24 Μαΐου 2007

Τι Νάπα, τι ΟΑΚΑ...

Caro diario

Οι Αγγλοι έφυγαν, οι βροχές έμειναν. Μεσημέρι με τις αστραπές να εισβάλουν βίαια στα μάτια μου, από τα μεγάλα ανοίγματα των παραθύρων του γραφείου. Η καταιγίδα μαίνεται εδώ και ώρα. Χειμωνιάτικο τοπίο, παρόλο που σε λίγες ημέρες εισερχόμαστε - ημερολογιακά τουλάχιστο- στο καλοκαίρι. Τα σχέδια για απόδραση με τον Αρη για κάμπινγ το τετραήμερο - για εμάς- του Αγίου Πνεύματος, παραδίδουν σήμερα το... πνεύμα τους. Στην τηλεόραση τώρα αναφέρονται στις καταιγίδες. "Μια στη Σαλαμίνα, μια στην Επίδαυρο". Αλλη για Χίο τράβηξε άλλη για Μυτηλίνη, σκέφτομαι και απελπίζομαι. Στο τέλος έκλεισε με κάτι ελπιδοφόρο. "Αναμένεται βελτίωση του καιρού..." Μωρέ λες;

Φύγαν τα παιδιά. όπως τραγουδούσε το Μελινάκι. Που, ειρήσθω εν παρόδω, η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας φιλοξενεί έκθεση αφιερωμένη στην "τελευταία ελληνίδα θεά". Και οι τελευταίοι λοιπόν, ευωχούμενοι Αγγλοι- τουλάχιστο πριν τον αγώνα- επέστρεψαν σήμερα στο ηλιόλουστο Λονδίνο τους. Πρηγουμένως βέβαια, σπάσανε και μερικά καθίσματα του Ηλεκτρικού, - του δικού μας- ξέρασαν μέσα στα βαγόνια των τρένων, ή όπου αλλού έβρισκαν, κάπνισαν σαν αράπηδες, ήπιαν μπύρες του σκασμού και γλεντοκόπησαν την εδώ παραμονή τους, σκεπτόμενοι προφανώς "Τι (Αγία) Νάπα, τι ΟΑΚΑ"... Τουλάχιστο - έστω και λίγοι, καιρού γαρ- γδύθηκαν στις πλατείες, χαρίζοντας εικόνες ημίγυμνων ασπρουλιάρικων σωμάτων, ως αποζημίωση στους λάτρεις του είδους.

Mισή ώρα έμεινε ακόμα πριν βουτηχτούμε με τον Αρη στα γκρίζα νερά του δρόμου, για να φτάσουνε ως το αυτοκίνητο. Η δουλειά όσο πάει ανεβάζει στροφές, εγώ γίνομαι ακόμα πιο πιεστικός στους υπαλλήλους μου, εκείνοι αντιδρούν ενώ παράλληλα έχω να αποφεύγω τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Τελικά πρέπει να είσαι μέλος μια κλίκας γιατί αλλιώς μένεις εκτός εξελίξεων, μόνος, να κυνηγάς ανεμόμυλους.

22 Μαΐου 2007

Επαναφορά

Caro diario

Πήρε πάλι να συννεφιάζει, καθώς ένας γκρίζος ουρανός πολιορκεί την Tρίτη. Πατ πατ πατ, ακούω ξανά τη βροχή στο περβάζι της τζαμαρίας, που με κάνει να κοιτάξω έξω. Χαζεύω για ώρα την πόλη από ψηλά, που αλλαφιασμένη τρέχει να κρυφτεί από τις απειλητικές ψιχάλες. Ενας σκονισμένος αέρας λικνίζει τα δέντρα των δρόμων, δίνοντας μου μια εικόνα περισσότερο φθινοπωρινή.

Βρίσκομαι στο γραφείο, μεσημέρι πια, να γράφω μετά από τόσο καιρό. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα, δεν το επεδίωξα, να το κάνω. Μερικοί από εσάς έστειλαν μήνυμα, ρωτώντας με. Τους ευχαριστώ από εδώ. Ενοιωθα όμως την κούραση, να με κρατά καθηλωμένο, ανήμπορο να κάνω κάτι άλλο, εκτός από το να κοιτώ το ταβάνι, οριζοντίως από το κρεβάτι.

Ο καφές έχει ξεθυμάνει πια. Οι δουλιές μου δείχνουν να έχουν έναν τελειωμό. Τα δύσκολα τα άφησα για αύριο. Την Παρασκευή πρέπει να πάω στο γάμο ενός συναδέλφου. Ωραίο παιδί, που θα είναι ακόμα πιο ωραίος μέσα στο κοστούμι του. Αυτές οι κοινωνικές υποχρεώσεις με εξουθενώνουν. Ο,τι με βγάζει έξω από την καθημερινότητά μου. Ειδικά, όταν πρέπει να πάω μόνος. Και αν αυτά έχουν και ένα γκλαμουρ, καλή ώρα ο γάμος, τότε είναι που προτιμώ να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η Μπία είναι σίγουρη ότι έχω ωροσκόπο στον Ταύρο. "Ναι, παιδί μου, φως φανάρι..."

Η Μπία που έπρεπε ήδη να μου είχε τηλεφωνήσει, γιατί το πρωί κανονίζαμε να πάμε - μαζί με τον Αρη - στο ΙΚΕΑ και στο "γαλικό", για ψώνια. Πάλι θα αγοράσουμε λίγη ευφήμερη ευτυχία, για να θρέψουμε τον καταναλωτισμό μας. Από την άλλη πλευρά του κτιρίου, ο ήλιος πρέπει να έχει προβάλλει πίσω από μια χαραμάδα στα σύννεφα. Ενα γλυκό, κιτρινωπό φως κυλιέται στους τοίχους των αντικρυνών κτιρίων. Ξαφνικά θέλω να βρεθώ έξω. Κοιτάζω το ρολόι και περιμένω τη στιγμή.

11 Απριλίου 2007

Μαγεμένος Απρίλης

Caro diario

Mπήκα στο σπίτι, κλείνοντας με ανακούφιση τη ξαφνική απριλιάτικη ζέστη απ΄έξω. Στήριξα την πλάτη μου στην ξύλινη πόρτα για να νοιώσω τον ιδρώτα μου να κολλάει περισσότερο πάνω μου. Εμεινα για μια στιγμή να κοιτάζω το σκοτεινό ταβάνι. Αφουγκράστηκα. Κανένας ήχος. Βρισκόμουν μόνος ή... σχεδόν μόνος. Το γατί μου με κοίταζε αγουροξυπνημένο, με μια δόση απορίας από την πολυθρόνα. Δεν ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την εισβολή μου. Μετά από ένα παρατεταμένο, μεγαλόπρεπο χασμουριτό, απίθωσε το κεφάλι στα πόδια του και συνέχισε να ονειρεύεται κονσέρβες. Πέρασα από το δωμάτιο, ελευθέρωσα από τα ρούχα το δέρμα μου και τρέχοντας σχεδόν, γλίστρησα στο λευκό της μπανιέρας.

Ανοιξα το νερό στο χλιαρό, στερέωσα το ντους στο αγκίστρι πάνω από το κεφάλι μου και άφησα τη βαρύτητα να φέρει το νερό ως απάνω μου. Η λύτρωση υγροποιημένη, μαζί με την μυρωδιά από το κορμί μου και την ένταση της πρώτης -μεταπασχαλινής- ημέρας στο γραφείο, έτρεχε τώρα φουριόζα προς τη βαλβίδα με τις σκοτεινές και πάντα απειλητικές για μένα μικρές της τρύπες. Υπάρχουν στιγμές που φοβάμαι ότι μπορεί να γίνω λεπτός και διαλυτός - σαν καρτούν - και να παρασυρθώ ουρλιάζοντας προς το μαύρο άγνωστο μιας λευκής μπανιέρας.

Με το σαπούνι να στέκεται ανάμεσα στα σκέλια μου, έγειρα πίσω το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα πόσο μ' αρέσει να ακούω τον ήχο του νερού που περνάει έξω από τα αφτιά μου. Είναι μια στιγμή, που με κάνει να σκέφτομαι ότι το πνεύμα μου κατοικεί προστατευμένο μέσα στο σώμα. Μαζεύτηκα, φέρνοντας τα χέρια να τυλίξουν τα πλευρά. "Εκέντησαν με λόγχη την πλευρά Αυτού...", "...αίμα και ύδωρ". Σκέφτηκα ότι το Πάσχα, πέρασε και δεν το κατάλαβα. Δεν έβρισκα κάτι για να ανασύρω στη μνήμη μου, πέρα από αυτές τις σκόρπιες λέξεις. Κάτι ωστόσο γλύστρισε μέσα μου όπως το νερό. Ηταν εκείνο το δάκρυ της Μεγάλης Παρασκευής, στο άκουσμα τού "Οίμοι φως του Κόσμου! Οίμοι φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν, η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς", που μέχρι να φτάσει το "Ω, γλυκύ μου έαρ", είχε γίνει κι όλας ποτάμι.

