η Σίλβια Νάιτ καθώς ουρλιάζει στα σκαλιά του 'Σπύρος Λούης".
"Μα μπορεί να είσαι γκέι και να είσαι ποδοσφαιριστής, ταξιτζής, σουβλατζής και όλα τα ανάλογα σε εις -τζής; " Aπορία, του τυπάκου που αντάλλαξα πρόσφατα εμ ες εν. Το θυμήθηκα τώρα με την ταινία. Εκείνος δηλώνει "bi", - και παίδαρος (μάτια έχω και βλέπω) - αλλά εκτός από θέματα γυμνισμού, μπορούμε να μιλάμε και για άλλα. "Κοίταξε, μπορεί ο Μπίλι-υπέροχο πλάσμα, να κράζει ότι οι γκέι είναι-είμαστε είτε ηθοποιοί, είτε τραγουδιστές - καλλιτεχνίζοντες τέλος πάντων, οπωσδήποτε, άντε το πολύ πολύ και λάιφ στάιλ δημοσιογράφοι, αλλά θα διαφωνίσω με την άποψή του. "Πιστεύω ότι η επιλογή του επαγγέλματος δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις σεξουαλικές προτιμήσεις και δεν περιορίζεται, μεταξύ "κομμώτριας" και "μπαλαρίνας". Σε τι δηλαδή θα μπορέσει να δυσκολέψει έναν γκέι, στο να γίνει ταξιτζής, για να μείνουμε στα εις -τζής;" ρώτησα. "Εσύ γιατί έγινες;" είπε με τη σειρά του. "Τι, ταξιτζής;" ρώτησα. "ΧαΧαΧα. Οχι, γκέι"...
Η μέρα κύλησε αργά και κουραστικά ως εδώ. Παρασκευή, στην άκρη της πόλης. Ο Αρης με άφησε λίγο πριν για να πάει σπίτι του. Κλείνω το καλοριφέρ αφού πρώτα βάζω σε ένα χοντρό ποτήρι λίγο ποτό. Επιστρέφω στο δωμάτιο και πατάω το "πλέι. Χαμηλώνω τα φώτα και σέρνομαι μαζί με μια καρώ κουβέρτα ως την πολυθρόνα. Γδυτός γέρνω κάτω από το απαλό σκέπασμα. Αφήνομαι...
Κάπου είχε πάρει το μάτι μου το «Shortbus». Το ψάχνω αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ που το είχα δει. Μου είχε καρφωθεί από τις Νύχτες Πρεμιέρας, αλλά δεν αντέξαμε την κοσμοσυροή με τον Αρη και φύγαμε. Ηταν από τις ελάχιστες ταινίες του τελευταίου φεστιβάλ, που μου είχαν προξενήσει το ενδιαφέρον. Ορέστη, ουκ εν τω πολλώ το ευ...
Αποφασίζω να τελειώνω με την ατελέσφορη αναζήτηση της ταινίας. Προχωράω στις επόμενες σελίδες και πέφτω πάνω σε αυτό: STRÁKARNIR OKKAR. Aν και μου κάνει κάτι σε τούρκικο, - μπορεί να κάνω και λάθος, όρκο δεν παίρνω- από μια σύνοψη στα Ισπανικά, υποθέτω ότι πρόκειται για μπερδεμένες ιστορίες ομοφυλόφιλων ποδοσφαιριστών. Και Τούρκων; Χμμμ! Ενδιαφέρον ακούγεται. "Να κοιμάται ο Τούρκος στο γρασίδι αραχτός"... Αναζητώ την ταινία στο imdb.com. Από την Ισλανδία η ταινία!!! Καθόλου άσχημα, σκέφτομαι για τα βορειοευρωπαιϊκά μου γούστα, αν και το Ρέικιαβικ είναι λίγο μακρυά. Εκεί μου ΄ρχονται στο νου, οι διαφημίσεις της Ούρσους και η Σίλβια Νάιτ καθώς ουρλιάζει στα σκαλιά του 'Σπύρος Λούης".
"Μα μπορεί να είσαι γκέι και να είσαι ποδοσφαιριστής, ταξιτζής, σουβλατζής και όλα τα ανάλογα σε εις -τζής; " Aπορία, του τυπάκου που αντάλλαξα πρόσφατα εμ ες εν. Το θυμήθηκα τώρα με την ταινία. Εκείνος δηλώνει "bi", - και παίδαρος (μάτια έχω και βλέπω) - αλλά εκτός από θέματα γυμνισμού, μπορούμε να μιλάμε και για άλλα. "Κοίταξε, μπορεί ο Μπίλι-υπέροχο πλάσμα, να κράζει ότι οι γκέι είναι-είμαστε είτε ηθοποιοί, είτε τραγουδιστές - καλλιτεχνίζοντες τέλος πάντων, οπωσδήποτε, άντε το πολύ πολύ και λάιφ στάιλ δημοσιογράφοι, αλλά θα διαφωνίσω με την άποψή του. "Πιστεύω ότι η επιλογή του επαγγέλματος δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις σεξουαλικές προτιμήσεις και δεν περιορίζεται, μεταξύ "κομμώτριας" και "μπαλαρίνας". Σε τι δηλαδή θα μπορέσει να δυσκολέψει έναν γκέι, στο να γίνει ταξιτζής, για να μείνουμε στα εις -τζής;" ρώτησα. "Εσύ γιατί έγινες;" είπε με τη σειρά του. "Τι, ταξιτζής;" ρώτησα. "ΧαΧαΧα. Οχι, γκέι"...
Η μέρα κύλησε αργά και κουραστικά ως εδώ. Παρασκευή, στην άκρη της πόλης. Ο Αρης με άφησε λίγο πριν για να πάει σπίτι του. Κλείνω το καλοριφέρ αφού πρώτα βάζω σε ένα χοντρό ποτήρι λίγο ποτό. Επιστρέφω στο δωμάτιο και πατάω το "πλέι. Χαμηλώνω τα φώτα και σέρνομαι μαζί με μια καρώ κουβέρτα ως την πολυθρόνα. Γδυτός γέρνω κάτω από το απαλό σκέπασμα. Αφήνομαι...
15 Νοεμβρίου 2007
Φοβάμαι
Caro diario
Ανοιξα όλα τα ακούντ στα σεξοσάιτ που έχω. Ολα τα πορνομπλόγκ, για να ξεχάσω τα λόγια μας. Και να, που έπεσα σε ένα προφίλ και ξάφνου το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει με τις μαβιές νότες απ΄εκείνο το τραγούδι* που έπαιζε καθώς με άφηνες μια Κυριακή μεσημέρι, χρόνια πριν, στα ΚΤΕΛ, (στοιχηματίζω, πως θα το ΄χεις ξεχάσει) καθώς τέλειωναν οι πρώτες κοινές μας διακοπές στην Ηπειρο και στην Μακεδονία. Τέτοιες μέρες ήταν. Θυμάσαι; Πριν λίγο με άφηνες έξω από το σπίτι μου. Και τώρα, το ίδιο τραγούδι γεμίζει το μυαλό και την καρδιά μου. Οι νότες έγιναν κι όλας εικόνες και σκέψεις, που κυλάνε διστακτικά στα μάγουλα.
Γράφω, σβήνω... Σκόρπιες λέξεις, στο λευκό. Γράφω άλλα. Δεν βγαίνει νόημα. Ντιλίτ. Κανείς δεν θα καταλάβει. Νοιώθω το πρόσωπό μου να καίει, σαν στον ήλιο του καλοκαιριού. Και είναι κει έξω ένας - όπως όλοι τους - άσχημος χειμώνας. Παγερός και υγρός. Σκοτεινός και απεχθής. Ο αέρας μαστιγώνει τα κυπαρίσσι του κήπου. Εχω ανοικτό το παράθυρο. Τα κοχύλια, που μου έχεις φτιάξει, κροταλίζουν μανιασμένα καθώς κρέμονται από τη σιδεριά του. To κρύο φτάνει ύπουλο ως τα πόδια μου. Μπαίνει και ο ήλιος σιγά σιγά, που σήμερα ελάχιστα τον είδα, έξω από το παράθυρο της δουλειάς. Πιάνω τον ευατό μου να θέλει να (χαμο)γελάσει. Να γίνουμε κομμάτια για θέματα δουλειάς.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Κάνω μια σκέψη ότι μπορεί να είσαι εσύ. Το ακούω που "τραγουδάει" - στ΄αλήθεια πόσο παράταιρα ακούγεται- μέσα από την όπως όπως πεταμένη στο κρεβάτι τσάντα μου. Την κοιτάζω, σχεδόν φοβισμένα. Σηκώνομαι απότομα. Θέλω να το βρω. Τα χέρια μπερδεύονται, καθώς βουτάνε στα σκοτάδια. Συνεχίζω να ψαχουλεύω στα γρήγορα. Η καρδιά ανεβάζει ρυθμούς. Επιτέλους το κρατάω μπρος στα μάτια μου. Αναβοσβήνει όμως το όνομα και ο αριθμός της Αλίκης. Κοντοστέκομαι απογοητευμένος. Δεν είσαι εσύ. Δεν θα μου μιλήσεις. Και εγώ δεν θα σε ακούσω. Το παρατάω. Και ας χτυπάει...
Προσπαθώ να υποθέσω τι θα κάνεις τώρα εσύ. Προς στιγμή αλλάζω σκέψεις. Αναρωτιέμαι γιατί δεν σε κάλεσα εγώ, όπως κάθε μέρα να δω ότι έφτασες σπίτι. Επιστέφω στην προηγούμενη υπόθεση. Θα κοιμάσαι; Θα χαζεύεις στην τηλεόραση με τη Δρούζα; Θα κοιτάς το ταβάνι ή έξω το φως καθώς λιγοστεύει; Το πρώτο ενδεχόμενο μάλλον ή έστω θα προσπαθείς. Και σήμερα, που είχα σκοπό να μείνουμε μαζί μέχρι το βράδυ. Τι να ήθελε η Αλίκη; Πείνασα. Εσύ θα έφαγες κάτι; Ελπίζω να μην καλέσει πάλι σύντομα η Αλίκη. Δεν θέλω να μιλήσω. Κρυώνω. Σκοτείνιασε για τα καλά. Φοράω το πάνω μιας αθλητικής φόρμας.
Eνας τύπος με νορμάλ προφίλ στο Νταρ και γυμνιστής στέλνει μήνυμα. Σκέφτομαι αν θα τον κλείσω. Δεν έχω κουράγια για να γράφω τα τετριμμένα του τσατ. Παρόλα αυτά ανταλλάσω εμεσεν. Μια ωραία φάτσα εισβάλει στην οθόνη. Κλείνω το παράθυρο. (Του δωματίου) Τα κοχύλια παύουν να ακούγονται τώρα. Οχι όμως και να χτυπιούνται. Ο τυπάκος στο τσατ ζήτησε μια μικρή ανάπαυλα. Γράφει από το γραφείο. Τον ρωτάω αν πρέπει να αλλάξω την εικόνα μου. Δεν τον ενοχλεί, μου απαντάει. Τρίζω τα δόντια μου. Από το κρύο; Από την πείνα; O τυπάκος άφαντος. Και εσύ.
Μόνος.
Εψαχνα από μέρες να βρω μια αφορμή να γράψω κάτι. Να ανοίξω έστω το μπλόγκ, να σώσω ένα ντραφτ. Το ΄κανα σήμερα. Το τέλος του πρότζεκτ, που με ρούφαγε για τόσες εβδομάδες στο γραφείο και στο σπίτι, έχει πάρει το δρόμο του. Ανασάναμε.
