12 Απριλίου 2008

Αλλοιώτικη μέρα, καλό ξαφνικό...

Caro diario

Aπομεσήμερο Σαββάτου με βρίσκει στη βεράντα να γράφω κοιτώντας τους ανθισμένους αγρούς, μπροστά από το σπίτι. Ημίγυμνος αφημένος στη ζεστή αγγαλιά του ήλιου. Βλέπω την αντανάκλαση του ειδώλου μου μέσα στην οθόνη. Καλοκαιρινός και ευτυχισμένος για λόγους ανομολόγητους.

Χτες ξημερώθηκα γράφοντας σκέψεις που έπρεπε να βγουν από μέσα μου και είχαν να ταξιδέψουν ως τα χαράματα. Κοιμήθηκα λίγες ώρες, αλλά ξαλαφρωμένος. Δεν είχα παρά να περιμένω. Ξύπνησα με δυσκολία στις 8 το πρωί, με το μικρό τράνταγμα πάνω στο κομοδίνο μου. Ετρεξα αλαφιασμένος...

Κοιτάζω το ιδρωμένο ποτήρι του καφέ. Το νερό κυλά πάνω του και γεμίζει τη μικρή λίμνη πάνω στο καινούριο μας ξύλινο τραπέζι. Αισθάνομαι τις μασχάλες μου να κολλάνε βασανιστικά με το δέρμα των πλευρών μου. Μάλλον δεν με νοιάζει τίποτα. Ακόμα ούτε καν νευριάζω όταν χτυπώ λάθος χαρακτήρες πάνω στο πληκτρολογίο του λάπτοπ. Το κεφάλι του Αρη, εμφανίζεται βρεγμένο από το παράθυρο του μπάνιου που ανοίγει στην βεράντα. Του χαμογελώ τρυφερά. Ανταποκρίνεται και εκείνος. Το παράθυρο κλείνει και χάνεται πίσω του ο ήχος του νερού.

Συννέφιασε ξαφνικά. Σήκωσε και αέρα. Νομίζω πως κρυώνω. Η κιτρινίλα της αφρικανικής σκόνης φεύγει σιγά σιγά από τον αττικό ουρανό. Δυο γλάροι πετούν προς τη θάλασσα. Βγάζω τα γυαλιά ηλίου και το φως με τυφλώνει. Ξαφνικό καλοκαίρι, κράτα όσο μας αντέξεις. Σχεδόν μονολογώ. Ενα σπουργίτι έρχεται και ξαποσταίνει μια στάλα πάνω στα κάγκελα. Με μετράει το βλέμμα του, πριν πετάξει και πάλι. Ο Michael Bublé μεταμορφώνει το Feeling Good και τον αφήνω να γεμίσει την ησυχία του μεσημεριού. It's a new day, it's a new life...

27 Μαρτίου 2008

Back to black

Caro diario

Ο ουρανός μολύβι, τρομάζει έξω από το παράθυρο. Ανοίγω τις κουρτίνες να μπει το έσχατο φως της μέρας. Πριν λίγο επέστρεψα από του Αρη. Κλείστηκα εδώ, στο μικρό μου χάος και βάλθηκα να γεμίζω το λευκό κενό. Εχω τέτοια υπερένταση που κάτι πρέπει να κάνω πριν ουρλιάξω. Ανοίγω μια πλέι λιστ, την πρώτη που βρίσκω να πέφτει στα μάτια μου. Η Λιόνα Λιούις αρχίζει το Μπλίντινγκ Λαβ... Εψαχνα από ώρα μια αφορμή να ξεσπάσω στο πληκτρολόγιο. Ενα λάθος χτύπημα και...

...το μαζεύω ρολό. Το τσαλακώνω. Το χτυπώ με δύναμη πάνω στη χαραγμένη ξύλινη επιφάνεια. Θέλω να το σκοτώσω, να το κάνω να πάψει να υπάρχει. Αντικείμενα σπρώχνονται από το γραφείο και πέφτουν με δύναμη από δω και από κει. Το μάους με μια κίνηση φεύγει προς τα δεξιά, χτυπημένο από το πληκτρολόγιο, που εξακολουθεί να πνίγεται στα χέρια μου. Το ποντίκι γίνεται κομμάτια με τα σωθικά του χυμένα, πέρα στο πάτωμα. Βλέπω τις μπαταρίες να κυλιούνται ακόμα. Αγνοείται το καπάκι. Η ματιά μου επιστρέφει στα ασπρισμένα από την πίεση δάκτυλα. Χαλαρώνουν απότομα. Το τραγούδι τελειώνει. Το πληκτρολόγιο προσπαθεί να πάρει το αρχικό του σχήμα. Ενα επόμενο ξεκινά. Τώρα το αγαπημένο μου λαστιχένιο πληκτρολόγιο αργοσέρνεται σαν λαβωμένο ερπετό, άγνωστων τροπικών.

Με μάτια να καίνε και το κεφάλι μου έτοιμο να σκάσει πάνω στο λιλά τοίχο, προσπαθώ να βάλω μια τάξη μέσα μου. Ακούω την καρδιά να βαράει σαν κύμβαλο αλαλάζον, την ώρα που η Ντάφι ξεστομίζει ηδονικά το Μέρσι. Η ανάσα προσπαθεί ακόμα να βρει το ρυθμό της, λες και μόλις τέλειωσε μια μάχη στα πεδία των αρσενικών ερώτων. Ρίχνω το κεφάλι πίσω, μέχρι να ενωθεί το δέρμα μου μ΄ εκείνο της πολυθρόνας. Τα μάτια στο ταβάνι. Χάνομαι κάπου στο ενδιάμεσο κενό. Βλέπω όμως το άσπρο του δωματίου μας. Πάνω του, που χόρευαν λίγο πριν, οι χρωματιστές σκιές της βουβής τηλεόρασης. Και ο Αρης δίπλα μου.

Είχε το κεφάλι γερμένο πάνω από το μπράτσο μου. Ωρες ώρες πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος που έχουμε στρογγυλό λαιμό. Για να βρίσκουμε ένα μπράτσο να τον ταιριάξουμε. Το βαρύ χέρι πάνω στο στήθος μου. Το άλλο ανάμεσα στα γυμνά σώματα, σαν φράκτης. Μπλεγμένα τα πόδια. Ενοιωθα την ανάσα του ζεστή στην πλαγιά του λαιμού μου. Ακίνητοι και γυμνοί στην ησυχία ενός απομεσήμερου, φυλακισμένου στον χειμώνα. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Δεν κατάλαβα αν εκείνος αποκοιμήθηκε. Δεν θυμάμαι αν τον ρώτησα και μετά. Κάποια στιγμή είπε σιγανά, «κρυώνω» και τον τράβηξα ακόμα πιο πάνω μου. Αυτό το θυμάμαι.

Εστριψα το κεφάλι αριστερά προς το κομοδίνο, για να δω την ώρα. "Πόσο πολύ, μ΄αρέσει ο λαιμός σου. Ειδικά αυτή η γραμμή, εδώ στο πλάι..." Εστριψα μόνο τα απορημένα μάτια προς τα πίσω. "Μείνε έτσι όπως είσαι." Υπάκουσα κρατώντας την ανάσα μου. Εμεινα να κοιτάζω τις πράσινες τελείες που αναβόσβηναν στο μαύρο του ρολογιού, ανάμεσα στο 17 και το 55. Ενοιωσα το βάρος του χεριού του να ελευθερώνει το στήθος μου. Eίδα τη σκιά του στο λευκό του τοίχου. Εκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Tην επόμενη στιγμή με άγγιζε στο λαιμό. Απαλά, σαν κάτι εύθραστο...

Ετσι κύλησα έξω από το κρεβάτι. "Πού πας;" "Να φτιάξω καφέ, να πιούμε. Θα γυρίσω πίσω" απάντησα, ενώ εκείνος άνοιγε την ένταση στην τηλεόραση. Βγήκα στο διάδρομο την ώρα που η Εμι Γουάινχαους έμπαινε στην οθόνη. "Ποιο τραγούδι είναι αυτό;" με ρώταγε ο Αρης. Τον φαντάστηκα να τραβάει την κουβέρτα ως το στήθος του. "Το Μπακ του μπλακ" φώναξα, καθώς έμπαινα πια στην κουζίνα.

18 Μαρτίου 2008

Χαράματα ξανά

Caro diario

H προσπάθεια του "gay super hero" με έβγαλε από την ακινησία μου. Τι κρίμα που ανοίγοντας για να γεμίσω το λευκό τούτο φόντο με τις λερωμένες μου πληγές, το ραδιόφωνο παίζει τα "Χαράματα". Μου ΄ρχετε να ουρλιάξω. Λες και δεν πέρασε μια μέρα... Το ευτύχημα των ημερών τούτων ήταν μια τρελή δουλειά που έπεσε πάνω μου, σαν κύμα που με τράβηξε στ' ανοιχτά. Παλεύοντας στ΄απόνερα του, έδειχνα να ξεχνιέμαι. Κάθε όμως, που έβγαζα το κεφάλι απέξω με τσέκαρα. Τι είχα όμως απ΄όλα ξεχάσει; Τι απ΄ όλα μπορούσα να ξεχάσω;

Ενα σκυλί γαυγίζει μέσα στο απομεσήμερο. Από το ανοιχτό παράθυρο η άνοιξη προσπαθεί να μου χαμογελάσει. Δεν μπορώ να της ανταποκριθώ, κι ας την πονέσω. Μήπως αν υποκρινόμουν;.. Παραιτούμαι με μιας από την ιδέα. Πως να ημερέψει ο νους... Σκοτείνιασε απότομα. Ρίχνω εκεί τη σκέψη μου.

Πατάω συνεχώς λάθος στα λαστιχένια πλήκτρα. Εκνευρίζομαι. Φτύνω όσες βρισιές βρίσκω εύκαιρες κάτω από τη γλώσσα. Το σκυλί λες και μ' άκουσε ξεκίνησε πάλι ένα παρατεταμένο γαύγισμα-ουρλιαχτό. Αισθάνομαι ότι δεν μου φτάνει ο αέρας. Ανοίγω με μιας το στόμα σαν ψάρι, που πιάστηκε ξαφνιασμένο στα δίκτυα. Η Χαρούλα από τα ηχεία προσπαθεί να με κρατήσει ζωντανό. Κάπως έτσι θα βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου. Μπορεί...

Τις τελευταίες ημέρες λες και τα πάντα συνομωτούν πίσω από την πλάτη μου, ήρθαν ξαφνικά στη ζωή μου νέα πρόσωπα. Απορώ με μένα, που βρίσκω να κάνω αστεία όταν "μιλάω" μαζί τους. Τους κάνω να γελάνε, να με θέλουν, να με αναζητούν, να μ΄αγαπούν... Και στη δουλειά το ίδιο. Βλέπω τους συναδέλφους να με αισθάνονται κοντά τους. Ή μάλλον πιο κοντά τους. Να μου ανοίγονται λες και είμαι κάποιος νέος. Με ρωτάνε αν είμαι ερωτευμένος. Είμαι;

...Kαι εγώ να τα ρίχνω στην Ανοιξη.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΠΛΟΓΚΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ; ΟΧΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο. Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα 'συμβόλαιο συμβίωσης' ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό 'συμβόλαιο' μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΠΛΟΓΚΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ


A DOMESTIC PARTNERSHIP THAT DISCRIMINATES? NO THANKS

In Greece gays, lesbians and transexuals know about discrimination. They face it daily from their families, in their social lives and in the professional field. But sometimes, all it takes is a single straw to break the camel's back. According to press reports, the greek government is preparing to introduce a domestic partnership 'contract' EXCLUSIVELY for unmarried heterosexual couples. We do not believe that a mere 'contract' can resolve the issues same-sex couples face or ensure their fair treatment under the law. However this discriminatory proposal is a direct contravention of the greek Constitution, as well as european human rights treaties. Especially since same-sex couples already enjoy legal rights in 18 european nations. The aim of this intervention is to make sure that european institutions, human rights organisations, websites and weblogs from around the world learn about these proposals. What we ask for is equal rights for all. Nothing more and nothing less. This time around we will not sit idly by. This time around we will not keep silent.