Ανακάθησα οκλαδόν στο πάτο της μπανιέρας, με τα εξωτερικά των γονάτων να συγκρατούνται στα κρύα τοιχώματα. Εκλεισα το νερό και έπιασα να πασαλείβω το σαπούνι με άρωμα πορτοκαλιού και κανέλας πάνω στο δέρμα μου. Το μάτι μου στάθηκε για λίγο στο άτριχο κομμάτι δέρματος χαμηλά στα πλευρά, στο ύψος των γλουτών. Η επιθυμία να "χτυπήσω" ένα τατουάζ στο σημείο αυτό, ήρθε και πάλι, σημάδι ότι το καλοκαίρι είναι κιόλας εδώ. Θέλησα καφέ. "Και μάλιστα φραπέ" σκέφτηκα μεγαλόφωνα. Σηκώθηκα για να διώξω τους αφρούς απ' τα εσπεριοειδή, αφήνοντας το ξύρισμα των... απόκρυφων σημείων, για αύριο. Σκουπίστηκα στα γρήγορα και έτρεξα γυμνός προς την κουζίνα. Ανοιξα το παράθυρο. Ο μαγεμένος Απρίλης έστεκε ακόμα 'κει έξω.





20 Μαρτίου 2007

Περιμένοντας τη βροχή

Caro diario

Ο ήλιος μάς σημάδευε από ψηλά, καθώς ανέβαινε λαμπερός και ζεστός πάνω από τον Μαραθώνα πολιορκώντας κάθε κυτταρό μας. Η ανάσα της θάλασσας έφτανε υπόκωφη ως τα αφτιά μας καθώς ψιθήριζε κάτι στα βράχια. Ενας κίτρινος καταρράκτης από αγριολούλουδα πάσχιζε να κρατηθεί ζωντανός στις σχισμές των βράχων, πριν γλυστρίσει στην κρύα θάλασσα.

Στην άλλη άκρη, πέρα στα αριστερά μας, θα ΄ταν δε θα ΄ταν, άλλοι τέσσερις, πέντε άνδρες. Ολοι τους γυμνοί, όπως και εμείς. Ξαπλωμένοι στα ζεστά βράχια με τα χέρια σε έκταση, τα σκέλια ανοιγμένα για να υποδεχθούν τον πρώτο ήλιο. Δίπλα μου ο Αρης. Προσπάθησα να ακούσω την ανάσα του, κυριακάτικη προσευχή σε άγνωστους θεούς. Να αισθανθώ τη ζεστή, λευκή του γύμνια. Τον αγγίζω στους οικοίους λαγώνες με τα ακροδάκτυλά μου. Την ίδια στιγμή ένας γλάρος κραυγάζει από κάπου, θέλοντας ίσως να χαρεί για το τέλος της χειμερινής του μοναξιάς. Ανοίγω τα μάτια που καίγονται στο φως, πριν βουτήξουν στο μπλε της θάλασσας. Η σκιά του γλάρου κυλάει κάτω από τον μηρό μου και χάνεται δίπλα στο απλωμένο τραπεζομάντηλο, ανάμεσα από άδεια μπωλ και λερωμένα πιάτα. Τα ψίχουλα σκόρπισαν στον αέρα.

Γυρίζω στο πλάι, στέλνοντας την ανάσα μου στο πρόσωπο του Αρη. Γυρίζει και εκείνος με τη σειρά του προς εμένα. Γρήγορα βολεύεται πάνω στην τραχιά επιφάνεια. Απλώνει το χέρι του προς εμένα. Απλώνω και εγώ το δικό μου για να ενωθεί τελικά με το δικό του. Τα δάκτυλα μπλέκονται με τις γαλάζιες ρίγες τις πετσέτας. Φτιάχνω το φουσκωτό μαξιλάρι κάτω από τον ιδρωμένο σβέρκο μου. Πλησιάζω μια ιδέα περισσότερο προς τον Αρη. Σχεδόν αγγιζόμαστε πια. Από το μέτωπο έως τα δάκτυλα των ποδιών. Γέρνει και αυτός λίγο, σπρωχμένος από την κλίση για να βρεθεί με μιας μες την αγγαλιά μου. Κλείσαμε τα μάτια και αφεθήκαμε...

Ξύπνησα αλαφιασμένος. Εξι! Η ματιά μου έψαξε την μικρή πράσινη ώρα που μετρά αέναα πάνω στον αδιάβαστο σωρό βιβλίων του κωμοδίνου. Το λιγοστό φως πίσω από την κουρτίνα μ΄ έκανε να πιστέψω ότι είναι πρωί. Πατώ το 4 στο τηλεκοντρόλ και η Μάρω Λεονάρδου δεν εμφανίζεται. Κάτι δε πηγαίνει καλά. Ξανακοιτώ το ρολόι. Προσπαθώ να σκεφθώ. Απόγευμα Τρίτης... Επεσα ξέπνοος στο μαξιλάρι μέσα στην αλμύρα του ιδρώτα μου. Σηκώθηκα ανακουφισμένος και βγήκα στο μπαλκόνι. Ενα μοναχικό σύννεφο σκαρφαλώνει ψηλά τραβώντας για το άκρο της Αττικής. Κάπου θα βρέξει. Ευχήθηκα τα κίτρινα αγριολούλουδα να ξεδιψάσουν απόψε.




16 Μαρτίου 2007

Η ευτυχία του χρυσόψαρου

Caro diario

Βγήκα ξέπνοος στον απογευματινό αέρα, σπρώχνοντας με δύναμη τη μεγάλη γυάλινη πόρτα με το λογότυπο της εταιρείας. Επιτέλους βρισκόμουν έξω ξανά. Κοντοστάθηκα για να πάρω μια γερή δόση κρύου αέρα και με μάτια κλειστά ευχήθηκα η άνοιξη να φτάσει έως το πιο μακρυνό ακρωτήρι των πνευμόνων μου. Κατόπιν, άρχισα να κατεβαίνω βιαστικά τις σκονισμένες σκάλες, σκεπτόμενος την ευτυχία του χρυσόψαρου, όταν επιστρέφει στην καθαρισμένη του γυάλα.

Συνειδητοποίησα, ότι είναι Παρασκευή και ότι δεν έχω βράγχια. Χαμογέλασα με μια υποψία ανακούφισης. Από κάπου μακρυά άκουσα τις καμπάνες του εσπερινού. Τελευταίοι Χαιρετισμοί απόψε, σκέφτηκα, ενώ βάλθηκα να ψάχνω στην τσέπη του σακακιού, για το εισιτήριο του λεωφορείου. Τελικά το ανέσυρα τσαλακωμένο από την κωλότσεπη. Ανοιξα το βήμα προς την στάση, ενώ στα ακουστικά του κινητού μου ξεκινούσε το τραγούδι της Ισπανίας για το Ελσίνκι. Τι κρίμα, για μια χώρα με μουσική παράδοση και τέτοια κελαριστή γλώσσα - λατρεύω τα ισπανικά- να μην μπορεί να επιλέξει ένα αξιόλογο τραγούδι. Χρόνια τώρα. Με τέτοιες σκέψεις, προσπάθησα να ξορκίσω την κούραση της ημέρας. Είχα φτάσει πια στη στάση.

Στήριξα τον ώμο στο μπλέ σίδερο, λύγισα το πόδι και έριξα το βλέμμα στο βάθος του δρόμου. Ανυπομονούσα να φανεί το λεωφορείο μου, να σωριαστώ σ΄ένα κάθισμα των πολλών. Να κοιτώ τα χαραγμένα γράμματα στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος, "Χ + Γ = LOVE FOR EVER", ανάκατα με ημερομηνίες και σκόρπια βρισίδια. Και πίσω από την αντανάκλαση του προσώπου μου, ν' αναζητώ από ψηλά τους στενούς καβάλους των οδηγών στα πλαϊνά αυτοκίνητα, καθώς περιμένουν με το πόδι πάνω στο γκάζι, ν΄ανάψει το πράσινο.

Ο ήλιος έγερνε πια πίσω στη δύση. Το εισιτήριο κουρέλι τώρα, ανάμεσα στα δάκτυλά μου. Ενα λεωφορείο θα έκανε σε λίγο στάση μπροστά μου. Δεν ήταν το δικό μου. Είδα το φλας να με σημαδεύει. Ξεβολεύτηκα κάνοντας ένα βήμα πίσω, για να αποφύγω τη σκόνη του δρόμου. Οι πόρτες άνοιξαν. Δίπλα στον οδηγό, πρόσεξα έναν νεαρό με στρατιωτική στολή. Δεν συγκράτησα αν ήταν του Ναυτικού ή του Πεζικού. Οι ματιές μας συναντήθηκαν, πίσω από το λερωμένο τζάμι του οχήματος. Δύο καστανά μάτια ήρθαν να σταθμεύσουν πάνω στα δικά μου. Το μέρος της καρδιάς του το σκέπασε ένα ξεθωριασμένο κόκκινο οπαδικό αυτοκόλλητο. Η ματιά μου σκαρφάλωσε διστακτικά για να συναντήσει και πάλι τη δική του. Αραγε θα ήταν ακόμα πάνω μου; Ηταν! Για μια στιγμή ακόμα. Ξαφνικά η μαγεία χάθηκε και η ενοχή κούρνιασε βαριά επάνω του. Γύρισε και κοίταξε μπροστά. Οι πόρτες έκλεισαν. Το παλιό όχημα φύσηξε μια ανάσα μόλυνσης προς το μέρος μου και απομακρύνθηκε για να βρει τη νύχτα.