Ανοιξα όλα τα ακούντ στα σεξοσάιτ που έχω. Ολα τα πορνομπλόγκ, για να ξεχάσω τα λόγια μας. Και να, που έπεσα σε ένα προφίλ και ξάφνου το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει με τις μαβιές νότες απ΄εκείνο το τραγούδι* που έπαιζε καθώς με άφηνες μια Κυριακή μεσημέρι, χρόνια πριν, στα ΚΤΕΛ, (στοιχηματίζω, πως θα το ΄χεις ξεχάσει) καθώς τέλειωναν οι πρώτες κοινές μας διακοπές στην Ηπειρο και στην Μακεδονία. Τέτοιες μέρες ήταν. Θυμάσαι; Πριν λίγο με άφηνες έξω από το σπίτι μου. Και τώρα, το ίδιο τραγούδι γεμίζει το μυαλό και την καρδιά μου. Οι νότες έγιναν κι όλας εικόνες και σκέψεις, που κυλάνε διστακτικά στα μάγουλα.
Γράφω, σβήνω... Σκόρπιες λέξεις, στο λευκό. Γράφω άλλα. Δεν βγαίνει νόημα. Ντιλίτ. Κανείς δεν θα καταλάβει. Νοιώθω το πρόσωπό μου να καίει, σαν στον ήλιο του καλοκαιριού. Και είναι κει έξω ένας - όπως όλοι τους - άσχημος χειμώνας. Παγερός και υγρός. Σκοτεινός και απεχθής. Ο αέρας μαστιγώνει τα κυπαρίσσι του κήπου. Εχω ανοικτό το παράθυρο. Τα κοχύλια, που μου έχεις φτιάξει, κροταλίζουν μανιασμένα καθώς κρέμονται από τη σιδεριά του. To κρύο φτάνει ύπουλο ως τα πόδια μου. Μπαίνει και ο ήλιος σιγά σιγά, που σήμερα ελάχιστα τον είδα, έξω από το παράθυρο της δουλειάς. Πιάνω τον ευατό μου να θέλει να (χαμο)γελάσει. Να γίνουμε κομμάτια για θέματα δουλειάς.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Κάνω μια σκέψη ότι μπορεί να είσαι εσύ. Το ακούω που "τραγουδάει" - στ΄αλήθεια πόσο παράταιρα ακούγεται- μέσα από την όπως όπως πεταμένη στο κρεβάτι τσάντα μου. Την κοιτάζω, σχεδόν φοβισμένα. Σηκώνομαι απότομα. Θέλω να το βρω. Τα χέρια μπερδεύονται, καθώς βουτάνε στα σκοτάδια. Συνεχίζω να ψαχουλεύω στα γρήγορα. Η καρδιά ανεβάζει ρυθμούς. Επιτέλους το κρατάω μπρος στα μάτια μου. Αναβοσβήνει όμως το όνομα και ο αριθμός της Αλίκης. Κοντοστέκομαι απογοητευμένος. Δεν είσαι εσύ. Δεν θα μου μιλήσεις. Και εγώ δεν θα σε ακούσω. Το παρατάω. Και ας χτυπάει...
Προσπαθώ να υποθέσω τι θα κάνεις τώρα εσύ. Προς στιγμή αλλάζω σκέψεις. Αναρωτιέμαι γιατί δεν σε κάλεσα εγώ, όπως κάθε μέρα να δω ότι έφτασες σπίτι. Επιστέφω στην προηγούμενη υπόθεση. Θα κοιμάσαι; Θα χαζεύεις στην τηλεόραση με τη Δρούζα; Θα κοιτάς το ταβάνι ή έξω το φως καθώς λιγοστεύει; Το πρώτο ενδεχόμενο μάλλον ή έστω θα προσπαθείς. Και σήμερα, που είχα σκοπό να μείνουμε μαζί μέχρι το βράδυ. Τι να ήθελε η Αλίκη; Πείνασα. Εσύ θα έφαγες κάτι; Ελπίζω να μην καλέσει πάλι σύντομα η Αλίκη. Δεν θέλω να μιλήσω. Κρυώνω. Σκοτείνιασε για τα καλά. Φοράω το πάνω μιας αθλητικής φόρμας.
Eνας τύπος με νορμάλ προφίλ στο Νταρ και γυμνιστής στέλνει μήνυμα. Σκέφτομαι αν θα τον κλείσω. Δεν έχω κουράγια για να γράφω τα τετριμμένα του τσατ. Παρόλα αυτά ανταλλάσω εμεσεν. Μια ωραία φάτσα εισβάλει στην οθόνη. Κλείνω το παράθυρο. (Του δωματίου) Τα κοχύλια παύουν να ακούγονται τώρα. Οχι όμως και να χτυπιούνται. Ο τυπάκος στο τσατ ζήτησε μια μικρή ανάπαυλα. Γράφει από το γραφείο. Τον ρωτάω αν πρέπει να αλλάξω την εικόνα μου. Δεν τον ενοχλεί, μου απαντάει. Τρίζω τα δόντια μου. Από το κρύο; Από την πείνα; O τυπάκος άφαντος. Και εσύ.
Μόνος.
Εψαχνα από μέρες να βρω μια αφορμή να γράψω κάτι. Να ανοίξω έστω το μπλόγκ, να σώσω ένα ντραφτ. Το ΄κανα σήμερα. Το τέλος του πρότζεκτ, που με ρούφαγε για τόσες εβδομάδες στο γραφείο και στο σπίτι, έχει πάρει το δρόμο του. Ανασάναμε.
Πατάω το "Πλέι" για να πάει "μπροστά". Και τώρα πάμε πίσω, πίσω, πίσω...
* ...Μέσα στα μαλλιά σου πετάω,τις στιγμές μου μεθάω σ’αγαπώ και φεύγω…πάνω στα δυο χέρια σου λιώνω ένα στίχο σκοτώνω πάρε με μαζί σου είσαι πολύ κοντά είσαι πολύ μακριά Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω Σβήνω το όνομά σου και σβήνω την ψυχή μου αφήνω σε φιλιά που καίνε…κοίτα πόσο έχω αλλάξει σαν θεό σε έχω στάξει Κυριακή ο χρόνος είσαι πολύ κοντά είσαι πολύ μακριά Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω
28 Σεπτεμβρίου 2007
It makes me feel blue
Caro diario
Mεσημέρι στο γραφείο. Ξεκλέβω λίγο χρόνο, όχι γιατί δεν υπάρχουν θέματα να ασχοληθώ, - το αντίθετο μάλιστα- απλά σκέφτηκα ότι με το γράψιμο, για λίγο έστω, μπορεί να επιδράσει ως ηρεμιστικό. Αλλωστε, μου έχει λείψει - όπως και εσείς - αφού ακόμα δεν έχω γραμμή στο σπίτι και οι ευκαιρίες στο γραφείο για γράψιμο είναι λίγες. Προσπαθώ να υπολογίσω πόσες ημέρες έχουν περάσει από την ημέρα παραλαβής της αίτησης μου από την νέα εταιρεία. [...] Σήμερα κλείνουν αισίως ενένηντα ημέρες και ακόμα δεν έχουν κατορθώσει να με συνδέσουν στο δικτύο τους. Με Κάιρο όμως, από καιρό...
Με τη θερμοκρασία να θυμίζει ακόμη καλοκαίρι, και το ανοιχτό παράθυρο, προσπαθώ να μην ακούω τίποτα από την αντάρα του χώρου. Το τηλέφωνο πάντως έχει ώρα να χτυπήσει. Ενας πενταγάλανος ουρανός απλώνεται απ' έξω και κάτι απροσδιόριστα μου θυμίζει ένα στίχο από το "Heaven" του Jonsi. (Τρελλό... - Γιουροβίζιον 2004 - Iσλανδία). Εύχομαι να είχαμε χρόνο για να πηγαίναμε στη θάλασσα, φεύγοντας από τη δουλειά. Να ξαπλώναμε στα βράχια, γυμνοί κάτω από τον ζεστό ήλιο. Να άδειαζε λίγο το μυαλό μου. 2 feel blue... Για την ώρα , προσηλώνομαι στο φως που λούζει την επιφάνεια του γραφείου, κηνηγώντας μανιασμένα τη σκόνη. Εγώ πάλι, τις σκέψεις μου.
Για χθες είχαμε κλείσει ραντεβού στην οδοντίατρό μας. Γιατί ως συνήθως μετά τον καθαρισμό, προκύπτουν και άλλα. Χθες είχαν σειρά τα "άλλα". Ο Αρης πήγε πρώτος, μετά εγώ. Συναντηθήκαμε στον προθάλαμο - καθιστικό με την μοντέρνα επίπλωση. Η οδοντίατρος πίσω από τους ώμους του Αρη, έκανε χαρές, όταν με είδε. "Τι ωραία , που έρχεστε πάντα μαζί..." είπε, αντί γι΄αυτό που θα ήθελε να είχε πει: "Τι, ωραία, που είστε ακόμα μαζί..."
Αποχαιρέτησα με ένα βλέμμα τον Αρη και πέρασα στη θέση του. Κάθισα στην μακρόστενη καρέκλα του λευκού ιατρείου. Η οδοντίατρος με ακολούθησε, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Από μια εσωτερική εμφανίστηκε η βοηθός. Αναψε τον προβολέα με το παράξενο σχήμα πάνω από το κεφάλι μου. Από παιδί κάτι μου θύμιζε αυτό. Μου πήρε χρόνια για να το βρω. Κεφάλι κόμπρας, είπα σχεδόν φωναχτά... Η ωραία οδοντίατρος με κοίταξε απορημένη, πριν αναφωνίσει: "Τι πράγμα;" "Μη δίνεις σημασία, κάτι δικό μου...." είπα την ώρα που άρχιζα να κοκκινίζω ως τα αφτιά. Αφού έριξε μια φευγαλέα ματιά προς την οθόνη της τηλεόρασης, τράβηξε το σκαμπό της δίπλα μου, έφερε απαλά τον προβολέα-κόμπρα πάνω από τα κεφάλια μας και βάλθηκε - έχοντας τα στήθη της δίπλα από το μάγουλο- να σκαλίζει τα δόντια μου.
Εκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να χαλαρώσω. Συνήθως μου΄ρχεται ύπνος. Το ίδιο και όταν πηγαίνω να κουρευτώ. Οι δύο γυναίκες έπιασαν όμως την κουβέντα. "Χθες άφησα το Σάαμπ, έξω από τον Ζάρα" είπε η γιατρός. "Μα βρήκατε κει, να παρκάρετε", αναρωτήθηκε η βοηθός της. "Ελα μου, ντε! Είχα κάτι δουλειές στην περιοχή και στην επιστροφή είπα να μπω μέσα. Πολύ μίζερο μου φάνηκε... Τι να σου πω! Δεν βρήκα τίποτα." Εγώ, υπέθεσα τη συνέχεια. Συνολάκια, παπούτσια και όλα τα αξεσοράιζ που τρελαίνουν τις γυναίκες. Πως θα το άντεχα; Και έσφιξα τα μάτια, γιατί τα δόντια δεν μπορούσα ούτως ή άλλως.
Αμ, δε! Πάνω από το ορθάνοικτο στόμα μου, οι δύο γυναίκες - με αφορμή το παρκάρισμα της μιας, έξω απ΄του Ζάρα, βάλθηκαν να μιλάνε για... αυτοκίνητα! Ελα Χριστέ και μπούκωνε. Και να σου, οι ζάντες, τα δερμάτινα σαλόνια, τα δισκόφρενα. "Λύση μου, σε πονάω;" Πάνω, τα φρύδια εγώ. Συνέχεια, είχαν τα υδραυλικά τιμόνια, τα συστήματα παρκαρίσματος μέσω κάμερας, τα μπλουτούθ... "Δεν πρέπει να το ζω, αυτό τώρα. Η νάρκωση θα φταίει. Το ΄ριξα στην πλάκα. Γιατί να μην μιλούσαν για ταγεράκια και τσάντες; Xίλιες φορές! Και μετά, ήρθε η είδηση ότι η όμορφη, νεαρή οδοντίατρος μας, αφού "σκότωσε" το προηγούμενο της αυτοκίνητο, έχει παραγγείλει νέο τζιπ-τανκ, όπως εμείς παραγγέλνουμε πίτσα. Δεν ζήλεψα βέβαια. Απλά, για μια στιγμή αναρωτήθηκα το "πως" και το "γιατί". "Και εμείς, δεν μπορούμε ν΄αλλάξουμε το σαραβαλάκι μας!" Όταν όμως λίγο αργότερα, άκουγα τη βοηθό να υπολογίζει πόσα θα μας στοιχήσουν 2,5 σφράγισματα, 1 απονεύρωση και 2 θήκες, η απορία μου λύθηκε στη στιγμή.