GREEK BLOGGERS AGAINST DISCRIMINATION


Λίστα με τα ιστολόγια που συμμετέχουν θα βρείτε στο http://www.gayrightsgreece.blogspot.com/

4 Μαρτίου 2008

Της νύχτας η φωτιά...

Caro diario

Nύχτωσε. Ανοιξα χωρίς να ξέρω αν θα καταφέρω να γράψω κάτι. Τι ακριβώς να γράψω; Ακούω επαναληπτικά ένα ισπανικό τραγούδι - σάουντρακ μάλλον- από το "Λαϊτερ Ντέις". Με το "Γιου Τουμπ" πότε δεν ξέρεις αν όντως είναι από την ταινία ή όχι. Σκέφτομαι ότι ακόμα δεν έχω προλάβει να την δω. Που και που ρίχνω κλεφτές ματιές στο παράθυρο πίσω, καθώς τα γυμνά σώματα ρίχνονται με δύναμη στη μάχη των λευκών σεντονιών. Δυναμώνω την ένταση. Παίζει πάλι και πάλι...

Ξαφνικά θέλω να καπνίσω. Τα τελευταία βράδια πίνω κιόλας. Την Παρασκευή σχεδόν μέθυσα. Πρέπει να ήπια πάνω από πέντε, εγώ που μ' ένα ποτήρι ζαλίζομαι. Με πήραν τα χαράματα μιλώντας με άγνωστους. Τι και αν το επόμενο πρωί, είχα να ξυπνήσω στις επτά... Δεν με ένοιαζε, δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά του κρεβατιού. Χρειαζόμουν κάτι να γελάσω, κάτι να ξεχαστώ. Να μοιραστώ τη φωτιά. Επαιζα μουσική στο LBC, μιλούσα με τους χαμένους της νύχτας, γελούσαμε σαν μια συντροφιά. Και όλοι άγνωστοι. Εννοιωσα μια παράξενη ευτυχία. Οταν ξαφνικά ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Κουμεντάκη...

"Τι είναι αυτό, που έβαλες και παίζει;", ρώτησε ο νεαρός άνδρας, που τον είχα φέρει ον κάμερα στο εμ ες εν. "Θυμησέ μου, τι είναι. Αχ, γιατί, μου το κάνεις αυτό;" Toν άκουγα πάνω από το μουσικό θέμα της Φλόγας. Σήκωσα τα μάτια από το άδειο μου ποτήρι, και τον κοίταξα, ευθεία μέσα στα δικά του. Τότε πρόσεξα το δάκρυ στο πρόσωπο. Του είπα σχεδόν ψυθιριστά... Ξαφνικά δυό ποτάμια ξεπήδησαν αγριεμένα, μέσα από τα δικά μου μάτια. Ασυγκράτητα ξεστράτισαν από τα πιο μακρυνά τους μονοπάτια. Το πρόσωπο μέσα στην οθόνη μου άρχιζε να φωνάζει το ονομά μου και μετά "Γιατί, γιατί;.." Αφεθήκαμε γυμνοί και διάφανοι εκεί μπροστά. Κλαίγαμε με αναφυλιτά στις πέντε τα χαράματα... "...γιατί η φλόγα πάντα σβήνει..."

"... γίνονται θαύματα"


Χρώμα δε βρίσκει να κυλά
του χρόνου η μολυβιά
που έγραψε να ζούμε χωριστά.
Δρόμο δε βρίσκει να περνά
της νύχτας η φωτιά
να κάψει όσα αφήσαμε μισά.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.
Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά εκεί στα σκοτεινά
ν' ακούσω το κλείδι σου να γυρνά.
Δένω στο χέρι μια κλωστή να ΄πιάσει η ευχή
και ό,τι μας χωρίζει να χαθεί.
Πώς παγιδέψαμε, ό,τι πιστέψαμε
ποιον εφιάλτη μεγαλώναμε κρυφά.
Πώς παγιδέψαμε, ότι λατρέψα με
σ' ένα αστείο που κανένας δε γελά.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
μ' ένα σου βλέμμα πάλι να ξελογιαστώ
να πεις μια λέξη και να σου παραδοθώ.
Εδώ, ως τα χαράματα καρδιά μου να 'σαι εδώ
για όσα ρίξαμε στης λύπης το βυθό
να μετανιώσουμε επιτέλους και οι δυό.



Ως τα χαράματα γίνονται θαύματα...

15 Φεβρουαρίου 2008

Η νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου

Caro diario

Ξάπλωσα από νωρίς στο κρεβάτι. Εριξα και μια φλιζ κουβέρτα πάνω μου, όχι τόσο γιατί κρύωνα αλλά για να προετοιμάζομαι για τον επερχόμενο χιονιά, που χιονιά ακούμε και ήλιο βλέπουμε. Ανοιξα και την τηλεόραση. Ενα γρήγορο ζάπινγκ και σταμάτησα στο "Σταρ τσάνελ" με τις δυο κόκκινες καρδιές στο λογότυπο. Αναρωτήθηκα τον λόγο. Αμέσως μετά σκέφτηκα ότι στον Ταύρο θα γιορτάζουν με κάθε επισημότητα τον Αγιο Βαλεντίνο.

Δεν τον έλεγες όμορφο, αλλά είχε αυτό το κάτι πάνω του. Οχι ο Αγιος, αλλά ο τυπάκος που έπαιζε στην ταινία. Από την άλλη ήταν τόσο, μα τόσο νέος. Με ωραίες κοψιές το πρόσωπο και ένα χαμόγελο σαν του Τσίπρα. Κόλλησα... Την ταινία την ήξερα, την είχα ακούσει, αλλά δεν την είχαμε δει. Δεν βλέπουμε πια συχνά σινεμά με τον Αρη και όταν το κάνουμε προτιμάμε άλλου είδους ταινίες. Επαιζε και η ωραία Ούμα Θέρμαν, την προ των δεύτερων -άντα ξελογιάστρα του νεαρού Εβραίου. Καλή ήταν και η Μέριλ Σριπ, στον ρόλο της πεθεράς-ψυχοθεραπεύτριας.

Στο πρώτο "μπρέικ" έψαξα στο ψυγείο για κάτι φαγώσιμο. Στο δεύτερο το ΄ριξα στο φούρνο των μικροκυμμάτων. Εφαγα οκλαδόν στο κρεβάτι. Στο επόμενο μάζευα τα ψίχουλα από τα στρωσίδια . Στο τέταρτο έπλενα ήδη τα δόντια. Εφτυσα τους πετρόλ αφρούς από το στόμα μου και κοιτάxτηκα λίγο πιο προσεκτικά στον καθρέφτη. «Εχουν δίκιο, όσοι λένε ότι δεν φαίνονται τα χρόνια μου... Και το στήθος μου φαίνεται ακόμα δυνατό». Συγκρινόμουν με τον τυπάκο; Η (μάλλον) καταφατική απάντηση με έκανε να γελάσω με τα νυχτερινά μου καμώματα. «Kαλέ, μη χειρότερα», όπως θα ΄λεγε η θεία Μέλπω. Σχεδόν κοκκίνησα... Οχι τόσο από ντροπή, αλλά γιατί εστιάζοντας καλύτερα στο μέτωπο, είδα τις πρώτες αυλακιές του χρόνου. Πριν γυρίσω στην τηλεόραση, έτρεξα μέχρι την κουζίνα να έχω ένα ποτήρι νερό. Γυμνώθηκα στα γρήγορα και έπεσα στα ήδη ζεσταμένα σεντόνια. Γύρισα στο σταρ τσάνελ και...

... είχα χάσει το τέλος της ταινίας. Πρόλαβα ένα μικρό αποχαιρετισμό των πρωταγωνιστών. Λυπήθηκα στα ξαφνικά, χωρίς λόγο. Μπορεί γιατί δεν ευδοκίμησε η σχέση τους, μπορεί επειδή είχα χάσει μέρος του τέλους. Τηλεφώνησα στον Αρη για την συνηθισμένη μας καλωδιακή καληνύχτα. Πρόλαβα να τον ρωτήσω τι έβλεπε. «Μια ταινία στο Σταρ...». Αλλη μια ρομαντική κομεντί στο ξεφάντωμα των τηλε-ερωτευμένων...

Εβαλα το χρονοδιακόπτη στην τηλεόραση, έσβησα το φως και αφέθηκα για ύπνο μαζί με τους διαλόγους στην αγγλική αξάν της δεύτερης σερί ταινίας. Την είδα και αυτή μονοκοπανιά, ακυρώνοντας δυο φορές τον χρονοδιακόπτη. Ολες οι ευχές μου να νυστάξω γρήγορα δεν έπιασαν. Ανασήκωσα τους ώμους, για να πιάσω το ποτήρι με το νερό πάνω από τον «Αλδεβαράν». Εκεί θυμήθηκα τον αναπάντεχο θάνατο του «Μύρτου». Ενοιωσα το στομάχι μου να γίνεται ένας κόμπος. Μέτρησα πόσες ώρες ύπνου μου είχαν απομείνει, μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι. Σχεδόν έκλαψα. Ηταν περασμένη μία πια, όταν με καληνύχτιζε και η Λίζα Δουκακάρου...

Ενοιωσα το δέρμα μου ν' ανασηκώνεται. Μετασεισμός ίσως;.. Ενα παγωμένο φύσηγμα έξισε το πρόσωπό μου και αμέσως μετά ένα ρίγος έτρεξε στη ράχη μου για να χωθεί γρήγορα στα σκέλια μου. Ανοιξα τα μάτια σε ένα πυκτό σκοτάδι. Κάπου απέναντι το κόκκινο φως της τηλεόρασης, φάνταζε σαν απόκοσμο άστρο. Ενοιωσα να σηκώνομαι. Να χωρίζομαι. Κραύγασα κάτι, αλλά αμέσως μετά δεν μπορούσα να ακούσω άλλο τη φωνή μου, που έσβησε. Είχα κοπεί στα δύο. «Αιωρούμαι...» αναρωτήθηκα... Μπορούσα όμως να σκέφτομαι ακόμα. «Κάτι είναι και αυτό». Δεν άκουσα την φωνή μου. Την επόμενη στιγμή, μου φάνηκε ότι θα άρχιζα να φεύγω με μεγάλη ταχύτητα. Θέλησα να δω ξανά το δωμάτιο μου. Ισα που διέκρινα μέσα στο σκοτάδι, τη βιβλιοθήκη και το γραφείο. «Να, και ο πίνακας με το λογότυπο "Αθήνα 2004"». Είδα και το κρεβάτι με το σώμα μου να κοιμάται ακόμα πάνω του... Τρόμαξα. Πολύ. Επιασα να σκέφτομαι ό,τι προσευχές διαθέτει το ρεπερτόριο μου. Θυμήθηκα το «Βασιλεύ Ουράνιε» και το «Πάτερ Ημών», που για την περίσταση μετατράπηκε σε «Φάδερ Ημών». Εμπλεκα τα λόγια... Πριν βγάλω άκρη με αυτά όμως, έννοιωσα ένα δυνατό τραντάγμα, κάτι σαν κενό αέρος. Επεφτα...