Επέστρεψα στο μπλε στήλο. Εβγαλα τα ακουστικά από τα αφτιά μου και η βουή της πόλης έπεσε με δύναμη απάνω μου. Το λεωφορείο μου δεν έλεγε να ΄ρθεί. Εβαλα τα χέρια στις τσέπες, σήκωσα και τον γιακά. Η υγρασία διέγραφε αχνούς κύκλους γύρω από τα φώτα των δρόμων. Κοίταξα μια αριστερά και μια δεξιά. Τελικά πήρα να κατηφορίζω ως την επόμενη στάση. Ηθελα να περπατήσω πριν βουτήξω ευτυχισμένος στην γυάλια μου...


6 Μαρτίου 2007

Της εξοχής τα πρωινά

Caro diario

Aκόμα έχω στα μάτια τη λάμψη του φεγγαριού, που μας καλοσώριζε την Κυριακή το βράδυ, πίσω στην πόλη. Ετρεχε και αυτό δίπλα μας, πάνω από τα ναυπηγία, πίσω από τα ηχοπετάσματα της Αττικής οδού έως ότου χαθεί τελικά κάπου πάνω από τα Μεσόγεια. Οπως πάντα ήταν ωραία στης Αλίκης. Φίλη από τα παλιά. Μας έδωσε τα κλειδιά του πατρικού της σπιτιού στο κτήμα με τις πορτοκαλιές και τα περγαμόντα. Καταμεσίς του Αργολικού κάμπου. Το λατρεύω αυτό το μέρος και πάντα αφήνω κάτι από την καρδιά μου σε κείνα τα χώματα.

Που και που κοιτούσα δίπλα μου τον Αρη, που οδηγούσε συγκεντρωμένος. Κάθε τόσο του έλεγα να κοιτάξει πότε δεξιά, πότε αριστερά για να δει και εκείνος -φευγαλαία έστω- τον υπερμεγέθη δορυφόρο. Νομίζω ότι ακόμα κρατούσε κάτι από τα χρώματα της σαββατιάτικης έκλειψης. Την οποία, ερείσθω εν παρόδω, απαρνηθήκαμε για να κάνουμε παθιασμένα έρωτα. Πριν εμφανιστεί ξανά η σελήνη στον ουράνιο θόλο, εμείς προσπαθούσαμε να ξαναβρούμε τις ανάσες μας, κρυμμένοι ο ένας στην αγγαλιά του άλλου.

Τα μάτια μου πονούσαν από τον ήλιο του Σαββατοκύριακου και τα φώτα των μπροστινών αυτοκινήτων της εθνικής οδού. Εγειρα το κεφάλι και βάλθηκα να παρατηρώ τους οδηγούς των αυτοκινήτων, που έτρεχαν δίπλα από το παραθυρό μου. Μερικοί με πρόσεχαν και άφηναν μια παρατεταμένη ματιά απορίας επάνω μου. Από τα ηχεία οι πρώτες αναγνωριστικές μπαλιές στο "Γ. Καραϊσκάκης", με έκαναν να χτυπώ κάπου κάπου δυνατότερα του συνηθισμένου τα βλέφαρα. Ηξερα όμως ότι θα δραπετεύαμε. «Αρη, κάτι έχει η νύχτα απόψε, ε;» είπα γυρίζοντας προς την μεριά του, για να με ακούσει καλύτερα και να επιβεβαιώσει με τη συμφωνία του, τη δική μου ελπίδα περί "απόδρασης". «Κίνηση έχει, η νύχτα μωρό μου. Κίνηση...» είπε χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο. Χαμογέλασα και συνέχισα να ψάχνω με τα μάτια, τους οδηγούς, των διπλανών αυτοκινήτων.

Τις Κυριακές τα βράδια, πάντα με πιάνει μια μελαγχολία για τις ημέρες που κύλησαν τόσο γρήγορα. Παιδιώθεν. Για τις στιγμές που μας ξέφυγαν. Για τα σχέδια, που καταστρώθηκαν την Παρασκευή. Την βόλτα του Σαββατιάτικου πρωινού ή τον καφέ του απογεύματος. Το σμίξιμο της νύχτας. Το Κυριακάτικο ξύπνημα στο ίδιο μαξιλάρι. Την μυρωδιά του καφέ και την ψύχρα στους ώμους. Για τον σκοπό που σιγοψιθηρίζουμε, πριν ενωθούν ξανά τα χείλη.

«Πού ταξιδεύεις πάλι, παιδί μου;» Ο Αρης ρώτησε με δυνατή φωνή, για να ακουστεί μέσα στον θόρυβο. Εβαλα απαλά το χέρι μου, πάνω στο δικό του, που έστεκε πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων. Την ίδια στιγμή ο σταθμός στο ραδιόφωνο χάθηκε. Η μετάδοση καλύφθηκε από ηχητικά παράσιτα. Μετακίνησα το χέρι μου, από το χέρι του Αρη, λίγο πιο δεξιά για να βάλω το τιούνιγκ. «Αστο να το ακούσουμε, αυτό...» είπε ο Αρης. Θα το άφηνα...

"Της εξοχής τα πρωινά θα τα βρούμε ξανά αγκαλιά στο κρεβάτι και δεν πειράζει που τόσο νωρίς θα κοιτάμε χωρίς να γυρεύουμε κάτι. Της σιγουριάς τα υλικά είναι λόγια γλυκά σε κασέτες γραμμένα γι’ αυτά που ήρθανε τόσο αργά μα τα πήρε η καρδιά με τα χέρια ανοιγμένα...

Η σωτηρία της καρδιάς - είναι πολύ μεγάλο πράγμα σαν ταξιδάκι αναψυχής - μ’ ένα κρυμμένο τραύμα.

Μια παραλία ερημική και ν’ απλώναμε εκεί της ζωής μας το βήμα και δεν πειράζει που τόσα φιλιά πριν να γίνουν παλιά θα τα πάρει το κύμα. Κι εκεί στην άκρη της γραμμής θα χαρίζουμε εμείς τα παλιά μας κομμάτια σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά μα που ρίχναν σκια για να μοιάζουν παλάτια "

27 Φεβρουαρίου 2007

Ο λάθος... Ταρζάν

Caro diario... θα παρεκτραπώ.

Βράδυ Δευτέρας βρίσκομαι μπροστά στην οθόνη. Αυτή τη φορά όμως θα εκτραπώ από τη θεματική των όσων κατά καιρούς γράφω - και ας με συγχωρήσουν οι επισκέπτες- θα προσπαθήσω να κρατήσω τα μάτια μου ανοικτά, για να δηλώσω τον θυμό ή ότι άλλο είναι αυτό που νοιώθω από το πρωί όταν από το γραφείο, έψαχνα τις ειδήσεις της ημέρας. Αντιγράφω από το ethnos.gr:

Tην απόταξη και τον υποβιβασμό σε απλό στρατιώτη αντιμετωπίζει ο σκανδαλιάρης ταξίαρχος της Aεροπορίας Στρατού, που αποκαλύφθηκε ότι ως μέλος διεθνούς γκέι κλαμπ στο Iντερνετ, έστελνε καυτές φωτογραφίες του σε άγνωστους και δήλωνε ότι κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών! O εν λόγω αξιωματικός είχε εντοπιστεί εδώ και καιρό από τη δημοσιογραφική ομάδα του M. Tριανταφυλλόπουλου και επικοινωνούσε μαζί τους, χωρίς φυσικά να γνωρίζει την πραγματική τους ιδιότητα. O ταξίαρχος με περίσσια άνεση από την πρώτη κιόλας επικοινωνία που είχε με τους συνεργάτες της «Zούγκλας» απέστειλε φωτογραφία του, που τον δείχνει να στέκεται μπροστά σε καθρέφτη και να ποζάρει με κόκκινο στρινγκ έχοντας ένα περίτεχνο τατουάζ στα οπίσθιά του! O σκανδαλιάρης ταξίαρχος ζήτησε επίσης και είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη... Zούγκλα μέσω καρτοτηλεφώνου για να κανονιστούν τα περαιτέρω...

Μάλιστα. Στη χώρα μας έτσι έχουν τα πράγματα. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί αναζητούσε ερωτικούς -ομόφυλούς του- συντρόφους στο Ιντερνετ. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί φορούσε στρινγκ και δη κόκκινου χρώματος. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί είχε τατουάζ στα οπίσθιά του. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί έστειλε 'καυτές' φωτογραφιές του σε ...αγνώστους και στο τέλος τηλεφώνησε κι όλας και για τα περαιτέρω...