Εκλεισα το επόμενο ραντεβού και τράβηξα την βαριά πόρτα πίσω μου. Βγήκα στο δρόμο. Ο ήλιος είχε μόλις πέσει, αφήνοντας κίτρινα και ροζ χρώματα στον ουρανό. Κοίταξα ψηλά, ενώ ένας ξαφνικός αέρας μπλέκονταν μέσα στα μαλλιά μου. Τότε ήταν που άρχισα να σιγοψιθυρίζω: Ανεβάσαμε στ’ αμάξι την κεραία, ανεβάσαμε και τ’ άστρα στο καπό. Κι όπως ψάχναμε τα λόγια τα μοιραία, κάτι μ’ έπιασε και σου ’πα "σ’ αγαπώ"και πω-πω-πώ και πω-πω-πώ...
Mεσημέρι στο γραφείο. Ξεκλέβω λίγο χρόνο, όχι γιατί δεν υπάρχουν θέματα να ασχοληθώ, - το αντίθετο μάλιστα- απλά σκέφτηκα ότι με το γράψιμο, για λίγο έστω, μπορεί να επιδράσει ως ηρεμιστικό. Αλλωστε, μου έχει λείψει - όπως και εσείς - αφού ακόμα δεν έχω γραμμή στο σπίτι και οι ευκαιρίες στο γραφείο για γράψιμο είναι λίγες. Προσπαθώ να υπολογίσω πόσες ημέρες έχουν περάσει από την ημέρα παραλαβής της αίτησης μου από την νέα εταιρεία. [...] Σήμερα κλείνουν αισίως ενένηντα ημέρες και ακόμα δεν έχουν κατορθώσει να με συνδέσουν στο δικτύο τους. Με Κάιρο όμως, από καιρό...
Με τη θερμοκρασία να θυμίζει ακόμη καλοκαίρι, και το ανοιχτό παράθυρο, προσπαθώ να μην ακούω τίποτα από την αντάρα του χώρου. Το τηλέφωνο πάντως έχει ώρα να χτυπήσει. Ενας πενταγάλανος ουρανός απλώνεται απ' έξω και κάτι απροσδιόριστα μου θυμίζει ένα στίχο από το "Heaven" του Jonsi. (Τρελλό... - Γιουροβίζιον 2004 - Iσλανδία). Εύχομαι να είχαμε χρόνο για να πηγαίναμε στη θάλασσα, φεύγοντας από τη δουλειά. Να ξαπλώναμε στα βράχια, γυμνοί κάτω από τον ζεστό ήλιο. Να άδειαζε λίγο το μυαλό μου. 2 feel blue... Για την ώρα , προσηλώνομαι στο φως που λούζει την επιφάνεια του γραφείου, κηνηγώντας μανιασμένα τη σκόνη. Εγώ πάλι, τις σκέψεις μου.
Για χθες είχαμε κλείσει ραντεβού στην οδοντίατρό μας. Γιατί ως συνήθως μετά τον καθαρισμό, προκύπτουν και άλλα. Χθες είχαν σειρά τα "άλλα". Ο Αρης πήγε πρώτος, μετά εγώ. Συναντηθήκαμε στον προθάλαμο - καθιστικό με την μοντέρνα επίπλωση. Η οδοντίατρος πίσω από τους ώμους του Αρη, έκανε χαρές, όταν με είδε. "Τι ωραία , που έρχεστε πάντα μαζί..." είπε, αντί γι΄αυτό που θα ήθελε να είχε πει: "Τι, ωραία, που είστε ακόμα μαζί..."
Αποχαιρέτησα με ένα βλέμμα τον Αρη και πέρασα στη θέση του. Κάθισα στην μακρόστενη καρέκλα του λευκού ιατρείου. Η οδοντίατρος με ακολούθησε, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Από μια εσωτερική εμφανίστηκε η βοηθός. Αναψε τον προβολέα με το παράξενο σχήμα πάνω από το κεφάλι μου. Από παιδί κάτι μου θύμιζε αυτό. Μου πήρε χρόνια για να το βρω. Κεφάλι κόμπρας, είπα σχεδόν φωναχτά... Η ωραία οδοντίατρος με κοίταξε απορημένη, πριν αναφωνίσει: "Τι πράγμα;" "Μη δίνεις σημασία, κάτι δικό μου...." είπα την ώρα που άρχιζα να κοκκινίζω ως τα αφτιά. Αφού έριξε μια φευγαλέα ματιά προς την οθόνη της τηλεόρασης, τράβηξε το σκαμπό της δίπλα μου, έφερε απαλά τον προβολέα-κόμπρα πάνω από τα κεφάλια μας και βάλθηκε - έχοντας τα στήθη της δίπλα από το μάγουλο- να σκαλίζει τα δόντια μου.
Εκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να χαλαρώσω. Συνήθως μου΄ρχεται ύπνος. Το ίδιο και όταν πηγαίνω να κουρευτώ. Οι δύο γυναίκες έπιασαν όμως την κουβέντα. "Χθες άφησα το Σάαμπ, έξω από τον Ζάρα" είπε η γιατρός. "Μα βρήκατε κει, να παρκάρετε", αναρωτήθηκε η βοηθός της. "Ελα μου, ντε! Είχα κάτι δουλειές στην περιοχή και στην επιστροφή είπα να μπω μέσα. Πολύ μίζερο μου φάνηκε... Τι να σου πω! Δεν βρήκα τίποτα." Εγώ, υπέθεσα τη συνέχεια. Συνολάκια, παπούτσια και όλα τα αξεσοράιζ που τρελαίνουν τις γυναίκες. Πως θα το άντεχα; Και έσφιξα τα μάτια, γιατί τα δόντια δεν μπορούσα ούτως ή άλλως.
Αμ, δε! Πάνω από το ορθάνοικτο στόμα μου, οι δύο γυναίκες - με αφορμή το παρκάρισμα της μιας, έξω απ΄του Ζάρα, βάλθηκαν να μιλάνε για... αυτοκίνητα! Ελα Χριστέ και μπούκωνε. Και να σου, οι ζάντες, τα δερμάτινα σαλόνια, τα δισκόφρενα. "Λύση μου, σε πονάω;" Πάνω, τα φρύδια εγώ. Συνέχεια, είχαν τα υδραυλικά τιμόνια, τα συστήματα παρκαρίσματος μέσω κάμερας, τα μπλουτούθ... "Δεν πρέπει να το ζω, αυτό τώρα. Η νάρκωση θα φταίει. Το ΄ριξα στην πλάκα. Γιατί να μην μιλούσαν για ταγεράκια και τσάντες; Xίλιες φορές! Και μετά, ήρθε η είδηση ότι η όμορφη, νεαρή οδοντίατρος μας, αφού "σκότωσε" το προηγούμενο της αυτοκίνητο, έχει παραγγείλει νέο τζιπ-τανκ, όπως εμείς παραγγέλνουμε πίτσα. Δεν ζήλεψα βέβαια. Απλά, για μια στιγμή αναρωτήθηκα το "πως" και το "γιατί". "Και εμείς, δεν μπορούμε ν΄αλλάξουμε το σαραβαλάκι μας!" Όταν όμως λίγο αργότερα, άκουγα τη βοηθό να υπολογίζει πόσα θα μας στοιχήσουν 2,5 σφράγισματα, 1 απονεύρωση και 2 θήκες, η απορία μου λύθηκε στη στιγμή.
Εκλεισα το επόμενο ραντεβού και τράβηξα την βαριά πόρτα πίσω μου. Βγήκα στο δρόμο. Ο ήλιος είχε μόλις πέσει, αφήνοντας κίτρινα και ροζ χρώματα στον ουρανό. Κοίταξα ψηλά, ενώ ένας ξαφνικός αέρας μπλέκονταν μέσα στα μαλλιά μου. Τότε ήταν που άρχισα να σιγοψιθυρίζω: Ανεβάσαμε στ’ αμάξι την κεραία, ανεβάσαμε και τ’ άστρα στο καπό. Κι όπως ψάχναμε τα λόγια τα μοιραία, κάτι μ’ έπιασε και σου ’πα "σ’ αγαπώ"και πω-πω-πώ και πω-πω-πώ...
21 Σεπτεμβρίου 2007
Σκοτείνιασε
Caro diario
Πήρε να πέφτει απόγευμα. Εχω έρθει στο σπίτι του Αρη και τον περιμένω να γυρίσει απ' τη δουλειά. Εκείνος έπρεπε να μείνει ως αργά σήμερα. Κάθομαι γυμνός, με το λάπ τοπ ανοιχτό μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι. Εχω κλειστές τις κουρτίνες. Σχεδόν σκοτάδι. Το φως μιας μικρής λάμπας, προσπαθεί να απλωθεί στο χώρο. Κλειστή και η φωνή της τηλεόρασης. Το μόνο που ακούγεται είναι ο αέρας, που χτυπά με δύναμη στα τζάμια. Μέσα από τις γρίλιες ξεχωρίζω με δυσκολία τα λιγούστρα, κάτω στο πεζοδρόμιο, που έχουν στήσει τρελό χορό. Δεν βλέπω να πηγαίνουμε αύριο για μπάνιο στο μικρό ΚΑΠΕ. Με τέτοιο καιρό...
Ανοίγω το εμ ες εν. Ο Αρης από το γραφείο, με ρωτάει τι κάνω. Εγώ τον ρωτάω αν θα αργήσει. "Η Μπία ήθελε να πάμε στις Νύχτες Πρεμιέρας απόψε". Ο Αρης το αποκλείει χωρίς δεύτερη σκέψη. "Και να διαλέξει ταινία η φίλη μας, για να κόψουμε φλέβες πάλι; Ξεχάστε το!" Τα μηνύματα πέφτουν το ένα πίσω απ΄τ' άλλο. Κάποιοι με ρωτάνε ποιός είμαι. Γράφω κάτι για απάντηση. Βαριέμαι και γυρίζω οφ λάϊν, για τον Αρη. Με ρωτά γιατί βγήκα. Του λέω. Ο καφές ξεθύμανε πια, στο ψηλό ποτήρι. Κλείνω και το γκεϊ νταρ.