Είδα ξανά από το ύψος του κρεβατιού. Ηταν ανοιχτά τα μάτια μου. Αφουγκράστηκα τη σιωπή. Άκουσα μόνο μια γρήγορη ανάσα. Ηταν η δική μου; Aπό δίπλα έννοιωσα μια παγωνιά σαν να ήταν κάποιος εκεί δα, κάτω από τα σκεπάσματα. Κάτι με φόβισε. Απλωσα με μια ξαφνική κίνηση το χέρι στον παγωμένο αέρα και άναψα το μικρό φως. Γύρισα αργά, τα μάτια στην άδεια μεριά του κρεβατιού μου. Κανείς... Ξεφύσηξα με ανακούφιση, χώνοντας το πρόσωπο στο μαξιλάρι. Προσπάπησα να καταλάβω αν όλα αυτά ήταν ένα όνειρο ή αν τα είχα ζήσει. Κοίταξα το ρολόι. Απέμεναν ακριβώς τρεις ώρες ώσπου να χτυπήσει. Μέχρι να χαράξει η νέα μέρα. Εκλεισα με κάποιο φόβο τα μάτια και ευχήθηκα, μπορεί και στον Αγιο Βαλεντίνο, να ΄σουν δίπλα μου. Κοιμήθηκα με το φως αναμμένο...


30 Ιανουαρίου 2008

7+1

Δύσκολο πράγμα. Αναφέρομαι στο "παιχνίδι" του 7+1 που μετά την πρόσκληση του Αlex. είναι η πρώτη φορά που καταπιάνομαι με κάτι τέτοιο. Δύσκολο και για έναν ακόμα λόγο, που τον αντιλήφθηκα προσπαθώντας να καταγράψω τα γεγονότα. Ηταν τελικά πολύ προσωπικό, έννοιωσα να εκτίθεμαι, πολύ περισσότερο από όσο με τις ως τώρα αναρτήσεις μου. Σκέφτηκα να σταματήσω αλλά συνέχισα την ταξινόμιση και το γράψιμο, γιατί είδα ότι με βοηθά να αντιληφθώ πράγματα, που είτε είχαν ξεχαστεί είτε δεν ήταν "ορατά" με την πρώτη ματιά. Συνέχιζα, και ας μην γνώριζα αν θα το φτάσω μέχρι τέλους. Ως την δημοσίευση. Και ακόμα δεν ξέρω. Την απάντηση θα την έχετε μάθει, αν τώρα διαβάζετε τούτες τις αράδες ...

1. Kαλώς ή κακώς η δουλειά μου, είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου και όχι μόνο για βιοποριστικούς λόγους. Ετσι, και αυτή τη χρονιά καθόρισε πολλά. Από τα οικονομικά και την ποιότητα της ζωής μου μέχρι τη διάθεσή μου και την υγεία μου. Κάποια στιγμή μάλιστα χρειάστηκε να «κατεβάσω ταχύτητα», όταν ο Αρης μου επισήμανε πόσο πολύ άγχος κουβαλούσα πάνω μου. «Εκτός από αυτό, φανερώνει αδυναμία στην εικόνα σου μέσα στο τμήμα» συμπλήρωσε. «Αφήνω δε, μήπως μου πάθεις τίποτα, στο τέλος» Ετσι, γύρω στον Σεπτέμβρη, έκανα το ντάουν σίφτινγκ.

Σχετικά με τα αμιγώς εργασιακά: Τα κατάφερα από τη νέα θέση που μου δόθηκε στην εταιρεία κάπου προς τα μέσα της περσινής χρονιάς. Απάλλαξα το τμήμα από τα λογής λογής "βαρύδια", βάζοντας το νερό στ' αυλάκι. Στη συνέχεια έφερα εις πέρας ένα μεγάλο πρότζεκτ, βγάζοντας ασπροπρόσωπους όσους είχαν υποστηρίξει την αναβάθμισή μου. Κάποιοι με αποκάλεσαν "διευθυντή ορχήστρας" :) Εκανα και λάθη, αλλά όπως μου είπε και η Μπία, "λάθη δεν κάνουν, όσοι μένουν άπραγοι". Η νέα μου θέση ήταν η αιτία που συνέβησαν και τα επόμενα τρία:

2. Το γεγονός που άλλαξε τις ζωές μας, ήταν η πρόσληψη του Αρη στην εταιρεία. Οχι μόνο το ότι είμαστε πια μαζί όλη την ημέρα, αλλά κυρίως γιατί αυτή η δουλειά είναι καλύτερη από αυτή που άφησε. Πιο ξεκούραστη, πιο ανθρώπινη. Περάσαμε δύσκολες ώρες μέχρι να γίνει κατορθωτό, αλλά στο τέλος νοιώσαμε ευτυχισμένοι. Μπορεί να ακούγεται εγωιστικό, αλλά εκτός από την ευτυχία, ένοιωσα και την ικανοποίηση ότι μπορώ να τον φροντίζω.

3. Λίγο πριν φύγει η χρονιά αποφασίσαμε να αλλάξουμε σπίτι. Ετσι, ένα πρωινό Σαββάτου, ο Αρης και εγώ βρεθήκαμε να μετακομίζουμε στο νέο διαμέρισμα. Νεόδμητο, ευάερο και ευήλιο. Με θέα και τζάκι. Πλέον μπορούμε να γυρίζουμε άφοβα με αδαμιαία περιβολή και με τις κουρτίνες ανοιχτές! Χαρήκαμε - αν και κουραστικό- τις βόλτες στα μαγαζιά για να το ντύσουμε.

4. "Σε δυο σπίτια χωριστά"... Πήρα την απόφαση να τελειώσω το δικό μου διαμέρισμα. Πάνε χρόνια που το ΄λεγα αλλά τώρα πια, έθεσα όριο στον ευατό μου. Το αργότερο μέχρι το καλοκαίρι, να έχω μετακομίσει στο νέο μου σπίτι. Θα έχει ελλείψεις, το γνωρίζω, αλλά θα είναι κατοικήσιμο. Το τρέξιμο άρχισε τούτον το μήνα, κηνυγώντας τεχνικούς και ξοδεύοντας ώρες για έρευνες αγοράς. Αγαθά κάποις κτώνται...

5. Μετά από μια δύσκολη περίοδο αποφάσισα να κρατήσω το μπλογκ ζωντανό, παρά το γεγονός ότι σκέφτηκα να το σταματήσω. Το γεγονός ότι από την αρχή δεν έθεσα ποσοτικό όριο στο γράφειν, με βοήθησε για αυτή την απόφαση. Εγραψα και πάλι όσο μπόρεσα, όχι όμως όσο θα ήθελα. Σε συνάφεια με αυτό, θα αναφέρω επίσης το ότι "γνώρισα" ανθρώπους της μπλογκόσφαιρας. Μικρές κουβέντες, σύντομα σχόλια και μηνύματα. Αληθινά ωστόσο. Θα ήθελα να είχα μπορέσει να τους αφιερώσω περισσότερο χρόνο. Ελπίζω να γίνει κατορθωτό τη νέα χρονιά.

6. Το γεγονός ότι πέρασα μέσα από δύο δύσκολες καταστάσεις στη σχέση μου με τον Αρη. Η μία αφορούσε θέματα δουλειάς και μια άλλη εν μέσω διακοπών - ένα περίεργο πράγμα, αλλά εμάς τότε μας συμβαίνουν αυτά- όπου θύμωσα πολύ. Μ' εμένα, μ΄ εκείνον. Δεν κράτησε πάνω από μια -δυό μέρες, όπως πάντα. Ωσπου να φύγουμε είχαμε ξυπνήσει και πάλι αγγαλιά στο ίδιο μαξιλάρι. Ενα μήνα μετά θα κλείναμε δέκα χρόνια κοινής ζωής.

7. Μετά το θάνατο της γιαγιάς μου το 2006, δεν έχω αναφέρει κάτι στο μπλογκ για αυτή την απώλεια, τα 2 "Λ" στο σόι μας, ο θείος Λύσσανδρος με τη θεία Λουίζα αποφάσισαν να κόψουν σταδιακά τις σχέσεις τους με την οικογένειά μου. Με εμένα μια ιδέα παραπάνω. Ζήτημα είναι αν μου μίλησαν δύο τρείς φορές μέσα στη χρονιά. Το ίδιο έκαναν και με τον Αρη. Βρήκα μια αφορμή για να προσπαθήσω να βρεθούμε κάπου στη μέση, αλλά έμειναν αμετακίνητοι. Με πείραξε ο τρόπος τους, αναρωτήθηκα αν έφταιξα σε κάτι και στο τέλος αποφάσισα να πάψω να ασχολούμαι για τα αίτια μιας τέτοιας συμπεριφοράς.

7+1 = 8 . Για το όγδοο... Νομίζω, ότι το πιο πολύτιμο ήταν η υγεία όλων εκείνων που αγαπώ, του πατέρα μου, του Αρη, η δική μου... Που μου επιτρέπεται να κάνω όνειρα για την επόμενη μέρα. Οσα πέρασαν, έφυγαν, όσα είναι να ΄ρθουν, μπορεί και να μην έρθουν. Ας ζήσω τη στιγμή. Αυτή είναι, ότι σημαντικότερο έχουμε.

Για όλους...

29 Ιανουαρίου 2008

Το ροζ χιόνι

Caro diario

Μεσημέριασε. Αργοπορημένες νιφάδες πεθαίνουν πάνω στο λερωμένο τζάμι του παραθύρου. Στην αρχή γίνονται μικρές σταγόνες ώσπου κυλάνε και χάνονται. Παρακολουθώ την πορεία τους καθώς πετούν προς το μέρος μου. Απλώνω τη ματιά μου πιο πέρα. Βρίσκω ένα γκρίζο σύννεφο που περνά και την αφήνω για λίγο πάνω του. Πιο πίσω ο ουρανός δείχνει να ανοίγει. Από αύριο θα έρθει η άνοιξη, άκουσα. Σκέφτομαι τώρα την αμυγδαλιά κάτω στο δρόμο. Φεύγοντας, να θυμηθώ να κοιτάξω για τα μπουμπούκια της. Το πρώτο σημάδι της άνοιξης. Η πρώτες μυρωδιές της. Η μάνα μου θυμάμαι έκοβε κλωνάρια μυγδαλιάς και γέμιζε όλο το σπίτι. Και μετά από λίγες μέρες, τα πέταλα τους έπεφταν σαν νυφάδες ενός ροζ χιονιού, πάνω στ άσπρα σεμέν.

Προσπαθώ να γράψω γρήγορα. Να σκεφτώ τη συνέχεια. Να γεμίσει η σελίδα τούτη. Κοντεύει η ώρα που θα φύγουμε. Ο Αρης θέλει να πάμε στο αεροδρόμιο. Και στις τράπεζες για πληρωμές δανείων και καρτών. Εγώ πεινάω και νυστάζω. Με ρωτάει στο εμ ες εν τι θα κάνουμε. «Βγαίνει ο μήνας». Ξαφνικά κοκκινίζω ίσαμε τ΄αφτιά. Αισθάνομαι έναν κόμπο ιδρώτα κάτω από το χοντρό πουλούβερ. «Εντάξει ας πάμε» Συμφώνησα. Κοιτάζω και πάλι το ρολόι στο τασκ μπαρ. Πέρασαμε μια ακόμα μέρα. Σε λίγο θα ανοίξουν και τα εποχικά με τα αποκριάτικα. Κοιτάζω το ημερολόγιο να δω πότε πέφτει Πάσχα φέτος. 27 τ΄Απρίλη.