Και το αδίκημα, με βάση το οποίο θα υποβιβαστεί σε απλό στρατιώτη, ποιό είναι; Δηλώνω ότι νομικές γνώσεις δεν έχω και αν κάποιος γνωρίζει καλύτερα τα θέματα αυτά, ας μας πληροφορίσει - αλλά τι από από όλα αυτά συνιστά αδίκημα ικανό για να υποβιβάσει έναν ταξίαρχο σε στρατιώτη; Το ότι έψαχνε ερωτικούς συντρόφους στέλνοντας φωτογραφίες του; To ότι έψαχνε για ομόφυλούς του; - κατηγορηματικά 'ΟΧΙ', γιατί ως γνωστό τοις πάσοι, ζούμε σε μια Δημοκρατική χώρα. To ότι φορούσε ένα συγκεκριμένο είδος εσωρούχου, μήπως; To ότι είχε τατουάζ σε απόκρυφο σημείο του σώματός του, ίσως; Το μόνο κολάσιμο - αλλά και πάλι μπορεί να κάνω λάθος - είναι η κατά δήλωσή του χρήση ναρκωτικών ("social") στο... "διεθνή γκέι κλαμπ του Iντερνετ, όπου ήταν μέλος" (Nα υποθέσω ότι αναφέρονται στο gaydar.co.uk)

Δηλαδή, αν ο συγκεκριμένος ταξίαρχος ή ο οποιοσδήποτε αξιωματούχος τούτου του κράτους, έψαχνε ετεροφυλόφυλους ερωτικούς συντρόφους, αν φορούσε σκελέα ή έστω άσπρο σώβρακο, αν είχε τατουάζ στο μπράτσο, αν έστελνε ..."καυτές" φωτογραφίες άλλου σημείου του (δεν γράφω άλλα γιατί θα παρεκτραπώ ) αναρωτιέμαι λοιπόν, αν και σε αυτή την περίπτωση θα έχανε τους βαθμούς στην ιεραρχία (που είναι το λιγότερο) και αν θα αντιμετώπιζε τη δημόσια διαπόμπευση, που του επιφύλασσε η τύχη, πέφτοντας πάνω στον λάθος Ταρζάν, εκείνον της τηλεοπτικής μας - και όχι μόνο) ζούγκλας...

Αυτά συμβαίνουν λοιπόν σε μια ευρωπαϊκή χώρα, που λέγεται ότι γέννησε τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου ο πρωθυπουργός της δήλωνε (προεκλογικά πάντα) ότι δεν θα είχε κανένα κώλλυμα να υπουργοποιήσει έναν ομοφυλόφυλο βουλευτή του. Αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα που η ιεραρχία -της πλειοψηφούσας θρησκείας- αποφασίζει (για να αθωώσει, αργότερα) ότι η ομοφυλοφυλία δεν αποτελεί αδίκημα για τα υψηλόβαθμα στελέχη της.

Αυτά συμβαίνουν στη χώρα που ζω...

ΥΓ1. Απορία Αρη, όταν συζητήσαμε το θέμα: "Δηλαδή και οι Αγγλοι θα έπρεπε να είχαν ξαποστείλει τον Μπέκαμπ από την Εθνική, γιατί γουστάρει τα φοράει τα στρινκγ της Βικτώριας;"

Καληνύχτα σας...

22 Φεβρουαρίου 2007

Το φιλί

Caro diario

Ξανά μετά από καιρό τα μάτια μου εστιάζουν σε μια άσπρη επιφάνεια προσπαθώντας να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου και να τις μετατρέψω σε μυστικά 0 και 1. Και τι θαύμα - γιατί μόνο έτσι το εξηγώ- να γράφω από το γραφείο. Δίπλα από το θαμπό παράθυρο, πίσω από έναν εξίσου θαμπό ουρανό. Παράξενη μέρα...

Ενα φλιτζάνι καφέ χάσκει ακόμα πάνω στο γραφείο μου. Τα τηλέφωνα δεν χτυπούν δαιμονισμένα, οι συνάδελφοι αμίλητοι - αυτό και αν είναι θαύμα- κρυμένοι πίσω από τις οθόνες. Ούτε τον ήχο των πληκτολογίων τους δεν ακούω. Η τηλεόραση δεν ουρλιάζει - δείχνει ανώδυνα βίντεο κλιπ - ο "μεγάλος" έχει να με καλέσει από την Δευτέρα. Τώρα, αναρωτιέμαι αν αυτό είναι καλό ή κακό. Γιατί ως συνήθως όλο και κάποιος από τους παρατεταγμένους "καρέκλάδες", επωφθαλμιεί και τη δική μου καρέκλα για να στρώσει τον τρυφιλό του κώλο. Ρε μπας και γίνομαι Νέρωνας βλέποντας παντού εχθρούς; Mπα, δεν με έχουν φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Ή έτσι θέλω να νομίζω. Θα το ξανασκεφθώ αργότερα.

Φέρνω το φλιτζάνι με τον καφέ στα χείλη μου, για να διώξω τις αγχωτικές σκέψεις. Κρύωσε, ξεθύμανε αλλά πίνω μια γουλιά. Θυμάμαι το χθεσινό βράδυ - βράδυ γενεθλείων για τον Αρη - που είχαμε ανοικτά τα παράθυρα στο σπίτι, για να μπει μέσα ένας ανοιξιάτικος αέρας. Νομίζω και με μια ιδέα μακρυνής βροχής. Στεκόμουν πάνω από την αχνιστή κατσαρόλα προσπαθώντας να δω πίσω από τα θολωμένα μου γυαλιά, όταν ο Αρης με ρώτησε αν ακούω τα βατράχια. Τα άκουγα. «Ανοιξη» είπε, χωρίς να καταλάβω αν μονολογούσε ή το έλεγε σε μένα. Πάτησα το κουμπί και δυνάμωσα τον απορροφητήρα. Τα κοάσματα χαθήκαν. Κλείσαμε και τα παράθυρα.

Φάγαμε αντικρυστά πίσω από ένα ψιλόλιγνο πορτοκαλί κερί. Βγάλαμε και το "καλό" μας σερβίτσιο. Λόγω της ημέρας. Κλείσαμε την τηλεόραση. Προτίμησα ένα σάιτ που έπαιζε χαλαρωτική μουσική. «Ολα μας πάνε τόσο καλά, τον τελευταίο καιρό, ε;» Ρώτησα, περισσότερο για να πω κάτι. Η μύχια σκέψη που επακολούθησε ήταν ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ακολουθεί συνήθως κάτι πολύ κακό. Δεν το ανέφερα. «Ναι, όλα πάνε καλά.» είπε ο Αρης, χωρίς να με κοιτάξει. Μιλήσαμε για τη νέα του δουλειά, τις σχέσεις με τους συναδέλφους, το νέο εργασιακό περιβάλλον. Θα συνεργαζόμαστε κι όλας. Προς το τέλος, θυμήθηκα το περιστατικό στο Μπάντιμγκτον. Το είχε ξεχάσει και βάλθηκα να το λέω, εκεί λίγο πριν φέρω την τούρτα.

Βγήκαμε από το θέατρο - κονσέρβα, ενώ η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει (Ενα και μοναδικό Ολυμπιακό έργο είχε πρόβλεψη κονδυλίου κατεδάφισης στον φάκελο των Αγώνων, αυτό στου Γουδή, και το ξεπούλησαν πρώτο απ΄όλα οι πεινασμένοι.) Τα παντελόνια μούσκεμα ως τα σώβρακα, τα παπούτσια ως τις κάλτσες. Ο αέρας αχρήστευε εν πολλοίς τις ομπρέλες μας ενώ προσπαθούσαμε - μαζί με άλλους συνοδοιπόρους- να περάσουμε ανάμεσα από τα χιλιάδες ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Ξεκόψαμε από τον ορυμαγδό για να βρεθούμε στο δρομάκι για το 401. Είχαμε μια γλυκιά διάθεση παρά την κουραστική και εν ολίγοις αδιάφορη παράσταση των "Κύκνων". Ξαφνικά μου 'ρθε η επιθυμιά να τον φιλήσω. Ετσι, κάτω από εκείνη την ξαφνική κυριακάτικη βροχή, με τις ομπρέλες στους ώμους. Του το΄πα. Κοντοστάθηκε, προτάσσοντας - μια ιδέα- τα κεφάλι του, που το έγυρε ελαφρά στο πλάι. Χαμογελούσε διαβολικά...

Σταμάτησα επί τόπου διστακτικός. Τον κοίταξα προσπαθώντας να διακρίνω τα μάτια του στο λιγοστό φως, πριν βρω να πω τελικά: «Χάθηκε να βγει και στο δικό μου κρεβάτι ένας κύκνος και όχι ένα... ασχημόπαπo;» έκανα περιπαιχτικά, για να αποφύγω την πρόκληση. Γέλασε δυνατά και αμέσως μετά κινήθηκε προς το μέρος μου, σχεδόν... απειλητικά. Τώρα πια είχαν ενωθεί οι ώμοι μας. Χαμήλωσε την μαύρη ομπρέλα πάνω από τα κεφάλια μας. Το άσπρο του ματιού μου γύρισε μια αριστερά και μια δεξιά. Κανείς δεν φαινόταν. Σκοτείνιασε. Με φίλησε τρυφερά στα χείλη, ενώ η βροχή δυνάμωνε...

1 Ιανουαρίου 2007

007

Caro diario

Περασμένες ήδη οι τρεις πρώτες ώρες του 2007. Δεν ξέρω αλλά μου φαίνεται αδιάφορο και κουραστικό όπως και τα τριάντα τόσα προηγούμενα, που θα μπορούσα να θυμηθώ αυτή την στιγμή. Το οικογενειακό - βαρετό - δείπνο ευτυχώς δεν κράτησε ως αργά. Για μένα τουλάχιστο. Με δικαιολογία την σημερινή μας άφιξη - την δική μου και του Αρη- από ολιγοημέρες χειμερινές διακοπές, κατάφερα και έφυγα νωρίς. Λίγο η κούραση των ημερών, λίγο η ταλαιπωρία του ταξιδιού και κάτι η παρουσία των πεθερικών του αδερφού μου, μαζί με τη ξυνή νύφη μου, με έκαναν να φύγω μια ώρα αρχίτερα από το πατρικό με τη βασιλόπιτα ανά χείρας. Ο Αρης προτίμησε να κάνει πρωτοχρονιά σε κάτι συναδελφούς του για να αποφύγει τη ξυνή και το σόι της και εγώ μετά έπρεπε να δικαιολογώ την απουσία του από το οικογενειακό δείπνο. Στην αλλαγή του χρόνου δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε γιατί για μια ακόμη χρονιά το δίκτυο κινητής είχε υπερφόρτωση. Του έστειλα ωστόσο ένα μήνυμα.