Η Μπία με καλεί στο κινητό. Με το τηλέφωνο στο χέρι πάω στη κουζίνα να πιω νερό. "Τι πράγμα; Που είσαι;" Προσπαθούσα να ακούσω, τι μου 'λεγε. "Μην φωνάξεις όμως..." Κόντεψε να πέσει το ποτήρι, απ΄το χέρι μου, όταν την άκουσα να μου λέει ότι με καλούσε από το βαγόνι ενός τρένου... "Πηγαίνω στη Δράμα, στο Φεστιβάλ των μικρομηκάδων... Μια φίλη έχει ταινία και... Αλλά το ΄χα... ξεχάσει, πως είχα να πάω εκεί." Εκανα τον πειραγμένο. "ΚΑΙ εκεί". "Αλήθεια λέω. Το΄χα ξεχάσει. Γι΄αυτό δεν σας το είπα. Στις Νύχτες όμως θα πάμε. Μόλις γυρίσω. Εντάξει, Λυσούκο μου; Φιλιά στον Αρη. Σ΄αφήνω τώρα..." Πάντα απρόβλεπτη! Γι΄αυτό ίσως να την αγαπάμε τόσο. Χαμογελώ στη σκέψη, για το πόσα θα έχει να μας λέει. Ισως να ζηλεύω κι όλας που δεν είμαι μαζί της τώρα. Στο βαγόνι ενός τρένου για τη Δράμα. Γράφω τα νέα της φίλης μας στον Αρη. "Το δυστύχημα είναι πως δεν θα αποφύγουμε να πάμε μαζί της στις ΄Νύχτες΄" Η πρόταση τελειώνει με πολλά " :) "
Ο αέρας συνεχίζει να χαλάει τον τόπο. Σκοτείνιασε και έξω. Χάθηκαν πια οι γρίλιες από το παράθυρο. Οποια στάση και να πάρω, αν γράφω στο λάπ τοπ, δε με βολεύει. Πιάστηκα και πάλι. Απλώνω τα πόδια κάτω από το τραπέζι. Ρίχνω το κεφάλι προς τα πίσω. Ακούγεται ένα μικρό "κλικ". Επανέρχομαι στην αρχική μου θέση. Αισθάνομαι τον ιδρώτα μου να ρέει κάτω από τις ξυρισμένες μασχάλες. Μαζί και μια αψιά μυρωδιά απ΄τ΄αχαμνά μου, να γεμίζει το χώρο. Η κούραση ξαφνικά βαραίνει τους ώμους. Ο Αρης παραμένει ακόμα στο γραφείο. Μου στέλνει μήνυμα. Δεν θα αργήσει να τελειώσει. Θα ξεκινήσει σε λίγο. Με ρωτά αν θέλω να βγούμε αργότερα. Του γράφω πως όχι. "Προτιμώ να μείνω στην αγγαλιά σου, μπροστά στην τηλεόραση." Μια γραμμή από συνεχόμενα"m" τρέχει τώρα μέσα στο παράθυρο συνομιλίας. "Πάω για ένα ντουζ, εγώ τώρα. Μην αργήσεις..."
18 Σεπτεμβρίου 2007
Διλήμματα
Caro diario
Παρατηρώ, το μικρό σαρκώδες φυτό, που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανό, πάνω στο κέιζ του υπολογιστή. Εχει πάρει μια κλίση προς το παράθυρο ή μου φαίνεται; Toυ ανοίγω λίγο τις περσίδες και το ταϊζω φως. Τώρα που ο ήλιος διαπερνά τα χοντρά του φύλλα, γίνονται πιο πράσινα. Σχεδόν διάφανα. Ελπίζει και ελπίζω ότι θα ζήσει.
Το κεφάλι μου βουίζει. Η τηλεόραση φωνάζει στο τέρμα, έχοντας ξεχυλίσει με Βενιζέλο. Οι συζητήσεις στο γραφείο για την σπουδή του να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του - εκ Ζαππείου, το βράδυ των εκλογών και ουχί εκ του πεζοδρομίου της Χαριλάου Τρικούπη - δίνουν και παίρνουν. "Ενας εξουσιομανής δεξιός, για αρχηγός του ΠΑΣΟΚ; Πάτε καλά; " αναρωτιέται η συνάδελφος από το απέναντι γραφείο. Τα τηλέφωνα συνεχίζουν να χτυπούν μανιασμένα, ενώ σκέφτομαι πως η επιλογή μεταξύ Παπανδρέου και Βενιζέλου είναι κάτι σαν το δίλημμα της Γιουροβίζιον. "Να στείλουμε το καλύτερο τραγούδι ή αυτό που μπορεί να κερδίσει;" Εγώ ήμουν ανέκαθεν του πρώτου ενδεχόμενου. Θυμάμαι ότι είχα ψηφίσει την Κόνορς και όχι τους Αντικ...
Αργότερα. Λίγο πριν φύγουμε. Πήγε κι όλας μεσημέρι. Μια δύσκολη μέρα πέρασε από πάνω μας. Η τηλεόραση στην ΕΡΤ, ουρλιάζει για την νέα κυβέρνηση του πυρίμαχου. Ο Αρης στέλνει εμ ες εν ότι θα με περιμένει στην είσοδο. Δεν μπορώ να τον αφήσω να περιμένει. Φεύγω. ( ... )
Παρατηρώ, το μικρό σαρκώδες φυτό, που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανό, πάνω στο κέιζ του υπολογιστή. Εχει πάρει μια κλίση προς το παράθυρο ή μου φαίνεται; Toυ ανοίγω λίγο τις περσίδες και το ταϊζω φως. Τώρα που ο ήλιος διαπερνά τα χοντρά του φύλλα, γίνονται πιο πράσινα. Σχεδόν διάφανα. Ελπίζει και ελπίζω ότι θα ζήσει.
Το κεφάλι μου βουίζει. Η τηλεόραση φωνάζει στο τέρμα, έχοντας ξεχυλίσει με Βενιζέλο. Οι συζητήσεις στο γραφείο για την σπουδή του να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του - εκ Ζαππείου, το βράδυ των εκλογών και ουχί εκ του πεζοδρομίου της Χαριλάου Τρικούπη - δίνουν και παίρνουν. "Ενας εξουσιομανής δεξιός, για αρχηγός του ΠΑΣΟΚ; Πάτε καλά; " αναρωτιέται η συνάδελφος από το απέναντι γραφείο. Τα τηλέφωνα συνεχίζουν να χτυπούν μανιασμένα, ενώ σκέφτομαι πως η επιλογή μεταξύ Παπανδρέου και Βενιζέλου είναι κάτι σαν το δίλημμα της Γιουροβίζιον. "Να στείλουμε το καλύτερο τραγούδι ή αυτό που μπορεί να κερδίσει;" Εγώ ήμουν ανέκαθεν του πρώτου ενδεχόμενου. Θυμάμαι ότι είχα ψηφίσει την Κόνορς και όχι τους Αντικ...
Αργότερα. Λίγο πριν φύγουμε. Πήγε κι όλας μεσημέρι. Μια δύσκολη μέρα πέρασε από πάνω μας. Η τηλεόραση στην ΕΡΤ, ουρλιάζει για την νέα κυβέρνηση του πυρίμαχου. Ο Αρης στέλνει εμ ες εν ότι θα με περιμένει στην είσοδο. Δεν μπορώ να τον αφήσω να περιμένει. Φεύγω. ( ... )
3 Σεπτεμβρίου 2007
Θα σε περιμένω
Caro diario
Κοιτάζω από συνήθεια το ρολόι στο δεξί μου καρπό. Κοντεύει δύο. Ελευθερώνω το φως, τραβώντας τις περσίδες προς τα πάνω και μετά ανοίγω το παράθυρο. Ενας δροσερός αέρας με χτυπά στο πρόσωπο. Απολαμβάνω τη στιγμή με μια μεγάλη ανάσα. Ανυπομονώ να βρεθώ έξω από το μεγάλο κτίριο. Αρχίζω να σκέφτομαι να επικαλεστώ κάτι και να φύγω. Σκέφτομαι όμως ότι δεν θα μπορέσει να κάνει το ίδιο και ο Αρης, οπότε το αφήνω. Συνεχίζω να χαζεύω έξω από το παράθυρο. Ενα πρώιμο φθινώπορο κρέμεται απ' έξω...
Φτάσαμε πριν λίγο στο σπίτι του Αρη. Πετάξαμε τα ρούχα και χωθήκαμε ένας ένας στη μπανιέρα. Πρώτα εκείνος, μετά εγώ. Βγαίνοντας, στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη με τις αχιβάδες και τα κοχύλια για να χτενιστώ. Κοίταξα την κίτρινη πορσελάνη, υπολογίζοντας τις χαμένες τρίχες του Σεπτέμβρη. Τα χελιδόνια φεύγουν η τριχόπτωση έρχεται... "Eλα, τι κάνεις ακόμα;", άκουσα τον Αρη, από το μέσα. Αφησα για λίγο το νερό της βρύσης να καθαρίσει το νιπτήρα και βγήκα γυμνός στο καθιστικό. Φάγαμε κάτι πρόχειρο, στο τραπεζάκι μπροστά από την τηλεόραση με παρέα κάτι νόστιμους νοτιοαμερικάνους. Χωρίς φωνή...
Ο Αρης έχει ξαπλώσει από ώρα. Ακούω χωρίς προσπάθεια την ανάσα του. Τεντώνω προς τα πίσω και πλάγια το κεφάλι για να δω στο υπνοδωμάτιο. Βλέπω τα δυνατά του πόδια να εξέχουν λίγο πάνω από το σεντόνι. Οι άσπρες πατούσες του κοιτάζουν προς την ντουλάπα. Απλώνομαι ακόμη λίγο. Η ματιά μου φτάνει ως εκεί, που ενώνονται οι μηροί. Χαλαρώνω.
Επιστρέφω στο λευκό της οθόνης. Χτυπά το τηλέφωνο. Ο πατέρας μου, ρωτά αν θα μπορέσω να τον βοηθήσω να μεταφέρει κάτι. Δεν έχω διάθεση να τρέχω πουθενά. Αντί γι΄αυτό ρωτώ σε πόση ώρα πρέπει να είμαι εκεί. Μια μεγάλη ανάσα βγαίνει πάλι από μέσα μου. Ξαφνικά ζεσταίνομαι, δεν μπορώ να βολέψω τα πόδια μου, όλα μου φταίνε. Αναρωτιέμαι πότε θα μπορέσω να μάθω στο ¨Οχι". Ισως ποτέ..
Κοιτάζω το ρολόι, προσπαθώντας να υπολογίσω πόσος χρόνος μου απομένει. Πρέπει να προλάβω να πάρω τα μηνύματα και τα email, αφού στο σπίτι δεν έχω ίντερνετ εδώ και 2 εβδομάδες. Αναλογίζομαι πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που προσπαθώ να αλλάξω πάροχο... Μόλις συνδέθηκα με το λαπτοπ, άνοιξαν τα παράθυρα συνομιλίας στην οθόνη. Γκεϊ νταρ, μαν τζαμ, εμ ες εν, HON, Τέτοια πέραση πια;..
Ο Αρης, ξύπνησε. Ρωτά με τα μάτια κλειστά, ποιός ήταν στο τηλέφωνο. Του λέω. "Θα φύγεις;.." "Ναι, πρέπει, Αρη μου", λέω όσο πιο ήπια μπορώ. Ξέρω ότι δεν του αρέσει αυτό. "Θα επιστρέψεις μετά;" ρωτάει χαμηλόφωνα. ¨Θα επιστρέψω, ναι". Κλείνω τα παράθυρα, χωρίς να απαντήσω σε κανέναν.
"Θα σε περιμένω... "
Κοιτάζω από συνήθεια το ρολόι στο δεξί μου καρπό. Κοντεύει δύο. Ελευθερώνω το φως, τραβώντας τις περσίδες προς τα πάνω και μετά ανοίγω το παράθυρο. Ενας δροσερός αέρας με χτυπά στο πρόσωπο. Απολαμβάνω τη στιγμή με μια μεγάλη ανάσα. Ανυπομονώ να βρεθώ έξω από το μεγάλο κτίριο. Αρχίζω να σκέφτομαι να επικαλεστώ κάτι και να φύγω. Σκέφτομαι όμως ότι δεν θα μπορέσει να κάνει το ίδιο και ο Αρης, οπότε το αφήνω. Συνεχίζω να χαζεύω έξω από το παράθυρο. Ενα πρώιμο φθινώπορο κρέμεται απ' έξω...