Στο γραφείο επικρατεί το συνηθισμένο χάος. Προσπαθώ να κλείσω τους ήχους έξω από τα αφτιά μου με ένα βουητό. Προς στιγμή φαίνεται να το καταφέρνω. Αλλοι χειρονομούν, μιλώντας έντονα στα τηλέφωνα. Αλλοι γράφουν αφοσιομένοι στις οθόνες, χτυπώντας με δύναμη τα πλήκτρα κάτω από τα δάκτυλά τους. Κάποιοι κοιτάνε στην τηλεόραση, σχολιάζοντας τα γεγονότα των ημερών. Χριστόδουλος, Κουκοδήμος, χιόνια. Γερόντισες με σακούλες στο κεφάλι περιμένουν στην Μητροπόλεως, ο ωραίος Ολυμπιονίκης να κάνει δηλώσεις από το "ψυγείο", εργάτες με φτυάρια να διώχνουν τα χιόνια από τους δρόμους. "Ψυγείο";

Ο Αρης κάνει αναπάντητη κλήση στο κινητό, σημάδι ότι περιμένει ήδη στο αυτοκίνητο. Πρέπει να κλείσω.

Α, να θυμηθώ να κοιτάξω την αμυγδαλιά...

14 Ιανουαρίου 2008

1979

Caro diario


Μένω να κοιτάζω με μια ισχυρή δόση αναπόλησης το λιγοστό χώμα που έπεσε από
το Σάββατο πάνω στη βάση της οθόνης, εδώ στο γραφείο, την ώρα που πασπάτευα
να μπίξω πιο βαθιά στο χώμα του, το μικρό φυτό. Είναι απεκείνα με τα
πλατιά, σαρκώδη φύλλα, που μ'αρέσουν. Πασχίζει να ζήσει και αυτό εδώ δίπλα
μου. Με βλέπει να γράφω, να σηκώνω τηλέφωνα, να μιλάω, να ξαναγράφω, να
φεύγω και να ΄ρχομαι. Μου το είχε χαρίσει ο Αρης, όταν διάβασε τυχαία στο
"L.blogspot", ότι το προηγούμενο είχε πεθάνει. Σ΄αυτή τη σκέψη του στέλνω
ένα }{ στο εμ ες εν, ψηφιακό μας απομεινάρι από τα χρόνια μας στο pirch32
και στο icq. Ανταποδίδει στη στιγμή. Η αναπόληση μπλέκεται τώρα με
μελαγχολία.


Κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο να ξεκουράσω το νου και τα μάτια μου. Ανοιξε ο
καιρός και καθάρισε ο ουρανός πια . Γατζώνομαι στις στάλλες που έχουν απομείνει
ακόμα πάνω στο λερωμένο τζάμι από την πρωινή βροχή. Στα αυτιά μου φτάνει ο
ήχος των αυτοκινήτων από τα βρεγμένα λάστιχα που τρέχουν κάτω στο δρόμο. Η
πρωινή ήταν μια βροχή από εκείνες τις παλιές ή έτσι μου φάνηκε. Ισως επειδή
πάει καιρός από την τελευταία φορά, που θυμήθηκα να είχε μαυρίσει τόσο η
μέρα.


Ηταν ένα ίδιο πρωινό Δευτέρας. Μολύβι ο ουρανός και εγώ να αναπολώ τις
ξέγνοιαστες ώρες του Σαββατοκύριακου. Η μελαγχολία της Κυριακής είχε γίνει
τώρα η αγωνία της Δευτέρας. Ημουν αγχωμένος, τόσο ώστε να θέλω ν΄ανοίξει η
γη να με καταπιεί. Το στυλό γλιστρούσε νευρικά μέσα στα ιδρωμένα μου
δάκτυλα. Eννοιθα να έχω κοκκινίσει ως τα αφτιά. Είχα πάει αδιάβαστος στο
σχολείο.


Πρώτο μάθημα "Ανάγνωση". Καρκαβίτσας, θυμάμαι. Δεν μου έλεγε και πολλά. Μόνο
κάτι για θάλασσες και καράβια. Αλλά δεν ήμουν και βέβαιος. Δεν με εμπόδισε αυτό βέβαια να βρεθώ με μιας σε παραλίες με μαγιό και άρωμα καρύδας στον αέρα. Με έπνιγε όμως, όταν ένα ξαφνικό μελτέμι γέμισε με λευκή άμμο τα μάτια μου. Χτύπησα τα βλέφαρα να καθαρίσουν. Και ίδρωσα περισσότερο γιατί δεν ήταν άμμος αλλά η σκόνη της κιμωλίας που χάραζε ύπουλα τον πίνακα... Ενας βήχας τράνταξε τότε δυνατά το κορμί μου, μέχρι ένα χέρι από πίσω χτυπήσει την πλάτη μου.


- Και τώρα που ηρέμησες, Λύσση, για πες μου και εσύ τις άγνωστες λέξεις που έχεις από το σημερινό κείμενο, ρώτησε ο δάσκαλος. Προσπάθησα να προσποιηθώ ότι πνιγόμουν ακόμα, αλλά δεν θα έπιανε το κόλπο. Με θολωμένα ακόμα τα μάτια, μπορεί να 'ταν τελικά και από την άμμο, διέκρινα κάτι στα μικρά σκοτεινά γράμματα του βιβλίου. «Μπρίκι, κύριε» είπα με μια δόση ανακούφισης. «Μόνο αυτήν έχεις, άγνωστη λέξη;» Το "άγνωστη" το είχε είπε με ένα περίεργο ύφος. Συμπέρανα ότι μάλλον θα έπρεπε να είχα και άλλες, αλλά δεν βρήκα καμμιά υπογράμμιση στο βιβλίο.

- Μάλιστα κύριε, είπα με σκυμμένο το κεφάλι. Το σήκωσα ενστικτωδώς από τη λάμψη μιας επερχόμενης αστραπής. Σιωπή στην αίθουσα, που έσπασε με ένα τρίξιμο στα τζάμια. Κάποιοι είπαν πως ήταν κεραυνός. Μπορεί και να ήταν, όπως το χαστούκι που μου έριξε ο δάσκαλος της Τετάρτης δημοτικού, εκείνο το βροχερό πρωινό του 1979...

Καλή χρονιά, είπαμε;

Δεν είπαμε...

29 Δεκεμβρίου 2007

Στο τέρμα

Caro diario

Ανοίγω διστακτικά την παλάμη μου, να δω τι έχει απομείνει. Μόλις σκότωσα ένα ξεστρατισμένο κουνούπι, που πέταξε για τελευταία φορά μπρος στα μάτια μου. Δεν ξέρω , τι μ' έπιασε και του στέρησα την υπόλοιπη ζωή του. Σπάνια το κάνω για οποιοδήποτε πλάσμα του κόσμου μου. Αλλά απόψε... έγινε. Και τώρα, απέμεινε μια μωβ κυλίδα στην παλάμη μου.

Λίγη ώρα πριν γυρίσαμε με τον Αρη, από το "Μολ", κατάκοποι και ταλαιπωρημένοι. Με τα χέρια να κρατάνε με δυσκολία τσάντες με δώρα και άλλες με πράγματα δικά μας, κλειδιά, γυαλιά, κινητά, έψαξα να πατήσω τον διακόπτη με την μύτη μου.
- Είδες, για να μην ήθελες να στολίσουμε δέντρο με φωτάκια; Θα βλέπαμε μια στάλα, έκανε περιπαικτικά πίσω μου ο Αρης. Περάσαμε γρήγορα μέσα και μετά η πόρτα σπρώχτηκε πίσω μας με το πόδι.

Κάτσαμε δίπλα δίπλα στον κίτρινο καναπέ. Οι τσάντες μπροστά μας. Από τη μια εκείνες με τα δώρα από την άλλη όσες ήταν για εμάς. Ανοίχτηκαν γρήγορα και το τραπεζάκι γέμισε πράγματα. Τα περισσότερα θα μπορούσες να τα χαρακτήριζες άχρειστα. Αντικείμενα, βιντεο-γκέιμ, βιβλία, σιντί.
- Πάλι γίναμε χρήσιμοι στην - καταναλωτική- κοινωνία, είπε ο Αρης, διαβάζοντας αδιάφορα το οπισθόφυλλο του "Αλδεβαράν" του Μάτεσι.
Απλωσα τα χέρια μου και άνοιξα το νέο τής Πρωτοψάλτη. Τράβηξα με μιας για το στερεοφωνικό. Τρακ νούμερο 4. Πλέϊ...

Ορθιος εκεί μπροστά με τα μάτια κλειστά. Του καθενός μας η καρδιά άλλα τραγούδια λέει κρυφά. Πριν τελειώσει το πρώτο ρεφρέν, ένοιωσα τα χέρια του Αρη, να τυλίγουν τη μέση μου. Τα σκέπασα με τα δικά μου. Τελευταία φορά τα δικά σου σκαλιά ανεβαίνω και φτάνω στο τέρμα. Η αναπνοή του πίσω από το αφτί μου. Τα χείλια του προσπάθησαν να ακολουθήσουν τα λόγια του τραγουδιού. Μη με μαλώνεις σαν παιδί τώρα μαθαίνω απ΄τη ζωή Εγειρα μια ιδέα πιο πίσω το κεφάλι μου. Εγειρε ολόκληρος αριστερά. Πάλι φεύγω από΄δω μ΄ένα βήμα αργό κι οδηγώ στο αντίθετο ρεύμα. Με πείρε μαζί του. Αφέθηκα στη στιγμή μας.
- Ευτυχία, αξία ανεκτίμητη, είπα εγώ.
- Μη λες τίποτα τώρα...



27 Δεκεμβρίου 2007

Πέφτει βροχή

Caro diario

Απλώνω το χέρι και σβήνω τον διακόπτη. Ανοιξα και τις κουρτίνες να μπει το λιγοστό φως από το παράθυρο. Βρέχει σιωπηλά. Μ' αρέσει τούτη η βροχή. Μπορείς να βγεις έξω ακόμα και χωρίς να κρατάς ομπρέλα.

Ημέρες χωρίς δουλειά. Ημέρες χωρίς σκοπό. Σκέφτεσαι κάτι όπως: "E, θα ξεκουραστώ λίγο". Μεγάλη παγίδα. Πέφτεις στο κρεβάτι. Πιάνεσαι, πονά η πλάτη σου, ειδικά αν είσαι γύρω στα 40. Σου ΄ρχονται στο μυαλό ένα σωρό εκκρεμότητες και άλλα τέτοια. Τράπεζες, πληρωμές, ταχυδρομείο. Ξανά τράπεζες. Αλλες πληρωμές. "Ας το κάνω, να τελειώνει ένα-ένα". Δεν θες να υποχρεώνεσαι. Βλαστημάς την ώρα που πήρες το αυτοκινήτο και όχι να το κόψεις με τα πόδια. Στέκεσαι αμίλητος σε ουρές. Πληρώνεις, υπογράφεις, φεύγεις. Αισθάνεσαι το κρύο να πέφτει πάνω σου. Η βροχή συνεχίζει να κυλάει στα βρώμικα πεζοδρόμια. Κάτω από ένα εξώστη συναντάς τ' απλωμένα χέρια των ζητιάνων. Αναρωτιέσαι για την αλήθεια της εικόνας . Προσπερνάς βιαστικός, διώχνοντας την απάντηση στην απορία σου.