Την ώρα του δείπνου απαντούσα με τυπικές ευχές, ενώ από θαύμα απέφυγα πολλάκις τον πνιγμό στην ευχή "Στα δικά σου - Και γρήγορα". Στην περίπτωσή μου αυτά συντάσσονται μαζί. Οπως και το "Ενα πράγμα, τόοοσοοο - Με το συμπάθειο", αλλά δεν είναι της παρούσης. Οι ευχές για τα δικά μου παντρολογήματα κράτησαν ως τη στιγμή που ευχήθηκα με τη σειρά μου στην συμπεθέρα "Και εσείς καλά γεράματα. Στην υγειά σας". "Χριστός, Χριστός", ακούστηκαν οι φωνές ολόγυρα, με προεξέχουσα την τσιριχτή φωνή της κόρης της, που μου έριξε ένα βλέμμα πιο κόκκινο και απ' το κρασί, που μόλις είχε ξεροκαταπιεί η μάνα της. Αργότερα, καθώς τους είχα ήδη καληνυχτίσει, η μέλλουσα νύφη μου, πέταξε ένα "Χαιρετισμούς στον Αρη" κοιτάζοντας με στα μάτια για να δει την αντίδρασή μου. Δεν της έδωσα σημασία, απλά την ευχαρίστησα τυπικά. Εδωσα ένα φιλί ακόμη στον αδερφό μου. Εσπρωξα απαλά την πόρτα και βγήκα.

Παρόλο που είμαι κουρασμένος, ξέρω καλά πως δεν θα με έπιανε ύπνος. Ετσι βρίσκομαι τέτοια ώρα - σπάνιο πράγμα για μένα, που κοιμάμαι πριν από τις κότες- να γράφω. Ισως και να θέλω να αποφύγω την ερημιά στο μεγάλο διπλό κρεβάτι. Σήμερα δεν θα έχω τον Αρη δίπλα μου και αυτό με πονάει. Το πρωί δεν θα ξυπνήσω με το ξανθωπό του κεφάλι πάνω στο στήθος μου, με την ανάσα του να κινεί τις τρίχες στο μπράτσο μου, με τη ζέστη του κορμιού του να τυλίγει το δικό μου και τη μυρωδιά του να ποτίζει το σεντόνι.

Κοντεύει 4.30. Το πρώτο ξημέρωμα στο 007 είναι κι΄όλας εδώ...

23 Δεκεμβρίου 2006

Λούγκρα και παραλλαγή

Caro diario

Επιστρέφοντας απόγευμα Σαββάτου από το γραφείο, οδηγούσα σαν τρελός. Το σαραβάλο μου όμως, αρνούνταν να πάει γρηγορότερα. Παρόλο που δεν ήθελα να επιστρέψω σπίτι, κόλλησα το πόδι στο γκάζι. Από νεύρα. Η μόνη αντίδραση ήταν το αυτοκίνητο να ρετάρει. Σαν να 'χε λόγγιξα. Κάποιοι βιαστικοί πίσω μου, κόρναραν βρίζοντας με. Τους κοιτούσα ατάραχος - φαινομενικά- καθώς περνούσαν δίπλα μου, με τα φρεσκοπλυμένα, ακριβά τους αυτοκίνητα. Τα πίσω καθίσματα γεμάτα από παραφουσκωμένες τσάντες του "Χόντος σέντερ". Σαν τι, ήθελα να μου μιλήσει κάποιος εκείνη τη στιγμή...

Τελικά, την πλήρωσε η γάτα, που με μιας βρέθηκε κλεισμένη στο μπάνιο. Επεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, κοιτώντας πότε το ταβάνι και πότε μια φέτα γκρίζου ουρανού έξω από το παράθυρο. Ακόμα να κρεμάσω και τις κουρτίνες. Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι για ένα ακόμη μεσημέρι. Γύριζα συνεχώς μέσα στην καρώ κουβέρτα, που την έννοιωθα γύρω μου περισσότερο σαν ένα κολλώδη ιστό αράχνης. Μια κρύωνα, μια ζεσταινόμουν. Πιθανό να φταίει αυτή η γαμημένη ίωση, που με πιλατεύει εδώ και είκοσι μέρες με κομάρες, πονόλαιμο και μια θολούρα στο μυαλό. Από τα πολλά και την πίεση του Αρη, την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στο γιατρό, που διέγνωσε - τί άλλο; - ίωση. Μου έγραψε ωστόσο εξετάσεις αίματος, ακτινογραφίες - θώρακος, παρραρινίων- και φάρμακα. Αντισταμινικά και αντιφλεγμονώδη. Τρέχαμε σαν τους τρελλούς όλη την εβδομάδα σε ιατρεία και εργαστήρια.

Ανοιξα το ραδιόφωνο με το τηλεκοντρόλ, βγάζοντας το χέρι έξω από το κρεβάτι, για να φτάνει το στερεοφωνικό. Συνεχώς τιούνιγκ, σκέτη ζαλάδα. Ολο και περισσότεροι σταθμοί της μνήμης παίζουν πια ελληνικά για σκυλάδικα. Αφήνω έναν μέϊνστριμ με τον Φράνκι να τραγουδά μετά μανίας για την Νιου Γιορκ. Ηλίθιες διαφημίσεις επί μισάωρο, διακόπτουν τα χαζοχαρούμενα τραγούδια με τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες και τα καμπανάκια. Κουράζομαι και πάλι. Ανοίγω την παλάμη, αφήνωντας το τηλεκοντρόλ να πέσει πάνω στη βρώμικη μοκέτα. Κλείνω τα μάτια μόλις πάψει ο ήχος της πτώσης. Φέρνω το χέρι κάτω από το σώμα μου, για να ψάξει τη ζέστη του εσωρούχου μου. Την ίδια στιγμή, μια ακόμη εκδοχή του "Λαστ κρίστμας" με πολιορκεί πάνω από τα σκεπάσματα. Είμαι θυμωμένος. Είμαι κουρασμένος. Είμαι όλα και ότι δεν πρέπει να είμαι "χρονιάρες" μέρες.

Πολλοί θεωρούν τα Χριστούγεννα μια γιορτή φτιαγμένη ειδικά για λούγκρες. Χρυσόσκονη, φωτάκια, στρας, γκλάμουρους ατμόσφαρα, τυπικά δωράκια και τηλεφωνήματα, φιλιά στον αέρα και πούστηκες ευχές. Κολλημένα χαμόγελα γύρω από κατάλευκες οδοντοστοιχίες. Koυραμπιέδες και δίπλες. Βασιλόπιτες και σαμπάνιες. Και η ψευτιά να ρέει παντού. Να παρασύρει τα πάντα στην χρυσαφένια ευδαιμονία της.

Εγώ θέλω να είμαι τσαντισμένος, θυμωμένος, θλιμμένος. Να είμαι αξύριστος, άσχημος και άπλυτος. Να θέλω να μείνω μόνος - Εστω, θα ξεκλειδώσω το γατί από το μπάνιο. Να μην κρεμάσω φωτάκια στο φίκο του μπαλκονιού. Να μην δωρήσω τίποτα. Να μην ανοίξω την πόρτα στις μουλάρες, που θα΄ρθουν να μου πουν τα κάλαντα στις 6 τα χαράματα. Να μην αγοράσω καινούριο κοστούμι. Να μην τρέχω στα ιν μπαρ και στα ακριβά εστιατόρια. Να μην περιμένω δώρα. Και στο τέλος θέλω...

...να κάψω ένα ομοίωμα του καλοζωισμένου αγίου της "κόκα κόλα", στην πλατεία Συντάγματος. Μπορώ;

ΧΑΛΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

19 Δεκεμβρίου 2006

"Από εκείνους τους καιρούς"

Caro Diario

Mεσημέρι Tρίτης προσπαθώντας να γράψω κάτι από το γραφείο, ενώ περιμένω τους δείκτες να δείξουν την ώρα για να φύγω. Εξω από το παράθυρο ένα γκρίζο απομεσήμερο κυλά αργά. Γαλαζωπά σύννεφα, κυνηγιούνται ανάμεσα από τ' αντικρυνά κτίρια. Στο ύψος των ματιών μου, δυο ζευγάρια αγριπερίστερα - που κάπως αλλιώς λέγονται, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα- ξαποσταίνουν ασάλευτα πάνω στα καλώδια της ΔΕΗ. Από κάτω περαστικοί και αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται αέναα. Ο κόσμος σαν να πλύθηνε ξαφνικά. Το ίδιο και οι τσάντες που κρατάνε. Οσο πλησιάζουν απάνω μας απειλητικά τα Χριστούγεννα, τόσο πιο πολλοί θα στριμώχνονται στα πεζοδρόμια. Τόσες περισσότερες και οι τσάντες, που θα κρέμονται βαριές απ' τα χέρια.