Φτάσαμε πριν λίγο στο σπίτι του Αρη. Πετάξαμε τα ρούχα και χωθήκαμε ένας ένας στη μπανιέρα. Πρώτα εκείνος, μετά εγώ. Βγαίνοντας, στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη με τις αχιβάδες και τα κοχύλια για να χτενιστώ. Κοίταξα την κίτρινη πορσελάνη, υπολογίζοντας τις χαμένες τρίχες του Σεπτέμβρη. Τα χελιδόνια φεύγουν η τριχόπτωση έρχεται... "Eλα, τι κάνεις ακόμα;", άκουσα τον Αρη, από το μέσα. Αφησα για λίγο το νερό της βρύσης να καθαρίσει το νιπτήρα και βγήκα γυμνός στο καθιστικό. Φάγαμε κάτι πρόχειρο, στο τραπεζάκι μπροστά από την τηλεόραση με παρέα κάτι νόστιμους νοτιοαμερικάνους. Χωρίς φωνή...
Ο Αρης έχει ξαπλώσει από ώρα. Ακούω χωρίς προσπάθεια την ανάσα του. Τεντώνω προς τα πίσω και πλάγια το κεφάλι για να δω στο υπνοδωμάτιο. Βλέπω τα δυνατά του πόδια να εξέχουν λίγο πάνω από το σεντόνι. Οι άσπρες πατούσες του κοιτάζουν προς την ντουλάπα. Απλώνομαι ακόμη λίγο. Η ματιά μου φτάνει ως εκεί, που ενώνονται οι μηροί. Χαλαρώνω.
Επιστρέφω στο λευκό της οθόνης. Χτυπά το τηλέφωνο. Ο πατέρας μου, ρωτά αν θα μπορέσω να τον βοηθήσω να μεταφέρει κάτι. Δεν έχω διάθεση να τρέχω πουθενά. Αντί γι΄αυτό ρωτώ σε πόση ώρα πρέπει να είμαι εκεί. Μια μεγάλη ανάσα βγαίνει πάλι από μέσα μου. Ξαφνικά ζεσταίνομαι, δεν μπορώ να βολέψω τα πόδια μου, όλα μου φταίνε. Αναρωτιέμαι πότε θα μπορέσω να μάθω στο ¨Οχι". Ισως ποτέ..
Κοιτάζω το ρολόι, προσπαθώντας να υπολογίσω πόσος χρόνος μου απομένει. Πρέπει να προλάβω να πάρω τα μηνύματα και τα email, αφού στο σπίτι δεν έχω ίντερνετ εδώ και 2 εβδομάδες. Αναλογίζομαι πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που προσπαθώ να αλλάξω πάροχο... Μόλις συνδέθηκα με το λαπτοπ, άνοιξαν τα παράθυρα συνομιλίας στην οθόνη. Γκεϊ νταρ, μαν τζαμ, εμ ες εν, HON, Τέτοια πέραση πια;..
Ο Αρης, ξύπνησε. Ρωτά με τα μάτια κλειστά, ποιός ήταν στο τηλέφωνο. Του λέω. "Θα φύγεις;.." "Ναι, πρέπει, Αρη μου", λέω όσο πιο ήπια μπορώ. Ξέρω ότι δεν του αρέσει αυτό. "Θα επιστρέψεις μετά;" ρωτάει χαμηλόφωνα. ¨Θα επιστρέψω, ναι". Κλείνω τα παράθυρα, χωρίς να απαντήσω σε κανέναν.
"Θα σε περιμένω... "
29 Αυγούστου 2007
Ζητείται ΣΥΓΝΩΜΗ
Caro diario
Tα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται. Τι ειρωνεία, αλήθεια, η γη που δωρίζει στην Οικουμένη την Ολυμπιακή Φλόγα, να καεί... Πόσα δάκρυα να χύσει κανείς για να σβήσει το θυμό και την οργή; Πόσα δάκρυα είναι αρκετά, για να θρηνίσει τους ανθρώπους, που έγιναν θυσία στο θεό της ανικανότητας; Ποιές προσευχές να θυμηθεί κανείς για να ελπίσει ξανά κάπου; Tότε, που οι υποσχέσεις θα έχουν αποδειχθεί λίγες και τα φώτα των τηλεοπτικών συνεργείων θα έχουν σβήσει; Τότε που οι άνθρωποι αυτοί, θα συνεχίζουν να μην έχουν σπίτι, να μην έχουν το βιος τους. Και η ελπίδα θα έχει λιγοστέψει. Και οι ενοχές μερικών, θα χάνονται μαζί με τα δελτία ειδήσεων.
Κοιτάζω από ώρα, το απέναντι μπαλκόνι με το χειμωνιάτικο χαλί να κρέμεται ανέμελο στα κάγκελα. Κρεμιέται και η ματιά μου πάνω του, μέχρι να γίνουν όλα θολά. Το μυαλό γυρίζει πίσω. Τι ειρωνεία, αλήθεια, η γη που δωρίζει στην Οικουμένη την Ολυμπιακή Φλόγα, να καεί... Πόσα δάκρυα να χύσει κανείς για να σβήσει το θυμό και την οργή; Πόσα δάκρυα είναι αρκετά, για να θρηνίσει τους ανθρώπους, που έγιναν θυσία στον θεό της ανικανότητας; Ποιές προσευχές να θυμηθεί κανείς για να ελπίσει ξανά κάπου;
Κοιτάζω από ώρα, το απέναντι μπαλκόνι με το χειμωνιάτικο χαλί να κρέμεται ανέμελο στα κάγκελα. Κρεμιέται και η ματιά μου πάνω του, μέχρι να γίνουν όλα θολά. Το μυαλό γυρίζει πίσω. Τι ειρωνεία, αλήθεια, η γη που δωρίζει στην Οικουμένη την Ολυμπιακή Φλόγα, να καεί... Πόσα δάκρυα να χύσει κανείς για να σβήσει το θυμό και την οργή; Πόσα δάκρυα είναι αρκετά, για να θρηνίσει τους ανθρώπους, που έγιναν θυσία στον θεό της ανικανότητας; Ποιές προσευχές να θυμηθεί κανείς για να ελπίσει ξανά κάπου;
Επιστέφω στο άσπρο της οθόνης. Φοβάμαι να γατζώσω πάνω του, τους μικρούς μου χαρακτήρες. Λες και θα το πονέσω. Κατά βάθος όμως ξέρω, ότι πρόκειται να ταράξω το αγκάθι, που σφήνωσε από την Παρασκευή μέσα μου. Τότε που έγραφα, από το γραφείο της δουλειάς, με λαχτάρα για βόλτες και εκδρομές στην Πελοπόννησο. Αυτά κράτησαν όμως μέχρι τη στιγμή, που οι πρώτοι νεκροί σκίασαν τα πάντα γύρω. Μέχρι να επιστρέψουμε το βράδυ σπίτι, στους πρώτους εκείνους νεκρούς, είχαν προστεθεί και άλλοι. Και τις μέρες που ήρθαν και άλλοι. Και άλλοι...
Από τότε αισθάνομαι σαν να χρωστάω κάτι σε όλους αυτούς που η ψυχή τους πέταξε σαν τρομαγμένο πουλί στον κόκκινο ουρανό. Σαν να χρωστάω κάτι σε αυτούς, που έμειναν πίσω, καταδικασμένοι να ζουν ανάμεσα σε μαύρα δένδρα. Μόνοι μέσα σε κατεστραμένα χωριά και σε σπίτια χωρίς μια στέγη. Σαν να χρωστάω κάτι σε κείνα τα ζωντανά της γης και τα πτηνά τ΄ουρανού, που έσβησαν ανήμπορα μέσα στην νύχτα. Και στ΄άλλα που γλίτωσαν και τώρα δεν έχουν πια, που να ζήσουν. Ποιός ευθύνεται για όσα έγιναν και όσα εξακολουθούν για έξι μέρες τώρα να συμβαίνουν; Ποιός αμέλησε; Ποιός έκανε λάθος; Ποιός είναι ο ένοχος; Ποιός θα τιμωρηθεί; Ποιός;
Υπάρχει θυμός και οργή μέσα μου, που όσο περνάνε οι μέρες αντί να καταλαγιάζουν, δυναμώνουν. Γίνεται ένα ποτάμι, που με πνίγει. Ενα ποτάμι που φουσκώνει όλο και περισσότερο, όσο δεν βρίσκεται κάποιος να παραδεχθεί ότι έκανε ένα λάθος. Eνα! Οσο δεν βρίσκεται κάποιος να ψελίσει μια ταπεινή συγνώμη. Ομως, μερικές φορές μια συγνώμη είναι πιο ακριβή από όσες επιταγές και αν μοιραστούν για εξιλέωση. Τότε θα μπορέσω ίσως, να ξεχρεωθώ έστω και λίγο, απέναντι σε ό,τι χάθηκε. Αυτό λοιπόν, απαιτώ από εκείνους, που μαύρισαν τη χώρα. Δεν περιμένω βέβαια να το πράξουν. Θυμάμαι, τι είπε μια γερόντισα μέσα στις στάχτες του σπιτιού της. "Γίνεται παιδί μου, ο κόρακας, περιστέρα;" Η τιμωρία τους όμως σιγώνει. Και θα είναι το ΜΑΥΡΟ. Πιο μαύρο από αυτό, που αφήνουν πίσω τους.
Από τότε αισθάνομαι σαν να χρωστάω κάτι σε όλους αυτούς που η ψυχή τους πέταξε σαν τρομαγμένο πουλί στον κόκκινο ουρανό. Σαν να χρωστάω κάτι σε αυτούς, που έμειναν πίσω, καταδικασμένοι να ζουν ανάμεσα σε μαύρα δένδρα. Μόνοι μέσα σε κατεστραμένα χωριά και σε σπίτια χωρίς μια στέγη. Σαν να χρωστάω κάτι σε κείνα τα ζωντανά της γης και τα πτηνά τ΄ουρανού, που έσβησαν ανήμπορα μέσα στην νύχτα. Και στ΄άλλα που γλίτωσαν και τώρα δεν έχουν πια, που να ζήσουν. Ποιός ευθύνεται για όσα έγιναν και όσα εξακολουθούν για έξι μέρες τώρα να συμβαίνουν; Ποιός αμέλησε; Ποιός έκανε λάθος; Ποιός είναι ο ένοχος; Ποιός θα τιμωρηθεί; Ποιός;
Υπάρχει θυμός και οργή μέσα μου, που όσο περνάνε οι μέρες αντί να καταλαγιάζουν, δυναμώνουν. Γίνεται ένα ποτάμι, που με πνίγει. Ενα ποτάμι που φουσκώνει όλο και περισσότερο, όσο δεν βρίσκεται κάποιος να παραδεχθεί ότι έκανε ένα λάθος. Eνα! Οσο δεν βρίσκεται κάποιος να ψελίσει μια ταπεινή συγνώμη. Ομως, μερικές φορές μια συγνώμη είναι πιο ακριβή από όσες επιταγές και αν μοιραστούν για εξιλέωση. Τότε θα μπορέσω ίσως, να ξεχρεωθώ έστω και λίγο, απέναντι σε ό,τι χάθηκε. Αυτό λοιπόν, απαιτώ από εκείνους, που μαύρισαν τη χώρα. Δεν περιμένω βέβαια να το πράξουν. Θυμάμαι, τι είπε μια γερόντισα μέσα στις στάχτες του σπιτιού της. "Γίνεται παιδί μου, ο κόρακας, περιστέρα;" Η τιμωρία τους όμως σιγώνει. Και θα είναι το ΜΑΥΡΟ. Πιο μαύρο από αυτό, που αφήνουν πίσω τους.