Επιστρέφεις λαχανιασμένος γιατί προτίμησες τις σκάλες από το ασανσέρ. Αφήνεις τα κλειδιά στο τραπεζάκι της εισόδου. Πέφτεις τ' ανάσκελα στον καναπέ. Ρίχνεις το κεφάλι πίσω και κοιτάς το ταβάνι. Ακούγεται μόνο η ανάσα σου, που προσπαθεί να βρει το ρυθμό της. Για πόση ώρα; Αναρωτιέσαι, τι άλλο έχει απομείνει. Κάτι τηλεφωνήματα από κοινωνικές υποχρεώσεις... Απεχθάνεσαι τις τυπικότητες. Τ' αφήνεις για αργότερα. Βρίσκεις δικαιολογία στο ρολόι του τοίχου. "Μεσημέριασε. Κι όλας;" Το απόγευμα θυμάσαι ότι έχεις να πας σε μια κηδεία. Προσπαθείς να σκεφτείς τι έχεις να φορέσεις. Βαριέσαι να πας να ψάξεις μέσα στη ντουλάπα. "Μην ξεχάσω την ομπρέλα".

Η ώρα περνάει γρήγορα. Δεν πεινάς, κρυώνεις. Ρίχνεις ένα ακόμα ξύλο στο τζάκι. Δεν φεύγεις. Στέκεσαι γυμνός, μπρος στο άνοιγμα να ζεστάνεις τις σάρκες σου. Το φως τους βάφει ρόδινο το δέρμα σου. Καίγεσαι. Αποτραβιέσαι στον καναπέ, κοιτώντας έξω τον γκρίζο ουρανό, που γλιστρά στα πλακάκια του μπαλκονιού...

20 Δεκεμβρίου 2007

Παλιές προσευχές

Caro diario

O ουρανός μολύβι, έξω από το παράθυρο. Ανεβασμένες οι περσίδες, αφήνουν τη μουντάδα να πέφτει βαριά πάνω στο γραφείο μου. Μαζί της έριξε και μια ησυχία. Λίγοι άνθρωποι, λίγα λόγια. Ελάχιστα και τα τηλεφωνήματα. Κάποιοι κανόνιζαν για τις διακοπές τους στα βουνά, άλλοι έψαχναν τους χάρτες να βρουν τους ακριβούς ξενώνες, στους οποίους θα σκαρφαλώσουν με τα λασπωμένα τους τζιπ.

Ο καιρός αυτός φέρνει στο νου, κάτι παλιά χειμωνιάτικα πρωινά - τότε που ο χειμώνας ήταν χειμώνας- όπου ο πατέρας μου μας πήγαινε - εμένα και τον αδερφό μου- με το φορτηγό του στο σχολείο. Συνήθως καθυστερημένα. Πότε δεν ξύπναγε εγκαίρως, πότε δεν έπερνε μπροστά το φορτηγό, πότε μας άφηνε μη έχοντας άλλη βενζίνη. Το χειρότερο ήταν όταν δεν έπερνε με την πρώτη. Εκλεινα τα μάτια, με δύναμη και προσευχόμουν να μην ξεσπάσει σε βρισιές. Οταν συνέβαινε αυτό, μαζευόμουν ακόμα περισσότερο στη γωνία. Ηθελα να κλάψω, αλλά κρατιόμουν με σφιγμένα τα αφτιά και κοίταζα τον μαβί ουρανό, έξω από το θαμπό παράθυρο. Οπως κάνω και τώρα...

Από κάπου πιάνει το αυτί μου, το ξενέρωτο "Μάι χαρτ γουίλ γκόινγκ ον" και μου ΄ρχεται μια αναγούλα ανάκατη με γεύση μελομακάρονου. Θυμήθηκα ότι το πρωί με είχε κεράσει ένας Διονύσης"-συνάδελφος, για τη γιορτή του. Κοιτάζω τους υπαλλήλους μου που λουφάρουν συστηματικά τις τελευταίες ημέρες και αφήνουν ο ένας τη δουλειά του στον άλλον. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να τους μιλήσω για αυτό ή να το αφήσω να περάσει μαζί με τις κωλο-γιορτές. Εκνευρίζομαι. Στο εμ ες εν ένας παλιός γνώριμος- που από χρόνια επιμένει να συναντηθούμε- εμφανίζεται μετά από καιρό, να μου ζητά το ίδιο πράγμα. Ο Αρης ρωτάει τι θα κάνουμε φεύγοντας από το γραφείο. Δεν βρίσκω κάτι να του απαντήσω. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Προσέχω ότι έχουν ανάψει τα φώτα των δρόμων. Και είναι μεσημέρι... Θέλω να φύγω, να χωθώ στην κρύα μοναξιά της πόλης.

"Τα λέμε"
"ΟΚ"
Κλείνω όλα τα παράθυρα.

13 Δεκεμβρίου 2007

Αχ, έλατο



Caro diario

Ανοιξε ο ουρανός. Ενας ήλιος ντροπαλός κρέμεται κάτω από ένα λευκό σύννεφο. Κοιτώ έξω από το παράθυρο του γραφείου. Εχω διάθεση για χαζολογήματα μεσημεριάτικα. Ισως φταίει ότι εδώ και λίγη ώρα έχει κοπάσει η δουλειά. Ισως πάλι, γιατί χθες ήταν μέρα απεργίας και μια χαλαρότητα σέρνεται ανάμεσα στα γραφεία. Ισως τέλος, για όλα να φταίει το... έλατο. Αχ, έλατο...

Μετρώ τις ημέρες ανάποδα μέχρι τις 8 του Γενάρη, οπότε και θα ξεθυμάνει το τζέρτζελο των Χριστουγέννων. Σκέφτομαι πόσο πολύ μισώ αυτή την εποχή. Θέλω να πάρω ένα στιλιάρι και να ριμάξω όλα τα δέντρα-καρνάβαλους. Και όπου έχουν κρεμάσει φωτάκια και χοντρούς αγιο-βασίληδες, να τα κάνω χίλια κομμάτια. Δεν αντέχω άλλο να ακούω το Λαστ Κρίστμας, σε οποιάδηποτε εκδοχή του. Οπως και ό,τι άλλο έχει καμπανάκια. Δεν αντέχω να ακούω για διακοπές σε χιόνια. Δεν αντέχω να ακούω τον Τσαμτσίκα να μιλά για γαλοπούλες και γουρούνια. Εως τότε θα προσπαθήσω να περάσω τις ηλίθιες τούτες μέρες όσο πιο ήσυχα μπορώ. Αν θα μπορέσω δηλαδή...

Μέχρι τα μέσα της επόμενης εβδομάδας θα έχουν τελειώσει πια και οι τελευταίες εκρεμότητες με το νέο διαμέρισμα. Ο Αρης, μετακόμισε ήδη σε αυτό, εδώ και μερικές ημέρες. Κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, τρέχουμε στα μαγαζιά ψάχνοντας για διάφορα. Κουρτινόξυλα, φωτιστικά, χαλιά, μικροέπιπλα. Αιτήσεις στον ΟΤΕ και άλλα τέτοια διαδικαστικά. Εχουμε κουραστεί πάρα πολύ και το μόνο που μας ξεκουράζει είναι όταν αποκαμωμένοι πια, χαζεύουμε τον ουρανό, αγγαλιά από τον κίτρινο καναπέ. Τώρα πια χωρίς να σκεφτόμαστε μήπως μας δει κάποιος απ΄ τα απέναντι μπαλκόνια. Τελικά είναι πολύ ωραίο το νέο διαμέρισμα.

Σε λίγο θα φύγουμε. Ηδη ο Αρης στέλνει μήνυμα, ότι θα με περιμένει στο αυτοκίνητο. Το γραφείο μύρισε φαγητά. Λάδι και ρίγανη. Κάποιοι θα έχουν παραγγείλει. Ξαφνικά πείνασα. Σκέφτομαι μήπως αντί για μετακόμιση έχουμε μια βόλτα στο κέντρο για φαγητό. Και ας ακούσω και πάλι το Λαστ Κρίστμας...

29 Νοεμβρίου 2007

Οι συμπεθέρες, το διαμέρισμα και η τηλεπαρουσιάστρια

Caro diario


Γράφω την ώρα που η απογευματινή ξανθιά - δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά της - (Οχι, η Δρούζα) ανακοινώνει το σημερινό θέμα με το οποίο θα καταπιαστεί στην εκπομπή της. "Συμπεθέρες". Ξεροκαταπίνω και ψάχνω εναγώνια το τηλεκοντρόλ. Ο ήλιος μπήκε πριν λίγο και σκοτείνιασε το δωμάτιο. Το τηλέφωνο κτυπά μανιασμένα. Το σηκώνω συγκρατημένα, ελπίζοντας να μην είναι κάποιος πωλητής δανείων ή οδικής βοήθειας. Ηταν ο Αρης...


Το μεσημέρι πήγαμε να δούμε ένα διαμέρισμα, μιας και αποφασίσαμε ότι πρέπει να μετακομίσει. Οικονομικό το διαμέρισμα, που μένει εδώ και χρόνια, αλλά δεν προσφέρεται για πολλά, πολλά. Το υπό συζήτηση πάλι, ακριβό μεν, ωραίο δε. Πολύ ωραίο, μάλιστα. Σε νεόδμητη πολυκατοικία, με αποθήκη, εσωτερικό πάρκινγκ, με θέα, μεγάλο (πολύ μεγάλο για τις ανάγκες μας) και με τον ιδιοκτήτη να μένει επαρχία.


Ψάχναμε στην είσοδο να βρούμε το όνομα που μας είχαν δώσει από το μεσητικό. Πριν το βρούμε, ακούστηκε πρώτα ένας μεταλικός ήχος και από το βάθος μια φωνή. Γυρίσαμε και τότε προσέξαμε ένα μικρό παράθυρο στο πλάι της εισόδου, πίσω από κάτι φίκους. "Είστε για το διαμέρισμα;" O Aρης απάντησε καταφατικά. "Περιμένετε, έρχομαι να σας ανοίξω". Κοιταχτήκαμε με τον Αρη και πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε η πόρτα άνοιξε.


Από κάτω στάθηκε ένας μεσήλικας, κρατώντας ένα μάτσο κλειδιά. Μου φάνηκε σαν δεσμφοφύλακας. Μας εξήγησε ότι είχε αναλάβει να δείχνει το διαμέρισμα στους υποψήφιους ενοικιαστές, για λογαριασμού του μεσητικού γραφείου. "Μαζί είστε;" ρώτησε, κοιτώντας με λοξά. Οχι, που δεν θα ρώταγε, σκέφτηκα. Χωρίς πολλά πολλά, μας πέρασε μέσα και μας οδήγησε στο ασανσέρ. Οσο εκείνο ανέβαινε τον παρατήρησα καλύτερα. Στέκονταν μπροστά μας, κοιτώντας προς την πόρτα. Ψηλός, ευθυτενής και ζωηρός. Τα αραιωμένα του μαλλιά, βρεγμένα και χτενισμένα παλιομοδίτικα. Γύρισε απότομα προς το μέρος μας. Μάτια μικρά αλλά με βλέμα διαπεραστικό. Θα 'ταν γύρω στα εξήντα. Μπορεί και παραπάνω. "Φτάσαμε" είπε και τράβηξε σιγά σιγά την πόρτα του ασανσέρ. Στα χέρια του ήδη έψαχνε να ξεμπλέξει το κλειδί, που θα άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος που μας περίμενε.