Ανοίγω το παράθυρο να μπει μέσα ο ήχος της πόλης. Μαζί του ένας αέρας άγουρης άνοιξης κατακλίζει βίαια τον χώρο. Ξαφνικά νοσταλγώ κρύο και χειμώνα. Καπέλο και μάλλινο πουλόβερ. Πεθύμισα τα σκοτάδια της καρώ κουβέρτας. Να χουχουλιάσω γυμνός με τον Αρη δίπλα μου. Σκεπασμένοι μέχρι πάνω απ' τα κεφάλια μας. Να λέμε χαζομάρες, να αγγιζόμαστε στα τυφλά, να του λέω αστεία και κείνος να γελά ανέμελα. Να με ρωτά αν κοιμάμαι. Να γελώ κι εγώ με τη σειρά μου, ως απάντηση.

Κάθομαι σε μια από τις πίσω θέσεις του λεωφορείου. Απ΄τη μεριά που να με βλέπει ο ήλιος. Η κούραση των τελευταίων ημερών με κυριεύει. Απλώνω τα πόδια μου μπροστά. Κλείνω τα μάτια πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά. Θέλω να κοιμηθώ. Προσπαθώ να μείνω ζωντανός. Αναπολώ την Κυριακή, που πήγαμε στο Σούνιο, μετά από πολλά χρόνια. Αγαπημένος τόπος. Εκεί είχαμε περάσει μερικά υπέροχα σαββατοκύριακα τον καιρό που είχαμε πρωτογνωριστεί. Η φύση, αν και είμαστε μέσα στα Χριστούγεννα, ντυμένη με την πράσινη της χλόη. Που και που μικρά κίτρινα αγριολούλουδα, ξεμίτηζαν ξεγελασμένα από την καλοκαιρία. Οι γλάροι πάνω στις αρχαίες πέτρες, παρατηρούσαν τα πάντα. Κάναμε τον γύρο του ναού περπατώντας δίπλα δίπλα. Χωρίς να μιλάμε. Και οι δύο είχαμε βυθιστεί στις αναμνήσεις που γένναγε ο τόπος. Βγάλαμε και φωτογραφίες. Στο ίδιο σημείο, χρόνια μετά. Πιάσαμε να κατηφορίζουμε, ενώ πίσω από τις αρχαίες κολώνες έγερνε ο ήλιος. Μια ροζ πληγή στο σώμα τ΄ ουρανού. Εφυγα χωρίς να κοιτάξω ξανά πίσω μου. Μοναχά, βάλθηκα να θυμηθώ το στίχο του τελευταίου Σεφέρη.


ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες,
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…

Γαλήνη.
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια:
Τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν παράμερα, τον καταξέσκισαν
πάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος Αρδιαίος, ο πανάθλιος Τύραννος."

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

13 Δεκεμβρίου 2006

Μια νύχτα

Caro diario

Ανοιξα και απόψε μια σελίδα σου. Να αφεθώ στην ησυχία του λευκού σου. Να κρύψω τη μοναξιά της νύχτας ετούτης και την τρέλλα της μέρας, που κύλησε επώδυνα πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα μουτζουρώσω κάτι για να πληγιάσω τις σάρκες σου. Τ' αφτιά μου ενώνονται με τη μουσική από τη σελίδα του manifestogr μέσα από τα παλιά ακουστικά. Τώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα κλαμπ, κάπου στο κέντρο όπου μας είχαν καλέσει με τον Αρη . Με αφορμή την απεργία στο μετρό δεν πήγαμε.

Ο Αρης αποκοιμήθηκε ήδη στο κρεβάτι μου. Πήγα κοντά του. Ενοιωσα τη θέρμη του κορμιού του, τη στιγμή που τον ρώτησα αν θα κοιμηθεί εδώ. Σχεδόν άγγιξα με τα χείλη μου το αφτί του. Εκείνος κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. Το εξέλαβα ως κατάφαση. Τον ευχαρίστησα μ' ένα φιλί στο μέτωπο, σαν και αυτά που μου κόλαγε η μάνα στα μικράτα μου, σαν ήθελε να δει αν είχα πυρετό. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε πάλι και με πλάκωσε εκείνη η αγάπη και η φροντίδα, που θέλω να του δίνω. Υποθέτω ότι έτσι πρέπει να νιώθει ένας γονιός για το παιδί του. Ποτέ δεν θα μάθω αν είναι στ΄αλήθεια έτσι...

Τον σκέπασα, χαμήλωσα τα φώτα και σύρθηκα ξανά ως το λευκό σου, χτυπώντας σιγά σιγά τα πλήκτρα. Η γάτα, με έχει απαρνηθεί και αυτή, χαζολογώντας βαριεστημένα με τον Τζέρι, εκείνο το ανόητο πλαστικό ποντίκι, που της έχει φέρει ο Αρης. Ανοίγω το SJphone ψάχνοντας τον κατάλογο για τη μαγική λέξη: "Μπία". Πατώ το πράσινο κουμπί του. Αναμονή. Κι άλλη αναμονή. Επιτέλους η φωνή της, έστω και κάπως μακρυνή. «Ελα παιδί μου, που είστε; Σπίτι είστε, - απαντά μόνη της- πάντα γνωρίζει τις απαντήσεις, είδα πάλι κάτι παλαβά στην αναγνώριση κλήσης. Εσύ θα ήσουν, είπα. Ενιγουέϊ. Εγώ πηγαίνω με μια φίλη - τη Ματίλντα, στην έχω γνωρίσει; - Παύση - Οχι ε; Δεν έχει τύχει, αλλά θα κανονίσω να βγούμε. Πηγαίνουμε, σε μια μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση, μιας πειραματικής σκηνής. Ηθελες κάτι;» «Ναι. Να σκάσεις για λίγο, μπορείς;», έκανα και εκείνη γέλασε. «Οχι, Μπία μου, δεν ήθελα κάτι, συγκεκριμένο.» «Εντάξει, κατάλαβα θα σε πάρω αύριο. Κλείνω γιατί φτάσαμε. Φιλιά» Η γραμμή έκλεισε. Κανένας ήχος στο δωμάτιο. Ισως πάλι και ν' ακούω κάτι...

Σηκώνομαι με κόπο για να σταθώ μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω από το τζάμι. Αθλια φωτάκια, κρέμονται από παντού για να πληγώνουν τις νύχτες μας. Χριστούγεννα, μια περίοδος που δεν θέλω να τη ζω. Που παρακαλώ να μην έρθει και όταν έρχεται σφίγγω τα μάτια για να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Που δεν αντέχω τόση επίπλαστη ευτυχία. Tόση καταπίεση να μας φραγγελώνει με χιλιάδες αιχμηρά "πρέπει". Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να κάνεις δώρα, πρέπει να δεχθείς δώρα, πρέπει να πας διακοπές, πρέπει να γοητεύσεις συγγενείς, φίλους, γνωστούς, πρέπει να πιεις, να φας, να ξενυχτήσεις, να γαμίσεις ή να γαμηθείς.

Κάτι με σπρώχνει να βάλω να πιώ. Η γάτα με παίρνει στο κατόπι. Φέρνω ένα ποτήρι με λίγα παγάκια. Ρίχνω κάτι μέσα, από ένα σκονισμένο μπουκάλι. Τα παγάκια ραγίζουν με μιας. Γίνονται διάφανα, χτυπιούνται στο γυαλί. Μετά ησυχάζουν πάλι. Βουτάω τα χείλη μου, ενώ προσπαθώ να ακούσω την ανάσα του Αρη. Ευτυχία...

11 Δεκεμβρίου 2006

Tο κύμα

Caro diario

Mόλις ξεκίνησαν τα δελτία των 8. Πατάω το "Χ" και κλείνω το παράθυρο της TV, πάνω από την οθόνη του υπολογιστή μου. Προτιμώ να κοιτάζω το λευκό μπακγκράουντ, που περιμένει να γράψω κάτι. Για ώρα... Τα μάτια μου θολώνουν. Τινάζω με δύναμη τα βλέφαρα. Για μια στιγμή, σκέφτομαι να εγκαταλείψω - για άλλη μια φορά - την απόπειρα να γράψω κάτι.

Γύρισα σπίτι εξαντλημένος , μετά από 10 ώρες παραμονής στο γραφείο. Μίτινγκ (μη χέσω τώρα) και τηλέφωνα να χτυπούν πιο γρήγορα από τα μηνίγκια μου. Αποφάσεις σημαντικές που εκρεμούν στο μυαλό μου από ημέρες. Αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν σήμερα, το δίχως άλλο. Το έλεγα και στον Αρη την Παρασκευή, που χαλαρώναμε αγγαλιά στον κίτρινο καναπέ. "Αισθάνομαι ότι είμαστε στην τελευταία σκηνή της "Καταιγίδας". Το ψαροκάϊκο πρέπει να ανέβει το κύμμα που ορθώνεται μπρος του. Το κοιτάζουμε και ελπίζουμε. Θα το περάσει άραγε; Ετσι είμαστε Αρη μου" και εκείνος έσφιξε πιο δυνατά τα δάκτυλά του μέσα στα δικά μου. "Θα το περάσουμε... Τζορτζ" έκανε εκείνος και γέλασε πάνω από το αφτί μου. Γέλασα και εγώ.