27 Αυγούστου 2007
Εδώ κλαίει η Ελλάδα
25 Αυγούστου 2007
24 Αυγούστου 2007
Σκοτεινή Παρασκευή
Caro diario
Το λιγοστό φως, σκαρφαλώνει ανάμεσα στα μισόκλειστα ανοίγματα των γαλάζιων περσίδων του παραθύρου μου. Χαρακώνει απαλά την επιφάνεια του γραφείου. Εχω από ώρα τελειώσει με όλες τις εκρεμότητες. Αισθάνομαι σχεδόν ευτυχισμένος. Σκέφτομαι πως σήμερα είναι Παρασκευή και μπροστά μας έχουμε ένα ταξιδιάρικο Σαβατοκύριακο προς την αγαπημένη Αργολίδα, στο σπίτι της Αλίκης. Θα πάρουμε μια ανάσα, πριν αποχαιρετήσουμε το φετινό καλοκαίρι. Υστερα θα ΄ρθει ο μελαγχολικός Σεπτέμβρης με εκείνο τον καιρό - ούτε καλοκαίρι, ούτε χειμώνα - που με κάνει να θέλω να πέσω να πεθάνω.
Τραβώ το σχοινάκι και ανεβάζω ψηλά τις περσίδες. Πλημμυρίζω με φως καλοκαιριού. Κοιτάζω έξω από το μεγάλο παράθυρο, πάνω από τις ταράτσες των αντικρυνών κτιρίων, το γαλάζιο-γκρι τ΄ουρανού . Κάθε μέρα που περνά το βλέπω να γίνεται όλο και περισσότερο σκέτο γκρι. Χθες κιόλας, έγραφε ο ΕΤ ότι τα τελευταία χρόνια, τα βόρεια προάστια πνίγονται από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας. Δεν ήταν βέβαια ανάγκη να το γράψει η εφημερίδα της Γιάννας για να το διαπιστώσω. Το ζούμε κάθε μέρα. Αυτό, που δεν ανέφερε το ρεπορτάζ, ήταν ότι η λειτουργία του αεροδρομίου στα Μεσόγεια είναι η αιτία για αυτό το "παράδοξο". Το "EL.VEL." ξερνά τα δηλητήρια του πάνω στην Αθήνα, καθώς η μόνη διέξοδος τους είναι το στενό πέρασμα μεταξύ Υμηττού και Πεντέλης. Τα βόρεια προάστια... Οπως ακριβώς το είχε προβλέψει ο Δοξιάδης, που αντιστάθηκε στο πρόσταγμα Καραμανλή - του θείου- για καταστροφή και των Μεσογείων.
Αφουγκράζομαι την ησυχία του γραφείου. Η τηλεόραση, δείχνει εικόνες καταστροφής από τα πύρινα μέτωπα που κατακαίνε από χθες την Πελοπόννησο. Μιλάει για δύο νεκρούς και έναν αγνοούμενο. Πριν λίγο ξέσπασαν άλλα μέτωπα στην Ελευσίνα και στο Λαγονήσι. Καίγονται σπίτια... Σκοτείνιασα. Θέλω να βρεθώ εκτός γραφείου. Τώρα!
Σκέφτομαι ότι προχθές δεν κατεβήκαμε στο κέντρο. Βαρέθηκα εγώ, ενώ ο Αρης ήταν κουρασμένος. Ισως πάμε σήμερα, μιας και η θερμοκρασία είναι μια γραμμή χαμηλότερη και... Παρασκευή. Θα χωθούμε και εμείς ανάμεσα στους ξανθούς τουρίστες, μες τα τζατζίκια και τα κεμπάμπ. Θα κάνουμε άσκοπες βόλτες με τον ιδρώτα να κυλά αργά κάτω από τα πουκάμισά μας. Θα περάσουμε από το Μοναστηράκι και τη Στοά του Αττάλου. Θα βαδίσουμε πλάι πλάι, με τους ώμους να αγγίζονται σε κάθε δεύτερο βήμα, στον πεζόδρομο κάτω από τον Ιερό βράχο. Αντίκρυ του, θα κοιτάξουμε πίσω από τα ανοίγματα να δούμε την πρόοδο του νέου μουσείου. Και εκεί θα φανταστούμε κατεδαφισμένες όχι μόνο τις δύο πολυκατοικίες, αλλά ΚΑΙ το λεγόμενο κτίριο "Βάϊλερ". Θα περάσει η ώρα με τον ήλιο να χάνεται στο βάθος της Αθήνας, καθώς θα καθόμαστε για καφέ στο Θησείο. Τα γυαλιά θα στέκονται πια στα κεφάλια μας, όταν θα παίρνουμε αμίλητοι το μετρό για την επιστροφή...
Το λιγοστό φως, σκαρφαλώνει ανάμεσα στα μισόκλειστα ανοίγματα των γαλάζιων περσίδων του παραθύρου μου. Χαρακώνει απαλά την επιφάνεια του γραφείου. Εχω από ώρα τελειώσει με όλες τις εκρεμότητες. Αισθάνομαι σχεδόν ευτυχισμένος. Σκέφτομαι πως σήμερα είναι Παρασκευή και μπροστά μας έχουμε ένα ταξιδιάρικο Σαβατοκύριακο προς την αγαπημένη Αργολίδα, στο σπίτι της Αλίκης. Θα πάρουμε μια ανάσα, πριν αποχαιρετήσουμε το φετινό καλοκαίρι. Υστερα θα ΄ρθει ο μελαγχολικός Σεπτέμβρης με εκείνο τον καιρό - ούτε καλοκαίρι, ούτε χειμώνα - που με κάνει να θέλω να πέσω να πεθάνω.
Τραβώ το σχοινάκι και ανεβάζω ψηλά τις περσίδες. Πλημμυρίζω με φως καλοκαιριού. Κοιτάζω έξω από το μεγάλο παράθυρο, πάνω από τις ταράτσες των αντικρυνών κτιρίων, το γαλάζιο-γκρι τ΄ουρανού . Κάθε μέρα που περνά το βλέπω να γίνεται όλο και περισσότερο σκέτο γκρι. Χθες κιόλας, έγραφε ο ΕΤ ότι τα τελευταία χρόνια, τα βόρεια προάστια πνίγονται από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας. Δεν ήταν βέβαια ανάγκη να το γράψει η εφημερίδα της Γιάννας για να το διαπιστώσω. Το ζούμε κάθε μέρα. Αυτό, που δεν ανέφερε το ρεπορτάζ, ήταν ότι η λειτουργία του αεροδρομίου στα Μεσόγεια είναι η αιτία για αυτό το "παράδοξο". Το "EL.VEL." ξερνά τα δηλητήρια του πάνω στην Αθήνα, καθώς η μόνη διέξοδος τους είναι το στενό πέρασμα μεταξύ Υμηττού και Πεντέλης. Τα βόρεια προάστια... Οπως ακριβώς το είχε προβλέψει ο Δοξιάδης, που αντιστάθηκε στο πρόσταγμα Καραμανλή - του θείου- για καταστροφή και των Μεσογείων.
Αφουγκράζομαι την ησυχία του γραφείου. Η τηλεόραση, δείχνει εικόνες καταστροφής από τα πύρινα μέτωπα που κατακαίνε από χθες την Πελοπόννησο. Μιλάει για δύο νεκρούς και έναν αγνοούμενο. Πριν λίγο ξέσπασαν άλλα μέτωπα στην Ελευσίνα και στο Λαγονήσι. Καίγονται σπίτια... Σκοτείνιασα. Θέλω να βρεθώ εκτός γραφείου. Τώρα!
Σκέφτομαι ότι προχθές δεν κατεβήκαμε στο κέντρο. Βαρέθηκα εγώ, ενώ ο Αρης ήταν κουρασμένος. Ισως πάμε σήμερα, μιας και η θερμοκρασία είναι μια γραμμή χαμηλότερη και... Παρασκευή. Θα χωθούμε και εμείς ανάμεσα στους ξανθούς τουρίστες, μες τα τζατζίκια και τα κεμπάμπ. Θα κάνουμε άσκοπες βόλτες με τον ιδρώτα να κυλά αργά κάτω από τα πουκάμισά μας. Θα περάσουμε από το Μοναστηράκι και τη Στοά του Αττάλου. Θα βαδίσουμε πλάι πλάι, με τους ώμους να αγγίζονται σε κάθε δεύτερο βήμα, στον πεζόδρομο κάτω από τον Ιερό βράχο. Αντίκρυ του, θα κοιτάξουμε πίσω από τα ανοίγματα να δούμε την πρόοδο του νέου μουσείου. Και εκεί θα φανταστούμε κατεδαφισμένες όχι μόνο τις δύο πολυκατοικίες, αλλά ΚΑΙ το λεγόμενο κτίριο "Βάϊλερ". Θα περάσει η ώρα με τον ήλιο να χάνεται στο βάθος της Αθήνας, καθώς θα καθόμαστε για καφέ στο Θησείο. Τα γυαλιά θα στέκονται πια στα κεφάλια μας, όταν θα παίρνουμε αμίλητοι το μετρό για την επιστροφή...
22 Αυγούστου 2007
Ο συνάδελφος
Caro diario
Γράφω φιλοξενούμενος στο γραφείο μιας συναδέλφου που λείπει με άδεια (υπάρχουν ακόμη μερικοί παραμένοντες στα νησιά) γιατί από το δικό μου απουσιάζει ο υπολογιστής. Σαραπέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες ...είχαν πέσει πάνω του για δύο μέρες, προσπαθώντας να τον συνεφέρουν. Εις μάτειν! Τώρα τον πήρανε για τα παιρετέρω. Στο μεταξύ, μόλις δημοσίευσα το προηγούμενο μου θέμα, χάλασε και ο υπολογιστής στο σπίτι, αποδεκατισμένος από επίθεση ιών. Χθες το απόγευμα βγήκε νοκ-άουτ και το λάπ τοπ του Αρη. Από "ιώση" επίσης. Ποιός μας καταράστηκε. Ρωτάω, ποιός;
Απέξω, η ζέστη πρέπει να κορυφώνει την πολιορκεία της στη μέρα. Τα λιγοστά δέντρα, που φάινονται από το νέο παράθυρο, μένουν ασάλευτα. Κάθε τρεις και λίγο, παίζει μια τηλεοπτική διαφημιση για σι ντι, και ακούγεται το "Μαραμένα τα γιούλια κι βιόλες". Είναι κάπως εκνευριστικό, αλλά προκειμένου να έδειχνε σποτάκια της Νου.Δου. ...ε, χίλιες φορές να προτιμήσω τις βιόλες, απ' τις μαραμένες ελπίδες.
Από εδώ που έχω καθίσει σήμερα, μπορώ και βλέπω, έναν συνάδελφο, που τρόμαξα να τον αναγνωρίσω όταν επέστρεψε από την άδεια του. Εχει πάνω από χρόνο στη δουλειά, αλλά ποτέ δεν τον είχα κοιτάξει "κι' αλλιώς". Οσο δηλαδή, μου επιτρέπεται, "παντρεμένος άνθρωπος". Δεν λέω, ψηλός με λεπτό σώμα, μακρυά χέρια, φωνή Αλιάγα.., -ο συνάδελφος, όχι εγώ- αλλά είχε ένα... κακό: Mακρύ μαλλί. Επέστρεψε κοντοκουρεμένος και άλλαξε τόσο, μα τόσο πολύ... "Ρισπέκτ", όπως θα έγραφε και ο αγαπητός Προβατούκος.
Γύρισα στη θέση μου πριν λίγο, αφήνοντας τον ωραίο συνάδελφο πίσω μου. Ελπίζω να μην τον μάτιαξα. Ο ήλιος έχει από ώρα, περάσει στο πλάι του κτιρίου, και το κρύο από τα κλιματιστικά, μου φαίνεται πως αυξήθηκε κι΄άλλο. Σχεδόν κρυώνω πια. Σκέφτομαι ότι σε λίγο, θα βρεθώ με τον Αρη μέσα στη ζέστη του αυτοκινήτου, τραβώντας για το σπίτι. Προς στιγμή, μου περνά η ιδέα, να προτείνω μια βόλτα στο κέντρο της πόλης, για φαγητό και καφέ. Ωραία θα ήταν ...