Η βαριά θωρακισμένη πόρτα άνοιξε μάλλον απαλά για τη θωριά της, για να βρεθούμε μπροστά από τα σκοτάδια του κενού διαμερίσματος. Ο μεσήλικας, έσπευσε να ανοίξει μια μεγάλη μπαλκονόπορτα για να φωτιστεί ο χώρος. Αναρωτήθηκα πόσες φορές είχε κάνει το ίδιο πράγμα. Τότε όμως, το άδειο διαμέρισμα φανερώθηκε μπροστά μας, λουσμένο στο απογευματινό φως. Αφησα τον Αρη, να προχωρήσει στα υπόλοιπα δωμάτια, μένοντας πιο πίσω με τον τύπο στο καθιστικό. "Δείτε το με την ησυχία σας. Και εσείς, κε..." απευθυνόταν τώρα σε μένα. "Λύσης", έκανα και τα μικρά του μάτια, άνοιξαν μια ιδέα παραπάνω. "Τι όνομα είναι αυτό;" ρώτησε με περιέργεια. "Αρχαιοελληνικό, ξέρετε". Χώθηκα στην κουζίνα, για να αποφύγω περισσότερες ερωτήσεις.


Κάναμε ένα γύρο σε όλα τα δωμάτια, ανοίξαμε και βγήκαμε σε όλα τα μπαλκόνια. Χωριστά πάντα. Πρώτα ο Αρης, μετά εγώ. Οταν συναντιώμαστε έψαχνε τα μάτια μου, να του πω αν μου άρεσε. Ναι, μου άρεσε, αλλά δεν του το ΄πα. Επιστρέψαμε μαζί στο καθιστικό. "Λοιπόν, πως σας φάνηκε το διαμέρισμα;" ρώτησε ανυπόμονα ο γέρος, μπροστά από το τζάκι. "Μου αρέσει, πραγματικά." είπε ο Αρης. "Είναι και μεγάλο", συμπλήρωσα εγώ από πίσω. Τι το΄θελα; Πιάστηκε ο γέρος για να πει: "Ναι, είναι μεγάλο για ένα άτομο. Γι΄αυτό κε Αρη, βιαστείτε να παντρευτείτε σύντομα - δεν είστε παντρεμένος, ε; Δεν πρόσεξα να φοράτε και βέρα... Να αποκτήσετε οικογένεια να γεμίσει το σπίτι". Εκανε μερικά βήματα προς το μέρος μου. "Εσείς κύριε Λύση, είστε παντρεμένος;" Μπήκε ανάμεσα ο Αρης και ρώτησε κάτι για τα διαδικαστικά, σε περίπτωση που προχωρήσουμε. Απότομα γύρισε προς τον Αρη, χωρίς να νοιαστεί άλλο για την αφεντιά μου, για να πει σε πατρικό ύφος, ότι πρέπει να βιαστούμε αν το θέλουμε. "Υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι, ξέρετε. Τι λέτε, λοιπόν; Nα ετοιμάσω τα χαρτιά, κύριε Αρη; Aύριο κι΄όλας θα τα 'χω όλα έτοιμα". Αποχαιρετιστήκαμε τυπικά, χωρίς περιττές οικιότητες.


Μπήκαμε αμίλητοι στο αυτοκίνητο και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε αργά για το σπίτι μου. Μας είχε αρέσει και στους δυο. Χωρίσαμε όμως χωρίς να δώσω την τελική μου απάντηση στον Αρη. Το σκέφτομαι ξανά και ξανά. Καταστάσεις μισθοδοσίας, δάνεια και πιστωτικές, θα απλωθούν και πάλι στο γραφείο και τα εξσέλ στην οθόνη. Οι αριθμοί αφήνουν μάλλον κάποια περιθώρια, αλλά στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και ο Αρης να το ΄χει πάρει απόφαση...


Πίνω και ένα δεύτερο ντεπόν μέσα στο τελευταίο δίωρο. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ο Αρης θέλει να πάω από το σπίτι του, για καφέ (...το λέμε τώρα). Από χθες που πέρασα ένα αντι-σπάγουερ πρόγραμμα, ανοίγουν στην οθόνη ποπ-απ παράθυρα το ένα πίσω από το άλλο... Καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή. Σκέφτομαι πως αύριο θα είναι μια γεμάτη μέρα στο γραφείο - αν και Παρασκευή- με ένα επερχόμενο σαβατοκύριακο, που έχω να το περάσω δουλεύοντας. Παίρνω μια μεγάλη ανάσα. Κλείνω τα μάτια, προσπαθώντας να βρω το χαμένο άρωμα του κεριού με άρωμα γαρδένιας, που καίω που και που τα βράδια. Δεν βρίσκω τίποτα. Η ώρα είναι μόλις 6. 30 και θέλω να πέσω να κοιμηθώ.


Α, θυμήθηκα και το όνομα της παρουσιάστριας. Ράνια Θρασκιά.

23 Νοεμβρίου 2007

Παρασκευή, στην άκρη της πόλης

Caro diario

Κάπου είχε πάρει το μάτι μου το «Shortbus». Το ψάχνω αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ που το είχα δει. Μου είχε καρφωθεί από τις Νύχτες Πρεμιέρας, αλλά δεν αντέξαμε την κοσμοσυροή με τον Αρη και φύγαμε. Ηταν από τις ελάχιστες ταινίες του τελευταίου φεστιβάλ, που μου είχαν προξενήσει το ενδιαφέρον. Ορέστη, ουκ εν τω πολλώ το ευ...

Αποφασίζω να τελειώνω με την ατελέσφορη αναζήτηση της ταινίας. Προχωράω στις επόμενες σελίδες και πέφτω πάνω σε αυτό: STRÁKARNIR OKKAR. Aν και μου κάνει κάτι σε τούρκικο, - μπορεί να κάνω και λάθος, όρκο δεν παίρνω- από μια σύνοψη στα Ισπανικά, υποθέτω ότι πρόκειται για μπερδεμένες ιστορίες ομοφυλόφιλων ποδοσφαιριστών. Και Τούρκων; Χμμμ! Ενδιαφέρον ακούγεται. "Να κοιμάται ο Τούρκος στο γρασίδι αραχτός"... Αναζητώ την ταινία στο imdb.com. Από την Ισλανδία η ταινία!!! Καθόλου άσχημα, σκέφτομαι για τα βορειοευρωπαιϊκά μου γούστα, αν και το Ρέικιαβικ είναι λίγο μακρυά. Εκεί μου ΄ρχονται στο νου, οι διαφημίσεις της Ούρσους και η Σίλβια Νάιτ καθώς ουρλιάζει στα σκαλιά του 'Σπύρος Λούης".

"Μα μπορεί να είσαι γκέι και να είσαι ποδοσφαιριστής, ταξιτζής, σουβλατζής και όλα τα ανάλογα σε εις -τζής; " Aπορία, του τυπάκου που αντάλλαξα πρόσφατα εμ ες εν. Το θυμήθηκα τώρα με την ταινία. Εκείνος δηλώνει "bi", - και παίδαρος (μάτια έχω και βλέπω) - αλλά εκτός από θέματα γυμνισμού, μπορούμε να μιλάμε και για άλλα. "Κοίταξε, μπορεί ο Μπίλι-υπέροχο πλάσμα, να κράζει ότι οι γκέι είναι-είμαστε είτε ηθοποιοί, είτε τραγουδιστές - καλλιτεχνίζοντες τέλος πάντων, οπωσδήποτε, άντε το πολύ πολύ και λάιφ στάιλ δημοσιογράφοι, αλλά θα διαφωνίσω με την άποψή του. "Πιστεύω ότι η επιλογή του επαγγέλματος δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις σεξουαλικές προτιμήσεις και δεν περιορίζεται, μεταξύ "κομμώτριας" και "μπαλαρίνας". Σε τι δηλαδή θα μπορέσει να δυσκολέψει έναν γκέι, στο να γίνει ταξιτζής, για να μείνουμε στα εις -τζής;" ρώτησα. "Εσύ γιατί έγινες;" είπε με τη σειρά του. "Τι, ταξιτζής;" ρώτησα. "ΧαΧαΧα. Οχι, γκέι"...

Η μέρα κύλησε αργά και κουραστικά ως εδώ. Παρασκευή, στην άκρη της πόλης. Ο Αρης με άφησε λίγο πριν για να πάει σπίτι του. Κλείνω το καλοριφέρ αφού πρώτα βάζω σε ένα χοντρό ποτήρι λίγο ποτό. Επιστρέφω στο δωμάτιο και πατάω το "πλέι. Χαμηλώνω τα φώτα και σέρνομαι μαζί με μια καρώ κουβέρτα ως την πολυθρόνα. Γδυτός γέρνω κάτω από το απαλό σκέπασμα. Αφήνομαι...


15 Νοεμβρίου 2007

Φοβάμαι

Caro diario

Ανοιξα όλα τα ακούντ στα σεξοσάιτ που έχω. Ολα τα πορνομπλόγκ, για να ξεχάσω τα λόγια μας. Και να, που έπεσα σε ένα προφίλ και ξάφνου το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει με τις μαβιές νότες απ΄εκείνο το τραγούδι* που έπαιζε καθώς με άφηνες μια Κυριακή μεσημέρι, χρόνια πριν, στα ΚΤΕΛ, (στοιχηματίζω, πως θα το ΄χεις ξεχάσει) καθώς τέλειωναν οι πρώτες κοινές μας διακοπές στην Ηπειρο και στην Μακεδονία. Τέτοιες μέρες ήταν. Θυμάσαι; Πριν λίγο με άφηνες έξω από το σπίτι μου. Και τώρα, το ίδιο τραγούδι γεμίζει το μυαλό και την καρδιά μου. Οι νότες έγιναν κι όλας εικόνες και σκέψεις, που κυλάνε διστακτικά στα μάγουλα.

Γράφω, σβήνω... Σκόρπιες λέξεις, στο λευκό. Γράφω άλλα. Δεν βγαίνει νόημα. Ντιλίτ. Κανείς δεν θα καταλάβει. Νοιώθω το πρόσωπό μου να καίει, σαν στον ήλιο του καλοκαιριού. Και είναι κει έξω ένας - όπως όλοι τους - άσχημος χειμώνας. Παγερός και υγρός. Σκοτεινός και απεχθής. Ο αέρας μαστιγώνει τα κυπαρίσσι του κήπου. Εχω ανοικτό το παράθυρο. Τα κοχύλια, που μου έχεις φτιάξει, κροταλίζουν μανιασμένα καθώς κρέμονται από τη σιδεριά του. To κρύο φτάνει ύπουλο ως τα πόδια μου. Μπαίνει και ο ήλιος σιγά σιγά, που σήμερα ελάχιστα τον είδα, έξω από το παράθυρο της δουλειάς. Πιάνω τον ευατό μου να θέλει να (χαμο)γελάσει. Να γίνουμε κομμάτια για θέματα δουλειάς.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Κάνω μια σκέψη ότι μπορεί να είσαι εσύ. Το ακούω που "τραγουδάει" - στ΄αλήθεια πόσο παράταιρα ακούγεται- μέσα από την όπως όπως πεταμένη στο κρεβάτι τσάντα μου. Την κοιτάζω, σχεδόν φοβισμένα. Σηκώνομαι απότομα. Θέλω να το βρω. Τα χέρια μπερδεύονται, καθώς βουτάνε στα σκοτάδια. Συνεχίζω να ψαχουλεύω στα γρήγορα. Η καρδιά ανεβάζει ρυθμούς. Επιτέλους το κρατάω μπρος στα μάτια μου. Αναβοσβήνει όμως το όνομα και ο αριθμός της Αλίκης. Κοντοστέκομαι απογοητευμένος. Δεν είσαι εσύ. Δεν θα μου μιλήσεις. Και εγώ δεν θα σε ακούσω. Το παρατάω. Και ας χτυπάει...