Η τελευταία συνάντηση της ημέρας προγραμματίστηκε για τις 5. Επρεπε να μείνω συγκεντρωμένος. Κάθισα ρίχνοντας μια φευγαλαία ματιά στους αντικρυνούς μου. Ολοι φαινόντουσαν κουρασμένοι. Τους μοίρασα το υλικό. Ξεκίνησα τη συζήτηση όπως την είχα σχεδιάσει. "Ας αφήσουμε τους προλόγους. Στο θέμα μας, παρακαλώ" με διέκοψε ο "μεγάλος", βγάζοντας για λίγο το στυλό απ' το στόμα. Είπα όσο πιο σύντομα μπορούσα όσα είχα να πω. Ο "μεγάλος" δέχθηκε τις προτάσεις μου χωρίς πολλά πολλά. "Σου έχω εμπιστοσύνη. Συνέχισέ το. Δώσε κατευθύνσεις όπου χρειάζεται και να το τελειώσουμε" είπε, με τρόπο που δεν επιδέχοταν αντίρηση. Το στυλό κρεμάστηκε ξανά στα χείλη του. Κάτι δειλά "ναι, βεβαίως, σύμφωνουμε όλοι" ακούστηκαν τριγύρω, από τα κατεβασμένα κεφάλια των υπολοίπων. Βγαίνοντας, κάποιο χέρι με χτύπησε στην πλάτη, λες και είχα πνιγεί. Γύρισα ξαφνιασμένος. "Μπράβο μεγάλε. Πρέπει να σε πηγαίνει τρελλά το μπος, ε;"
- Μεγάλε, πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας , το ξέρεις ε; Εσφυξα τα δόντια για να μη το ξεστομίσω.

Σύρθηκα για το γραφείο, συνοδεία ενός ύπουλου πονοκέφαλου που κούρνιαζε κάτω απ' το μέτωπό μου. Για ώρες. Η γραμματέας του "μεγάλου", που με συμπαθεί - και το δείχνει - μέχρι παρεξηγήσεως, με κοιτάει προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την καλή έκβαση της συνάντησης. Την κοιτάζω ανέκφραστος όσο πλησιάζω μπροστά από το γραφείο της. Χαλαρώνω μια ιδέα τη γραβάτα, χωρίς να διακόψω το βάδισμα. Περνώ από μπροστά της και τότε της χαμογελώ, αποκαλύπτοντας έτσι το αποτέλεσμα της συνάντησης.
- Ολα καλά ε; Α! Πολύ χαίρομαι. Πάρα πολύ.
- Και εγώ...

Πηγαίνοντας για το γραφείο μου, κουρασμένος αλλά ικανοποιημένος, θυμήθηκα τα λόγια του Αρη για τους άνδρες με τις οθόνες στο κεφάλι τους, που είδαμε το Σάββατο στο "2" του Δημήτρη Παπαϊωάνου, ή απλά Δ.Π., όπως εν συντομία γράφαμε το όνομά του στο φόρουμ του www.stadia.gr τα χρόνια της Oλυμπιακής προετοιμασίας. Κάθισα στην καρέκλα μου. Απλωσα τα πόδια μου μπροστά, τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Εκλεισα τα μάτια. "Ο άνθρωπος - οθόνη". Τον έφερα στο νου ξανά. Εγειρε τον ώμο του προς τον δικό μου και με την παλάμη του να κρύβει τα χείλη μας, μου είπε, όσο στην σκηνή του Παλλάς παρέμεναν οι χορευτές με τις γαλαζωπές οθόνες στα κεφάλια τους, "Eτσι έχεις καταντήσει... αλλά εγώ σ΄αγαπώ. Το ξέρεις;.."
- To ξέρω
Ενα μακρόσυρτο "τστστστστσ..." ακούστηκε από την ημιλυπόθημη κυρία της πλατείας Κολωνακίου του πίσω καθίσματος . Δεν έμαθα αν αναφερόταν σε εμάς ή σε όσα έβλεπε πάνω στην ολόφωτη σκηνή του θεάτρου Παλλάς.

Μάζεψα τα πράγματα. Εσβησα τις οθόνες μου και βάλθηκα να στείλω ένα μήνυμα στον Αρη. "Το περάσαμε το κύμα..."

2 Νοεμβρίου 2006

Χελιδονάκι γειά

Caro Diario

Απόγευμα, λίγο πριν οι τελευταίες ακτίδες φωτός συρθούν πίσω απ΄ τα βουνά. Και ας είναι ακόμα πεντέμιση. Αλλαξε πια και η ώρα, σημάδι ότι το καλοκαίρι - και εμείς μαζί - χάσαμε τη μάχη. Μαζί με την αλλαγή στα ρολόγια, προέκυψαν και κάτι τροπικοί μουσώνες. Αρον άρον ψάχναμε με τον Αρη για αδιάβροχα και ομπρέλες. Πουλόβερ και μπουφάν. Καφετιέρες πήραν τη θέση τους στον πάγκο της κουζίνας. Παραγγελίες για πετρέλαιο δόθηκαν. Τα τηλέφωνα για τα χαλιά ακόμα τα ψάχνουμε. Τα πρώτα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια στις βιτρίνες, ήρθαν για να μας αποτελειώσουν.

Στο σπίτι τα πάντα είναι για μένα πηγές εκνευρισμού. Θέλω να μένω έξω από την τρέλλα του. Ο πατέρας μου γέρασε κατά είκοσι χρόνια μέσα σε δύο νύχτες. Ωρες ώρες, νομίζω πως γέρασα και εγώ. Ενα βάρος στους ώμους με καθηλώνει. Δεν βρίσκω κανένα ίχνος νεότητας να τρέχει μέσα μου. Αισθάνομαι όμως το μίσος για την αρρώστεια. Που μας διέλυσε. Το 'πε και εκείνος προχθές, κοιτάζοντας με βλέμμα απλανές το κιτρινισμένο από τους παλιούς καπνούς ταβάνι. Διαλύσαμε, είπε.

Υπάρχουν στιγμές, που δεν θέλω να τον κοιτάξω, που δεν θέλω να τον ακούσω. Κατηγορώ τον ευατό μου για αυτή τη σκοτεινή σκέψη. Αναρωτιέμαι πόσος καιρός πάει από το τελευταίο άγγιγμα μου προς αυτόν. Ποιά φράση μου, άντεξε μέσα της τέσσερις, πέντε λέξεις το πολύ. Εύχομαι όλα αυτά να ήταν ένα όνειρο. Σαν αυτό, που μ' έμπλεξε ψες στα μαβιά του φώτα. Μπροστά σ' έναν καθρέπτη μπάνιου κοιτάχτηκα. Με είδα γερασμένο, χωρίς δόντια, χωρίς μαλλιά. Φοβήθηκα τόσο, που ούρλιαξα χωρίς ήχο. Μετά, βρίσκοντας μια δύναμη χαμένη, σήκωσα το χέρι μου, σαν σε μπουνιά. Εκανα κομμάτια το γερασμένο είδωλο. Μα εκείνα συνέχιζαν να με κοιτάζουν ακόμα και έτσι. Διάσπαρτα. Πρόσεξα καλύτερα εκείνο με το στόμα μου. Ενα μαύρο άνοιγμα, που γελούσε χάσκοντας στο πάτωμα. Γύρισα και έχωσα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση ενός ελεϊνού νιπτήρα. Ξύπνησα μούσκεμα, σ' έναν κρύο ιδρώτα...

Η γάτα προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, τεντώνοντας τα πόδια της πάνω στο τζάμι της πόρτας. Της ρίχνω μια φευγαλέα ματιά. Αποφασίζω να σηκωθώ και τη μπάζω μέσα. Τρίβεται με μιας στα πόδια μου. Της δίνω ένα χάδι. Αισθάνομαι τη μύτη της παγωμένη μέσα στη ζεστή μου παλάμη. Μου ανταποδίδει με ένα σύντομο γουργουριτό. Ενας υγρός αέρας μας προσπερνά για να εισβάλει φουριόζος στο δωμάτιο. Κλείνω την μπαλκονόπορτα. Οι κοψιές μας αντανακλώνται στο τζάμι. Πίσω τους τα πρώτα φώτα της πόλης υποδέχονται τη νύχτα. Ρίχνω το κεφάλι πίσω για να ξεμουδιάσει. Ακούω το κλικ στη βάση του αυχένα μου. Η γάτα κοντοστέκεται, έχοντας σηκώσει ψηλά την ουρά της. Δείχνει προς τα έξω, στο ένωμα ταβανιού με τοίχου. Βλέπω την άδεια φωλιά των χελιδονιών. Ναι, έχουν φύγει από καιρό. Μονολογώ.

...του φθινοπώρου μήνας, χελιδονάκι γειά.

10 Οκτωβρίου 2006

Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ

Caro diario

Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.

Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...

Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...

Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.

Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...

Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.

Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.

Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...

- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...