Γράφω φιλοξενούμενος στο γραφείο μιας συναδέλφου που λείπει με άδεια (υπάρχουν ακόμη μερικοί παραμένοντες στα νησιά) γιατί από το δικό μου απουσιάζει ο υπολογιστής. Σαραπέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες ...είχαν πέσει πάνω του για δύο μέρες, προσπαθώντας να τον συνεφέρουν. Εις μάτειν! Τώρα τον πήρανε για τα παιρετέρω. Στο μεταξύ, μόλις δημοσίευσα το προηγούμενο μου θέμα, χάλασε και ο υπολογιστής στο σπίτι, αποδεκατισμένος από επίθεση ιών. Χθες το απόγευμα βγήκε νοκ-άουτ και το λάπ τοπ του Αρη. Από "ιώση" επίσης. Ποιός μας καταράστηκε. Ρωτάω, ποιός;
Απέξω, η ζέστη πρέπει να κορυφώνει την πολιορκεία της στη μέρα. Τα λιγοστά δέντρα, που φάινονται από το νέο παράθυρο, μένουν ασάλευτα. Κάθε τρεις και λίγο, παίζει μια τηλεοπτική διαφημιση για σι ντι, και ακούγεται το "Μαραμένα τα γιούλια κι βιόλες". Είναι κάπως εκνευριστικό, αλλά προκειμένου να έδειχνε σποτάκια της Νου.Δου. ...ε, χίλιες φορές να προτιμήσω τις βιόλες, απ' τις μαραμένες ελπίδες.
Από εδώ που έχω καθίσει σήμερα, μπορώ και βλέπω, έναν συνάδελφο, που τρόμαξα να τον αναγνωρίσω όταν επέστρεψε από την άδεια του. Εχει πάνω από χρόνο στη δουλειά, αλλά ποτέ δεν τον είχα κοιτάξει "κι' αλλιώς". Οσο δηλαδή, μου επιτρέπεται, "παντρεμένος άνθρωπος". Δεν λέω, ψηλός με λεπτό σώμα, μακρυά χέρια, φωνή Αλιάγα.., -ο συνάδελφος, όχι εγώ- αλλά είχε ένα... κακό: Mακρύ μαλλί. Επέστρεψε κοντοκουρεμένος και άλλαξε τόσο, μα τόσο πολύ... "Ρισπέκτ", όπως θα έγραφε και ο αγαπητός Προβατούκος.
Γύρισα στη θέση μου πριν λίγο, αφήνοντας τον ωραίο συνάδελφο πίσω μου. Ελπίζω να μην τον μάτιαξα. Ο ήλιος έχει από ώρα, περάσει στο πλάι του κτιρίου, και το κρύο από τα κλιματιστικά, μου φαίνεται πως αυξήθηκε κι΄άλλο. Σχεδόν κρυώνω πια. Σκέφτομαι ότι σε λίγο, θα βρεθώ με τον Αρη μέσα στη ζέστη του αυτοκινήτου, τραβώντας για το σπίτι. Προς στιγμή, μου περνά η ιδέα, να προτείνω μια βόλτα στο κέντρο της πόλης, για φαγητό και καφέ. Ωραία θα ήταν ...
20 Αυγούστου 2007
Οι ηλιοκαμένοι
Caro diario
Οι άδειοι δρόμοι, από σήμερα είναι παρελθόν. Πρωί, πρωί και η κίνηση στη μεγαλούπολη ήταν εμφανής. Λίγο το προχωρημένο του Αυγούστου, λίγο η σπουδή του Κωστάκη για εκλογές έτσι ώστε να μη χάσει την καρέκλα του, έκαναν τους Αθηναίους να αφήσουν τις ξαπλώστρες τους στις παραλίες. Εξω από το παράθυρο ακούγεται η βιαστική σειρήνα ενός ασθενοφόρου, που προσπαθεί να χωθεί, ανάμεσα στα άλλα αυτοκίνητα.
Μου θυμίζει, ότι πριν λίγο καθώς κατούραγα, χτύπησα το δεξί μου αρχίδι με το λάστιχο του εσωρούχου. Τινάχτηκα από τον πόνο. Σήκωσα το δεξί μου πόδι πρώτα σε ορθή γωνία και μετά επιχείρησα να το φέρω προς το στήθος. Το κίνησα αριστερά και δεξιά, μιμούμενος κινήσεις που θυμήθηκα να έκαναν στο γήπεδο σε ποδοσφαιριστές, που είχαν την ατυχία να πέσει η μπάλλα πάνω στα θελκτικά σορτσάκια τους. Τότε που ακόμα πήγαινα στο "Σπύρος Λούης" και στη Λεωφόρο, πολλά χρόνια πριν.
Πονάω ακόμα. Νομίζω όμως λιγότερο. Ή να΄ναι από την ακινησία; Δεν ξέρω αν πρέπει να κινούμαι ή όχι. Ελπίζω να μην είναι τίποτα το σοβαρό. Noμίζω συστροφή, το λένε. Συχνά, βρίσκω μια αφορμή για να διασχίσω το χώρο εργασίας, και να χωθώ αθόρυβα στις τουαλέτες. Εκεί ψάχνομαι για πρηξίματα, ενώ δοκιμάζομαι στον πόνο καθώς περπατώ. Οταν επιστρέφω στη θέση μου, παίρνω βαθειές αναπνοές, σε μια προσπάθεια να χαλαρώσω. Με πιάνει απόγνωση σαν σκέφτομαι, ότι μπορεί να τρέχω σε νοσοκομεία για αυτό το λόγο.
Σήμερα, έχουν επιστρέψει σχεδόν όλοι στα γραφεία τους. Και για μας, που έχουμε γυρίσει εδώ και εβδομάδες πίσω, είναι δύσκολο ν΄ακούμε πάλι για παραλίες, ξενύχτια, βάρκες παρεό και βατραχοπέδηλα. Ολα αυτά μπλέκονται με τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Εκλογές, ψηφοδέλτια, περιοδείες, Παπανδρέου και Καραμανλής. Μαντούβαλος και Καρατζαφέρης. Από κοντά και ο Ζορμπάς. Οι λέξεις-συνθήματα σημαδεύουν το μυαλό μου. Μαζί, Ξανά μαζί, Νέα αλλαγή, Αλλαξε εσύ, Προχωράμε, Αλλάζουμε, Πάλι μαζί... (...και χώρια, ίδια είναι η στεναχώρια)
Κανείς δεν έχει όρεξη για δουλειά σήμερα. Εφημερίδες, περιοδικά και ίντερνετ. Ανέκδοτα και πλάκες. "Θα παραγγείλουμε τίποτα, απ΄έξω; Διάβασες τί γράφει το Λοιπόν; Εγώ θέλω πίτσα. Καύσωνας έρχεται! Καλέ, τώρα που γύρισα; Μήπως να πάρουμε κανά goody΄s; Θα παραγγείλει νέα γκαρνταρόμπα η Αννούλα η Βίσση, κορίτσια. Α-χου και δεν περνάει η ώρα... ! Τελικά θα φάμε σήμερα, ρε;"
Στο μεταξύ οι ειδήσεις ασχολούνται με άλλα θέματα. Καθ΄όλα αδιάφορα . Οπως, για παράδειγμα, εκείνο του θανάτου του μαύρου 25χρονου Νιγηριανού μετανάστη στην Καλαμαριά. Εικόνες ασπρόμαυρες, μιας ζωής κυνηγημένης που έπεσε από τον πρώτο όροφο, μιας χώρας που είναι υπό κατεδάφιση...
16 Αυγούστου 2007
Η νύχτα που ο Ελβις θα γινόταν βασιλιάς
Caro diario
16 Αυγούστου 1977. Η μέρα που πέθανε ο Ελβις. Δεν θυμάμαι τίποτα από τη μέρα εκείνη. Ημουν πολύ μικρός άλλωστε. Λίγα χρόνια αργότερα όμως κάτι θα σήμαινε. Τότε θα ήμουν στα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια. Ή μήπως πιο μικρός; Ηταν στο "Ακαπούλκο" πάντως. Εκεί, τον πρωτοσυνάντησα ένα αυγουστιάτικο βράδυ...
Εκανε ζέστη, αλλά είχαν αρχίσει κι όλας τα μελτέμια. Η μυρωδιά του καμμένου δάσους ήταν παντού -όπως τώρα είναι εκείνη της Πεντέλης, που καίγεται έξω από το παραθυρό μου- ανάκατη με την υγρασία της νύχτας. Δεν μ' έπιανε ύπνος και αψηφώντας τις απειλές της μάνας μου, αν δεν ξάπλωνα για ύπνο - «κομμένα τα μπάνια από αύριο. Τ΄ακούς;» - βγήκα στη βεράντα να δω τηλεόραση. Η κίτρινη λάμπα κρέμοταν μονάχη πάνω από τη παλιά άσπρη φερ φοζέ ροτόντα, με τις έξι αδειανές πολυθρόνες γύρω της. Εκείνες τις βαριές με τα στριφογυριστά σίδερα, που μου θύμιζαν ταινίες με τη Ναθαναήλ και τον Αντωνόπουλο. Στα μπράτσα των δικών μας είχε φύγει η άσπρη σαν δέρμα μπογιά, αφήνοντας να φανεί η σιδερένια σάρκα τους.
Χώθηκα μέσα σε μια και άναψα την τηλεόραση σε ένα από τα δύο κανάλια. Τον πρωτόδα και με γοήτευσε με μια του ματιά. Από το πρώτο του χαμόγελο στην Μαργαρίτα - Ούρσουλα Αντρες. Αυτό, που "έσπαγε" στη μια άκρη των χειλιών του. Ανέμελος, μέσα στο κοσμοπολίτικο εκείνο καλοκαίρι. Μου φάνηκε τόσο, μα τόσο λαμπερός. Νέος γεμάτος δύναμη. Ομορφος μέσα στη δροσιά μιας ασπρόμαυρης νιότης. Κοιτούσα αποσβολωμένος τη μικρή κόκκινη τηλεόραση, αλλά εγώ τον έβλεπα υπερφυσικά μεγάλο, ολοζώντανο εκεί μπροστά μου να μιλάει, να τραγουδάει και να λικνίζεται, μαζί με τις νυχτοπεταλούδες, που κουτουλούσαν γύρω από την κίτρινη λάμπα της βεράντας μας. Το τέλος της ταινίας δεν το είδα ποτέ. Μια διακοπή στο ηλεκτρικό, μ΄εστειλε μια ώρα αρχίτερα για ύπνο. Δεν έκλεισα μάτι εκείνη τη νύχτα. Ηταν η νύχτα, που ο Ελβις έγινε βασιλιάς...
Από την επόμενη, κι όλας θα άρχιζε επιχήρηση "Ελβις". Αφού πρώτα πέρασα από τη βεράντα, ψάχνοντας για τυχόν ίχνη από όσα είχαν συμβεί εκεί την προηγούμενη νύχτα. Αγγιξα με ευλάβεια, που θα έπρεπε σε εικόνα, την σβηστή οθόνη της τηλεόρασης. Εκεί όπου είχαμε γνωριστεί. Οσο και αν έσφυξα τα μάτια μου, δεν ήρθε όμως. Αντί για εκείνον, ήρθε η μάνα μου κρατώντας ένα μαχαίρι. "Τι, κάνεις εκεί;" ρώτησε με γουρλωμένα μάτια. "Να μη σε νοιάζει." είπα, με προσποιητή αυθάδεια, κοκκινίζοντας μέχρι τα αφτιά. Μια παράξενη ενοχή, που δεν είχα συνειδητοποιήσει ως τότε, με πλημμύρισε. Σχεδόν με τρόμαξε. "Τι το θέλεις το μαχαίρι μαμά;" ρώτησα εγώ, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά προς την πόρτα, έτοιμος να το βάλω στα πόδια. "Να καθαρίσω τα φασολάκια..." είπε εκείνη. "Α!... " Οπως και αν είχε εγώ έτρεξα έξω, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα. "Ελα εδώ... Μη φύγεις..." άκουγα πίσω δυνατά τη φωνή της μάνας μου.