Προσπαθώ να υποθέσω τι θα κάνεις τώρα εσύ. Προς στιγμή αλλάζω σκέψεις. Αναρωτιέμαι γιατί δεν σε κάλεσα εγώ, όπως κάθε μέρα να δω ότι έφτασες σπίτι. Επιστέφω στην προηγούμενη υπόθεση. Θα κοιμάσαι; Θα χαζεύεις στην τηλεόραση με τη Δρούζα; Θα κοιτάς το ταβάνι ή έξω το φως καθώς λιγοστεύει; Το πρώτο ενδεχόμενο μάλλον ή έστω θα προσπαθείς. Και σήμερα, που είχα σκοπό να μείνουμε μαζί μέχρι το βράδυ. Τι να ήθελε η Αλίκη; Πείνασα. Εσύ θα έφαγες κάτι; Ελπίζω να μην καλέσει πάλι σύντομα η Αλίκη. Δεν θέλω να μιλήσω. Κρυώνω. Σκοτείνιασε για τα καλά. Φοράω το πάνω μιας αθλητικής φόρμας.

Eνας τύπος με νορμάλ προφίλ στο Νταρ και γυμνιστής στέλνει μήνυμα. Σκέφτομαι αν θα τον κλείσω. Δεν έχω κουράγια για να γράφω τα τετριμμένα του τσατ. Παρόλα αυτά ανταλλάσω εμεσεν. Μια ωραία φάτσα εισβάλει στην οθόνη. Κλείνω το παράθυρο. (Του δωματίου) Τα κοχύλια παύουν να ακούγονται τώρα. Οχι όμως και να χτυπιούνται. Ο τυπάκος στο τσατ ζήτησε μια μικρή ανάπαυλα. Γράφει από το γραφείο. Τον ρωτάω αν πρέπει να αλλάξω την εικόνα μου. Δεν τον ενοχλεί, μου απαντάει. Τρίζω τα δόντια μου. Από το κρύο; Από την πείνα; O τυπάκος άφαντος. Και εσύ.

Μόνος.


Εψαχνα από μέρες να βρω μια αφορμή να γράψω κάτι. Να ανοίξω έστω το μπλόγκ, να σώσω ένα ντραφτ. Το ΄κανα σήμερα. Το τέλος του πρότζεκτ, που με ρούφαγε για τόσες εβδομάδες στο γραφείο και στο σπίτι, έχει πάρει το δρόμο του. Ανασάναμε.
Πατάω το "Πλέι" για να πάει "μπροστά". Και τώρα πάμε πίσω, πίσω, πίσω...




* ...Μέσα στα μαλλιά σου πετάω,τις στιγμές μου μεθάω σ’αγαπώ και φεύγω…πάνω στα δυο χέρια σου λιώνω ένα στίχο σκοτώνω πάρε με μαζί σου είσαι πολύ κοντά είσαι πολύ μακριά Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω Σβήνω το όνομά σου και σβήνω την ψυχή μου αφήνω σε φιλιά που καίνε…κοίτα πόσο έχω αλλάξει σαν θεό σε έχω στάξει Κυριακή ο χρόνος είσαι πολύ κοντά είσαι πολύ μακριά Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω Φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι μην ακούς τι λέω

28 Σεπτεμβρίου 2007

It makes me feel blue

Caro diario

Mεσημέρι στο γραφείο. Ξεκλέβω λίγο χρόνο, όχι γιατί δεν υπάρχουν θέματα να ασχοληθώ, - το αντίθετο μάλιστα- απλά σκέφτηκα ότι με το γράψιμο, για λίγο έστω, μπορεί να επιδράσει ως ηρεμιστικό. Αλλωστε, μου έχει λείψει - όπως και εσείς - αφού ακόμα δεν έχω γραμμή στο σπίτι και οι ευκαιρίες στο γραφείο για γράψιμο είναι λίγες. Προσπαθώ να υπολογίσω πόσες ημέρες έχουν περάσει από την ημέρα παραλαβής της αίτησης μου από την νέα εταιρεία. [...] Σήμερα κλείνουν αισίως ενένηντα ημέρες και ακόμα δεν έχουν κατορθώσει να με συνδέσουν στο δικτύο τους. Με Κάιρο όμως, από καιρό...

Με τη θερμοκρασία να θυμίζει ακόμη καλοκαίρι, και το ανοιχτό παράθυρο, προσπαθώ να μην ακούω τίποτα από την αντάρα του χώρου. Το τηλέφωνο πάντως έχει ώρα να χτυπήσει. Ενας πενταγάλανος ουρανός απλώνεται απ' έξω και κάτι απροσδιόριστα μου θυμίζει ένα στίχο από το "Heaven" του Jonsi. (Τρελλό... - Γιουροβίζιον 2004 - Iσλανδία). Εύχομαι να είχαμε χρόνο για να πηγαίναμε στη θάλασσα, φεύγοντας από τη δουλειά. Να ξαπλώναμε στα βράχια, γυμνοί κάτω από τον ζεστό ήλιο. Να άδειαζε λίγο το μυαλό μου. 2 feel blue... Για την ώρα , προσηλώνομαι στο φως που λούζει την επιφάνεια του γραφείου, κηνηγώντας μανιασμένα τη σκόνη. Εγώ πάλι, τις σκέψεις μου.

Για χθες είχαμε κλείσει ραντεβού στην οδοντίατρό μας. Γιατί ως συνήθως μετά τον καθαρισμό, προκύπτουν και άλλα. Χθες είχαν σειρά τα "άλλα". Ο Αρης πήγε πρώτος, μετά εγώ. Συναντηθήκαμε στον προθάλαμο - καθιστικό με την μοντέρνα επίπλωση. Η οδοντίατρος πίσω από τους ώμους του Αρη, έκανε χαρές, όταν με είδε. "Τι ωραία , που έρχεστε πάντα μαζί..." είπε, αντί γι΄αυτό που θα ήθελε να είχε πει: "Τι, ωραία, που είστε ακόμα μαζί..."

Αποχαιρέτησα με ένα βλέμμα τον Αρη και πέρασα στη θέση του. Κάθισα στην μακρόστενη καρέκλα του λευκού ιατρείου. Η οδοντίατρος με ακολούθησε, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Από μια εσωτερική εμφανίστηκε η βοηθός. Αναψε τον προβολέα με το παράξενο σχήμα πάνω από το κεφάλι μου. Από παιδί κάτι μου θύμιζε αυτό. Μου πήρε χρόνια για να το βρω. Κεφάλι κόμπρας, είπα σχεδόν φωναχτά... Η ωραία οδοντίατρος με κοίταξε απορημένη, πριν αναφωνίσει: "Τι πράγμα;" "Μη δίνεις σημασία, κάτι δικό μου...." είπα την ώρα που άρχιζα να κοκκινίζω ως τα αφτιά. Αφού έριξε μια φευγαλέα ματιά προς την οθόνη της τηλεόρασης, τράβηξε το σκαμπό της δίπλα μου, έφερε απαλά τον προβολέα-κόμπρα πάνω από τα κεφάλια μας και βάλθηκε - έχοντας τα στήθη της δίπλα από το μάγουλο- να σκαλίζει τα δόντια μου.

Εκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να χαλαρώσω. Συνήθως μου΄ρχεται ύπνος. Το ίδιο και όταν πηγαίνω να κουρευτώ. Οι δύο γυναίκες έπιασαν όμως την κουβέντα. "Χθες άφησα το Σάαμπ, έξω από τον Ζάρα" είπε η γιατρός. "Μα βρήκατε κει, να παρκάρετε", αναρωτήθηκε η βοηθός της. "Ελα μου, ντε! Είχα κάτι δουλειές στην περιοχή και στην επιστροφή είπα να μπω μέσα. Πολύ μίζερο μου φάνηκε... Τι να σου πω! Δεν βρήκα τίποτα." Εγώ, υπέθεσα τη συνέχεια. Συνολάκια, παπούτσια και όλα τα αξεσοράιζ που τρελαίνουν τις γυναίκες. Πως θα το άντεχα; Και έσφιξα τα μάτια, γιατί τα δόντια δεν μπορούσα ούτως ή άλλως.

Αμ, δε! Πάνω από το ορθάνοικτο στόμα μου, οι δύο γυναίκες - με αφορμή το παρκάρισμα της μιας, έξω απ΄του Ζάρα, βάλθηκαν να μιλάνε για... αυτοκίνητα! Ελα Χριστέ και μπούκωνε. Και να σου, οι ζάντες, τα δερμάτινα σαλόνια, τα δισκόφρενα. "Λύση μου, σε πονάω;" Πάνω, τα φρύδια εγώ. Συνέχεια, είχαν τα υδραυλικά τιμόνια, τα συστήματα παρκαρίσματος μέσω κάμερας, τα μπλουτούθ... "Δεν πρέπει να το ζω, αυτό τώρα. Η νάρκωση θα φταίει. Το ΄ριξα στην πλάκα. Γιατί να μην μιλούσαν για ταγεράκια και τσάντες; Xίλιες φορές! Και μετά, ήρθε η είδηση ότι η όμορφη, νεαρή οδοντίατρος μας, αφού "σκότωσε" το προηγούμενο της αυτοκίνητο, έχει παραγγείλει νέο τζιπ-τανκ, όπως εμείς παραγγέλνουμε πίτσα. Δεν ζήλεψα βέβαια. Απλά, για μια στιγμή αναρωτήθηκα το "πως" και το "γιατί". "Και εμείς, δεν μπορούμε ν΄αλλάξουμε το σαραβαλάκι μας!" Όταν όμως λίγο αργότερα, άκουγα τη βοηθό να υπολογίζει πόσα θα μας στοιχήσουν 2,5 σφράγισματα, 1 απονεύρωση και 2 θήκες, η απορία μου λύθηκε στη στιγμή.

Εκλεισα το επόμενο ραντεβού και τράβηξα την βαριά πόρτα πίσω μου. Βγήκα στο δρόμο. Ο ήλιος είχε μόλις πέσει, αφήνοντας κίτρινα και ροζ χρώματα στον ουρανό. Κοίταξα ψηλά, ενώ ένας ξαφνικός αέρας μπλέκονταν μέσα στα μαλλιά μου. Τότε ήταν που άρχισα να σιγοψιθυρίζω: Ανεβάσαμε στ’ αμάξι την κεραία, ανεβάσαμε και τ’ άστρα στο καπό. Κι όπως ψάχναμε τα λόγια τα μοιραία, κάτι μ’ έπιασε και σου ’πα "σ’ αγαπώ"και πω-πω-πώ και πω-πω-πώ...


21 Σεπτεμβρίου 2007

Σκοτείνιασε

Caro diario


Πήρε να πέφτει απόγευμα. Εχω έρθει στο σπίτι του Αρη και τον περιμένω να γυρίσει απ' τη δουλειά. Εκείνος έπρεπε να μείνει ως αργά σήμερα. Κάθομαι γυμνός, με το λάπ τοπ ανοιχτό μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι. Εχω κλειστές τις κουρτίνες. Σχεδόν σκοτάδι. Το φως μιας μικρής λάμπας, προσπαθεί να απλωθεί στο χώρο. Κλειστή και η φωνή της τηλεόρασης. Το μόνο που ακούγεται είναι ο αέρας, που χτυπά με δύναμη στα τζάμια. Μέσα από τις γρίλιες ξεχωρίζω με δυσκολία τα λιγούστρα, κάτω στο πεζοδρόμιο, που έχουν στήσει τρελό χορό. Δεν βλέπω να πηγαίνουμε αύριο για μπάνιο στο μικρό ΚΑΠΕ. Με τέτοιο καιρό...


Ανοίγω το εμ ες εν. Ο Αρης από το γραφείο, με ρωτάει τι κάνω. Εγώ τον ρωτάω αν θα αργήσει. "Η Μπία ήθελε να πάμε στις Νύχτες Πρεμιέρας απόψε". Ο Αρης το αποκλείει χωρίς δεύτερη σκέψη. "Και να διαλέξει ταινία η φίλη μας, για να κόψουμε φλέβες πάλι; Ξεχάστε το!" Τα μηνύματα πέφτουν το ένα πίσω απ΄τ' άλλο. Κάποιοι με ρωτάνε ποιός είμαι. Γράφω κάτι για απάντηση. Βαριέμαι και γυρίζω οφ λάϊν, για τον Αρη. Με ρωτά γιατί βγήκα. Του λέω. Ο καφές ξεθύμανε πια, στο ψηλό ποτήρι. Κλείνω και το γκεϊ νταρ.


Η Μπία με καλεί στο κινητό. Με το τηλέφωνο στο χέρι πάω στη κουζίνα να πιω νερό. "Τι πράγμα; Που είσαι;" Προσπαθούσα να ακούσω, τι μου 'λεγε. "Μην φωνάξεις όμως..." Κόντεψε να πέσει το ποτήρι, απ΄το χέρι μου, όταν την άκουσα να μου λέει ότι με καλούσε από το βαγόνι ενός τρένου... "Πηγαίνω στη Δράμα, στο Φεστιβάλ των μικρομηκάδων... Μια φίλη έχει ταινία και... Αλλά το ΄χα... ξεχάσει, πως είχα να πάω εκεί." Εκανα τον πειραγμένο. "ΚΑΙ εκεί". "Αλήθεια λέω. Το΄χα ξεχάσει. Γι΄αυτό δεν σας το είπα. Στις Νύχτες όμως θα πάμε. Μόλις γυρίσω. Εντάξει, Λυσούκο μου; Φιλιά στον Αρη. Σ΄αφήνω τώρα..." Πάντα απρόβλεπτη! Γι΄αυτό ίσως να την αγαπάμε τόσο. Χαμογελώ στη σκέψη, για το πόσα θα έχει να μας λέει. Ισως να ζηλεύω κι όλας που δεν είμαι μαζί της τώρα. Στο βαγόνι ενός τρένου για τη Δράμα. Γράφω τα νέα της φίλης μας στον Αρη. "Το δυστύχημα είναι πως δεν θα αποφύγουμε να πάμε μαζί της στις ΄Νύχτες΄" Η πρόταση τελειώνει με πολλά " :) "


Ο αέρας συνεχίζει να χαλάει τον τόπο. Σκοτείνιασε και έξω. Χάθηκαν πια οι γρίλιες από το παράθυρο. Οποια στάση και να πάρω, αν γράφω στο λάπ τοπ, δε με βολεύει. Πιάστηκα και πάλι. Απλώνω τα πόδια κάτω από το τραπέζι. Ρίχνω το κεφάλι προς τα πίσω. Ακούγεται ένα μικρό "κλικ". Επανέρχομαι στην αρχική μου θέση. Αισθάνομαι τον ιδρώτα μου να ρέει κάτω από τις ξυρισμένες μασχάλες. Μαζί και μια αψιά μυρωδιά απ΄τ΄αχαμνά μου, να γεμίζει το χώρο. Η κούραση ξαφνικά βαραίνει τους ώμους. Ο Αρης παραμένει ακόμα στο γραφείο. Μου στέλνει μήνυμα. Δεν θα αργήσει να τελειώσει. Θα ξεκινήσει σε λίγο. Με ρωτά αν θέλω να βγούμε αργότερα. Του γράφω πως όχι. "Προτιμώ να μείνω στην αγγαλιά σου, μπροστά στην τηλεόραση." Μια γραμμή από συνεχόμενα"m" τρέχει τώρα μέσα στο παράθυρο συνομιλίας. "Πάω για ένα ντουζ, εγώ τώρα. Μην αργήσεις..."

18 Σεπτεμβρίου 2007

Διλήμματα

Caro diario

Παρατηρώ, το μικρό σαρκώδες φυτό, που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανό, πάνω στο κέιζ του υπολογιστή. Εχει πάρει μια κλίση προς το παράθυρο ή μου φαίνεται; Toυ ανοίγω λίγο τις περσίδες και το ταϊζω φως. Τώρα που ο ήλιος διαπερνά τα χοντρά του φύλλα, γίνονται πιο πράσινα. Σχεδόν διάφανα. Ελπίζει και ελπίζω ότι θα ζήσει.

Το κεφάλι μου βουίζει. Η τηλεόραση φωνάζει στο τέρμα, έχοντας ξεχυλίσει με Βενιζέλο. Οι συζητήσεις στο γραφείο για την σπουδή του να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του - εκ Ζαππείου, το βράδυ των εκλογών και ουχί εκ του πεζοδρομίου της Χαριλάου Τρικούπη - δίνουν και παίρνουν. "Ενας εξουσιομανής δεξιός, για αρχηγός του ΠΑΣΟΚ; Πάτε καλά; " αναρωτιέται η συνάδελφος από το απέναντι γραφείο. Τα τηλέφωνα συνεχίζουν να χτυπούν μανιασμένα, ενώ σκέφτομαι πως η επιλογή μεταξύ Παπανδρέου και Βενιζέλου είναι κάτι σαν το δίλημμα της Γιουροβίζιον. "Να στείλουμε το καλύτερο τραγούδι ή αυτό που μπορεί να κερδίσει;" Εγώ ήμουν ανέκαθεν του πρώτου ενδεχόμενου. Θυμάμαι ότι είχα ψηφίσει την Κόνορς και όχι τους Αντικ...

Αργότερα. Λίγο πριν φύγουμε. Πήγε κι όλας μεσημέρι. Μια δύσκολη μέρα πέρασε από πάνω μας. Η τηλεόραση στην ΕΡΤ, ουρλιάζει για την νέα κυβέρνηση του πυρίμαχου. Ο Αρης στέλνει εμ ες εν ότι θα με περιμένει στην είσοδο. Δεν μπορώ να τον αφήσω να περιμένει. Φεύγω. ( ... )

3 Σεπτεμβρίου 2007

Θα σε περιμένω

Caro diario


Κοιτάζω από συνήθεια το ρολόι στο δεξί μου καρπό. Κοντεύει δύο. Ελευθερώνω το φως, τραβώντας τις περσίδες προς τα πάνω και μετά ανοίγω το παράθυρο. Ενας δροσερός αέρας με χτυπά στο πρόσωπο. Απολαμβάνω τη στιγμή με μια μεγάλη ανάσα. Ανυπομονώ να βρεθώ έξω από το μεγάλο κτίριο. Αρχίζω να σκέφτομαι να επικαλεστώ κάτι και να φύγω. Σκέφτομαι όμως ότι δεν θα μπορέσει να κάνει το ίδιο και ο Αρης, οπότε το αφήνω. Συνεχίζω να χαζεύω έξω από το παράθυρο. Ενα πρώιμο φθινώπορο κρέμεται απ' έξω...

Φτάσαμε πριν λίγο στο σπίτι του Αρη. Πετάξαμε τα ρούχα και χωθήκαμε ένας ένας στη μπανιέρα. Πρώτα εκείνος, μετά εγώ. Βγαίνοντας, στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη με τις αχιβάδες και τα κοχύλια για να χτενιστώ. Κοίταξα την κίτρινη πορσελάνη, υπολογίζοντας τις χαμένες τρίχες του Σεπτέμβρη. Τα χελιδόνια φεύγουν η τριχόπτωση έρχεται... "Eλα, τι κάνεις ακόμα;", άκουσα τον Αρη, από το μέσα. Αφησα για λίγο το νερό της βρύσης να καθαρίσει το νιπτήρα και βγήκα γυμνός στο καθιστικό. Φάγαμε κάτι πρόχειρο, στο τραπεζάκι μπροστά από την τηλεόραση με παρέα κάτι νόστιμους νοτιοαμερικάνους. Χωρίς φωνή...

Ο Αρης έχει ξαπλώσει από ώρα. Ακούω χωρίς προσπάθεια την ανάσα του. Τεντώνω προς τα πίσω και πλάγια το κεφάλι για να δω στο υπνοδωμάτιο. Βλέπω τα δυνατά του πόδια να εξέχουν λίγο πάνω από το σεντόνι. Οι άσπρες πατούσες του κοιτάζουν προς την ντουλάπα. Απλώνομαι ακόμη λίγο. Η ματιά μου φτάνει ως εκεί, που ενώνονται οι μηροί. Χαλαρώνω.

Επιστρέφω στο λευκό της οθόνης. Χτυπά το τηλέφωνο. Ο πατέρας μου, ρωτά αν θα μπορέσω να τον βοηθήσω να μεταφέρει κάτι. Δεν έχω διάθεση να τρέχω πουθενά. Αντί γι΄αυτό ρωτώ σε πόση ώρα πρέπει να είμαι εκεί. Μια μεγάλη ανάσα βγαίνει πάλι από μέσα μου. Ξαφνικά ζεσταίνομαι, δεν μπορώ να βολέψω τα πόδια μου, όλα μου φταίνε. Αναρωτιέμαι πότε θα μπορέσω να μάθω στο ¨Οχι". Ισως ποτέ..

Κοιτάζω το ρολόι, προσπαθώντας να υπολογίσω πόσος χρόνος μου απομένει. Πρέπει να προλάβω να πάρω τα μηνύματα και τα email, αφού στο σπίτι δεν έχω ίντερνετ εδώ και 2 εβδομάδες. Αναλογίζομαι πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που προσπαθώ να αλλάξω πάροχο... Μόλις συνδέθηκα με το λαπτοπ, άνοιξαν τα παράθυρα συνομιλίας στην οθόνη. Γκεϊ νταρ, μαν τζαμ, εμ ες εν, HON, Τέτοια πέραση πια;..

Ο Αρης, ξύπνησε. Ρωτά με τα μάτια κλειστά, ποιός ήταν στο τηλέφωνο. Του λέω. "Θα φύγεις;.." "Ναι, πρέπει, Αρη μου", λέω όσο πιο ήπια μπορώ. Ξέρω ότι δεν του αρέσει αυτό. "Θα επιστρέψεις μετά;" ρωτάει χαμηλόφωνα. ¨Θα επιστρέψω, ναι". Κλείνω τα παράθυρα, χωρίς να απαντήσω σε κανέναν.

"Θα σε περιμένω... "