Στις 17 Αυγούστου, αγόρασα όλα τα περιοδικά και τις εφημερίδες, με τα επετειακά αφιερώματα στη μνήμη του. Ενας "Ταχυδρόμος", βρίσκεται ακόμα νομίζω, στο πατάρι του πατρικού μου. Μέσα σε λίγες ημέρες, φτιάχτηκαν λευκώματα με φωτογραφίες και σημειώσεις. Αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών κολλήθηκαν προσεχτικά με ούχου δίπλα τους. Αγόρασα και δίσκους του, παρόλο που δεν είχαμε στο σπίτι μας πικ απ. Τους έγραφα μετά, στο "δισκάδικο" της γειτονιάς σε κασέτες που έλειωναν στα χέρια μου. Μια χάρτινη κούτα "ΝΟΥ-ΝΟΥ", από σκληρό χαρτόνι, φύλαγε το πολύτιμο - και ενοχοποιητικό - υλικό στα πιο πυκνά σκοτάδια της ντουλάπας μου. Μέχρι που κάηκε, πολλά χρόνια αργότερα... Εκείνος όμως κάπου συνεχίζει να υπάρχει.
16 Αυγούστου 1977. Η μέρα που πέθανε ο Ελβις. Δεν θυμάμαι τίποτα από τη μέρα εκείνη. Ημουν πολύ μικρός άλλωστε. Λίγα χρόνια αργότερα όμως κάτι θα σήμαινε. Τότε θα ήμουν στα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια. Ή μήπως πιο μικρός; Ηταν στο "Ακαπούλκο" πάντως. Εκεί, τον πρωτοσυνάντησα ένα αυγουστιάτικο βράδυ...
Εκανε ζέστη, αλλά είχαν αρχίσει κι όλας τα μελτέμια. Η μυρωδιά του καμμένου δάσους ήταν παντού -όπως τώρα είναι εκείνη της Πεντέλης, που καίγεται έξω από το παραθυρό μου- ανάκατη με την υγρασία της νύχτας. Δεν μ' έπιανε ύπνος και αψηφώντας τις απειλές της μάνας μου, αν δεν ξάπλωνα για ύπνο - «κομμένα τα μπάνια από αύριο. Τ΄ακούς;» - βγήκα στη βεράντα να δω τηλεόραση. Η κίτρινη λάμπα κρέμοταν μονάχη πάνω από τη παλιά άσπρη φερ φοζέ ροτόντα, με τις έξι αδειανές πολυθρόνες γύρω της. Εκείνες τις βαριές με τα στριφογυριστά σίδερα, που μου θύμιζαν ταινίες με τη Ναθαναήλ και τον Αντωνόπουλο. Στα μπράτσα των δικών μας είχε φύγει η άσπρη σαν δέρμα μπογιά, αφήνοντας να φανεί η σιδερένια σάρκα τους.
Χώθηκα μέσα σε μια και άναψα την τηλεόραση σε ένα από τα δύο κανάλια. Τον πρωτόδα και με γοήτευσε με μια του ματιά. Από το πρώτο του χαμόγελο στην Μαργαρίτα - Ούρσουλα Αντρες. Αυτό, που "έσπαγε" στη μια άκρη των χειλιών του. Ανέμελος, μέσα στο κοσμοπολίτικο εκείνο καλοκαίρι. Μου φάνηκε τόσο, μα τόσο λαμπερός. Νέος γεμάτος δύναμη. Ομορφος μέσα στη δροσιά μιας ασπρόμαυρης νιότης. Κοιτούσα αποσβολωμένος τη μικρή κόκκινη τηλεόραση, αλλά εγώ τον έβλεπα υπερφυσικά μεγάλο, ολοζώντανο εκεί μπροστά μου να μιλάει, να τραγουδάει και να λικνίζεται, μαζί με τις νυχτοπεταλούδες, που κουτουλούσαν γύρω από την κίτρινη λάμπα της βεράντας μας. Το τέλος της ταινίας δεν το είδα ποτέ. Μια διακοπή στο ηλεκτρικό, μ΄εστειλε μια ώρα αρχίτερα για ύπνο. Δεν έκλεισα μάτι εκείνη τη νύχτα. Ηταν η νύχτα, που ο Ελβις έγινε βασιλιάς...
Από την επόμενη, κι όλας θα άρχιζε επιχήρηση "Ελβις". Αφού πρώτα πέρασα από τη βεράντα, ψάχνοντας για τυχόν ίχνη από όσα είχαν συμβεί εκεί την προηγούμενη νύχτα. Αγγιξα με ευλάβεια, που θα έπρεπε σε εικόνα, την σβηστή οθόνη της τηλεόρασης. Εκεί όπου είχαμε γνωριστεί. Οσο και αν έσφυξα τα μάτια μου, δεν ήρθε όμως. Αντί για εκείνον, ήρθε η μάνα μου κρατώντας ένα μαχαίρι. "Τι, κάνεις εκεί;" ρώτησε με γουρλωμένα μάτια. "Να μη σε νοιάζει." είπα, με προσποιητή αυθάδεια, κοκκινίζοντας μέχρι τα αφτιά. Μια παράξενη ενοχή, που δεν είχα συνειδητοποιήσει ως τότε, με πλημμύρισε. Σχεδόν με τρόμαξε. "Τι το θέλεις το μαχαίρι μαμά;" ρώτησα εγώ, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά προς την πόρτα, έτοιμος να το βάλω στα πόδια. "Να καθαρίσω τα φασολάκια..." είπε εκείνη. "Α!... " Οπως και αν είχε εγώ έτρεξα έξω, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα. "Ελα εδώ... Μη φύγεις..." άκουγα πίσω δυνατά τη φωνή της μάνας μου.
Στις 17 Αυγούστου, αγόρασα όλα τα περιοδικά και τις εφημερίδες, με τα επετειακά αφιερώματα στη μνήμη του. Ενας "Ταχυδρόμος", βρίσκεται ακόμα νομίζω, στο πατάρι του πατρικού μου. Μέσα σε λίγες ημέρες, φτιάχτηκαν λευκώματα με φωτογραφίες και σημειώσεις. Αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών κολλήθηκαν προσεχτικά με ούχου δίπλα τους. Αγόρασα και δίσκους του, παρόλο που δεν είχαμε στο σπίτι μας πικ απ. Τους έγραφα μετά, στο "δισκάδικο" της γειτονιάς σε κασέτες που έλειωναν στα χέρια μου. Μια χάρτινη κούτα "ΝΟΥ-ΝΟΥ", από σκληρό χαρτόνι, φύλαγε το πολύτιμο - και ενοχοποιητικό - υλικό στα πιο πυκνά σκοτάδια της ντουλάπας μου. Μέχρι που κάηκε, πολλά χρόνια αργότερα... Εκείνος όμως κάπου συνεχίζει να υπάρχει.
14 Αυγούστου 2007
Ησυχες μέρες του Αυγούστου
Caro diario
Απομεσήμερο Τρίτης. Ζεστή η μέρα, κύλησε ως τ' απομεσήμερό της. Αύριο ξημερώνει της Παναγιάς. Ο Αρης κοιμάται στο κρεβάτι μου, πάνω στα βυσινιά σεντόνια. Επεσε φαρδύς πλατύς αγγαλιά με το μαξιλάρι μου. Εξω στο κυπαρρίσι, τα τζιτζίκια χαλούν τον κόσμο. Σκέφτομαι ότι μ΄αρέσει η φλυαρία τους. Καμιά φορά βγαίνω στο μπαλκόνι να δοκιμάσω την ετοιμότητά τους. Σταματάνε αμέσως! Μόλις νοιώσουν πως δεν τα απειλώ, ξεκινάνε απ΄την αρχή το μονότονο τραγούδι τους. Ισως και λίγο πιο δυνατά. Στον ουρανό, σύννεφα ταξιδεύουν αργά από τον βορρά, σκεπάζοντάς μας. Νομίζεις ότι πήρε να δροσίσει, μια ιδέα. Ευτυχώς, έχουμε ακόμα καιρό για αυτά. Τώρα αφουγκράζομαι το ζεστό μεσημέρι τ' Αυγούστου.
Πάνε δέκα μέρες που επιστρέψαμε, σε μια πόλη που θέλει να φύγει μακρυά μας. Η ζωή προσπαθεί ράθυμα να βρει τους ρυθμούς της. Εξω η πόλη, παραδόθηκε άνευ όρων στους λιγοστούς, που δεν την αποχωρίστηκαν. Και τους ανταμοίβει με τη γλύκα της. Ετοιμη να λεηλατηθεί, αφήνει ορατά τα κάλλη της, σκορπώντας μια ζεστασιά. Και εμείς, θέλουμε όσο τίποτα άλλο, να την κάνουμε δική μας. Να χωθούμε στην αγγαλιά της. Να θυμηθούμε τη ξεχασμένη της μυρωδιά. Εχουν κάτι όσοι έμειναν πίσω, τούτες τις ήσυχες μέρες του Αυγούστου. Νομίζω ότι κοιτιώμαστε αλλιώς τώρα. Σχεδόν στα μάτια. Μύστες που ετοιμάζονται από καιρό, για την μεγάλη κάθαρση στο Τελεστήριο της πόλης.
Η μέρα στο γραφείο, ήταν μικρή. Λιγοστοί, αυτοί που ήρθαν, με βερβούδες και αθλητικά. Χρειάστηκε να κατέβω ως τον πρώτο. Πήρα τις σκάλες. Αδεια τα περισσότερα γραφεία. Κλειστοί οι κοινόχρηστοι χώροι. Που και που άνοιγε κάποια πόρτα. Ελάχιστοιι ήταν αυτοί που συνάντησα. Με μερικούς συναδέλφους χαιρετήθηκα. Είπαμε, μέσα από τα τα δόντια μας, τις τυπικές ευχές των ημερών, ανάκατες με τις υποχρεωτικές ερωτήσεις. "Καλέ; Πώς μαύρισες έτσι! Πώς τα πέρασες; Που πήγες; Πότε γύρισες; Θα ξαναφύγεις; Aντε και καλό χειμώνα..." Δώσαμε πεταχτά φιλιά κάτω από το λευκό φως έρημων διαδρόμων. Επιστρέφοντας στο γραφείο μου, βρήκα ακόμα λιγότερους στις θέσεις τους. Τηλεφώνησα στον Αρη. Ρώτησα εάν εκείνος είχε τελειώσει τη δουλειά του. "Εδώ και ώρα"μου απάντησε. "Βαρέθηκα. Πάμε;" Συμφώνησα να βρεθούμε στην είσοδο. Θα τον συναντούσα εκεί λίγο αργότερα.
Εκλεισα τον υπολογιστή, ρίχνοντας όπως όπως τα πράγματα στη τσάντα μου. Πριν φύγω έριξα μια ματιά, κάτω στο δρόμο. Ελάχιστη η κίνηση. Ακόμη λιγότεροι όσοι βάδιζαν. Πρόσεξα καλύτερα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ενας άνδρας περίμενε εκεί σε μια λιγοστή σκιά. Στήριζε την πλάτη του, πάνω σ΄ένα μεγάλο μηχανάκι. Ηταν φορτωμένο με σκηνή και σλίπινγκ μπανγκ, έτοιμο για αναχώρηση. Ζήλεψα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