20 Σεπτεμβρίου 2006

Νύχτες

Caro diario

Αποφάσισα ότι ήταν ώρα να αφήσω το κρεβάτι. Από το παράθυρο το τελευταίο φως της ημέρας συναντιέται με τα μάτια μου. Πείθω τον ευατό μου, ότι χρειάζεται καφέ. Σέρνομαι γυμνός ως τη κουζίνα και ανάβω το μάτι. Στέκομαι σε στάση προσοχής μπροστά στο μικρό σκεύος. Σχεδόν σκοτάδι. Η ώρα στο ρολόι της κουζίνας έχει χαλάσει. Υποθέτω ότι θα είχε πτώση η τάση του ηλεκτρικού. Ρίχνω καφέ. Ψάχνω για τη ζάχαρη. Βρίσκω μόνο κάτι μαύρους κύβους. Πιάνω έναν και τον πετάω. "Καλάθι"...

Με τον καφέ ανά χείρας επιστρέφω στο κρεβάτι. Αφήνω το φλιτζάνι στην προέκταση του κρεβατιού, πάνω στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία. Ψάχνω για το τηλεκοντρόλ του στερεοφωνικού. Δεν το βλέπω, πουθενά. Σηκώνομαι και πατάω το "ΟΝ". Από τα ηχεία κατρακυλά μουσική. Αναρωτιέμαι τι να ΄ναι αυτό που φτάνει στα αφτιά μου. Υποθέτω πως είναι κάτι από το bajofondo. Δυναμώνω την ένταση. Βουτάω τα χείλη μου στο φλυτζάνι. Χάλια τον έφτιαξα πάλι. Δίνω δίκιο στον Αρη, που δεν με αφήνει να του φτιάχνω καφέ.

Από κάπου μυρίζει βροχή. Φθινωπόριασε ξαφνικά. Ενα ασημένιο φως χαρακώνει προς στιγμή τον απέναντι τοίχο. Μια αστραπή. Περιμένω να ακούσω τον επερχόμενο ήχο. Δεν άκουω τίποτα. Αντί για αυτό, χτυπάει το τηλέφωνο. "MPIA" ...is blinking στη γαλαζωπή οθόνη. Δεν έχω όρεξη να μιλήσω. Ωστόσο σε λίγο την ακούω από το διπλανό δωμάτιο. "Εκεί είσαι! Aκόμα κοιμάσαι; Σήκωσέ το. Εχω σχέδια για απόψε..." Πατάω το κουμπί και ο τηλεφωνητής ησυχάζει. "Αυτά φοβάμαι... " της απαντώ. Γελάει δυνατά μέσα στο αυτί μου.
"Σιγά μήπως δεν καταλάβαινε η Μπία, ότι ήσουν εκεί. Κοιμόσουν; O Aρης που είναι;..."

Πάτησα σύντομα το κόκκινο κουμπί, βάζοντας ένα τέλος στον χείμμαρο της φίλης μου. Συγκράτησα κάτι για "φεστιβάλ", "πρόσκληση", "πρεμιέρες", "Αλντομόβαρ", "ξενέρωτε!"... Η βροχή έφτασε κι όλας έξω από το παράθυρο. Ο καφές κρύωσε πριν τον πιω. Ξαφνικά αναπόλησα τη ζεστασιά ενός ρούχου. Μαζί συνειδητοποίησα πως είναι πια μέσα Σεπτέμβρη. Εποχή για Νύχτες Πρεμιέρας και Πανόραμα. Ας έχει και κάτι καλό αυτός ο μήνας, σκέφτομαι. Καλώ την Μπία. "Ετοιμάσου. Περνώ σε μισή"...

6 Σεπτεμβρίου 2006

Ονειρο θα γίνω και θα ΄ρθώ

Caro diario

Oι μέρες μου αρχίζουν πια τη νύχτα. Ο ήλιος σηκώνεται όταν ήδη βρίσκομαι στη δουλειά, σημάδι πως το καλοκαίρι οδεύει προς τα νότια του κόσμου. Και σαν ανοίξουν τα δημητριάτικα στις γλάστρες και αλλάξει η ώρα, όλα τότε θα έχουν τελειώσει. Το ευτήχημα είναι πως η ζέστη κρατά για ακόμη λίγο. Αν και το πρωί, έχω δει τους πρώτους συνεπιβάτες των λεωφορείων με μακρυμάνικα και μπουφάν.

Μπαίνω σπίτι κατάκοπος, αφού για να φτάσω πρέπει πρώτα να περάσω πάνω από τα δεκάδες χαντάκια-προεκλογικές βιτρίνες, που έχουν ανοίξει παντού και έχουν μετατρέψει τους δρόμους σε πεδίο εκπαίδευσης λοκατζίδων. Να βλέπαμε και κανά λοκατζή, χαλάλι. Τέλος πάντων. Μια βδομάδα στο γραφείο ήταν αρκετή για να ξεχαστούν με μιας οι μέρες - και κυρίως οι νύχτες - των διακοπών με τον Αρη. Ολα επέστρεψαν στο μυαλό μου, που προσπαθεί να βρεί τις άκρες. Κάτι απονευρώσεις στα δόντια μου, μέρες τώρα, δεν μ΄αφήνουν να ησυχάσω. Με δυσκολία καταπίνω, τρώω, μιλάω, κοιμάμαι. Και από αύριο επιστρέφουμε ξανά -για λίγο έστω- στον "μικρόκοσμο του πατρικού πόνου". Ολα αυτά, τώρα που τα καταγράφω, με κάνουν να σκέφτομαι τον ύπνο. Για να ξεχνιέμαι. Αλλά δεν μου είναι εύκολο να κοιμηθώ. Κατεβάζω με περισσή δυσκολία το σάλιο μου και ανοίγω το ραδιόφωνο. Στο μεταξύ κάηκε και η τηλεόραση...

Οι κολώνες των δρόμων, οι τοίχοι, τα φανάρια, γέμισαν αφίσες υποψηφίων δημάρχων. Ακόμα και στις γέφυρες ή στα εξωτερικά τοιχώματα της Αττικής Οδού, που έως τώρα είχαν γλιτώσει από τα γκράφιτι και τα οπαδικά συνθήματα ανεγκέφαλων οπαδών, "κοσμούνται" πια από επίδοξους τοπικούς άρχοντες. Πρόσωπα άσχημα κρέμονται πρόχειρα τυπωμένα, σε χοντρό χαρτί. Φωτογραφημένοι σε διάφορες στάσεις - πολλοί αλά Τρίτση, με το σακάκι στους ώμους- και γύρω τους οι ίδιες πάντα λέξεις, που φανερώνουν κενότητα και γύμνια. Ανθρωποι, που ζητούν μια θέση να βολέψουν την ασημαντότητά τους. Και ανάμεσα στις άθλιες αυτές αφίσες το λαμπερό πρόσωπο του Ρουβά, τονίζει ακόμη περισσότερο την κρεμάμμενη μιζέρια των υπολοίπων.

Από τα ηχεία οι Α-ΗΑ τραγουδάνε το "Summer move on". Το αγέρι του Σεπτέμβρη, κινεί τα κοχύλια που κροταλίζουν έξω από το παράθυρό μου και ο ήχος τους μπερδεύεται με την φωνή του Νορβηγού. Προς στιγμή το βλέμμα μου σκοντάφτει στο μπράτσο μου. Εχει γεμίσει ανοιχτόχρωμες "κυλίδες". Το μαύρισμα αρχίζει να χάνεται στο χρόνο. Κλείνω τα μάτια. Θέλω να δω μια θάλασσα. Να ακούσω ένα κύμμα. Να με τυφλώσει ο ήλιος. Και ας είναι σ' ένα όνειρο.

1 Σεπτεμβρίου 2006

Στις εσχατιές του καλοκαιριού

Caro diario

Στις εσχατιές του καλοκαιριού και επισήμως από σήμερα. Πήρε κι όλας να χαλάει ο καιρός. Το πρωί ένα μαύρο τοίχος από σύννεφα ορθώθηκε απειλητικό γύρω την πόλη, φράζοντας τον ήλιο. Με τον ίδιο καιρό επέστρεφα στο σπίτι. Μόνο που τότε τα σύννεφα είχαν γίνει ένα τεράστιο μανιτάρι που μας σκέπαζε όλους. Τελικά, αποφύγαμε τα πρωτοβρόχια. Κάτι ήταν και αυτό.

Οπως και να είχε, οι περισσότεροι σκέφτονταν στην πρόκριση της ομάδας μπάσκετ στον τελικό. Το 'βλεπες στα μάτια τους. Είχαν κιόλας αρχίσει να μακραίνουν. Μερικοί μου φάνηκαν και κάπως κίτρινοι... Οπως κάθε φορά δεν έλειψαν οι υπερβολές σε μια επιτυχία. Ο καθένας μπορεί να θεωρεί μεγαλύτερη διάκριση, ότι εκείνος φρονεί. Ωστόσο υπάρχει μια ιεράρχιση, που μερικοί καλά θα κάνουν να μην παραβλέπουν. Μεγαλύτερη διάκριση σε ομαδικό άθλημα παραμένει το αργυρό μετάλλιο της εθνικής πόλο γυναικών, στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Και αν ακόμα κερδίσουμε το παγκόσμιο κύπελλο στο μπάσκετ, ένα ολυμπιακό μετάλλιο, ακόμα και στο... ντρέσινγκ της ιππασίας, είναι μεγαλύτερη επιτυχία. Αυτά...

Η πρώτη εβδομάδα στο γραφείο μετά την άδεια πέρασε σαν νερό, σκεφτόμουν στο λεωφορείο. Αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν καλό ή κακό. Δεν έμεινα πολύ για να σκέφτομαι την απάντηση. Προτίμησα να κοιτάζω τους βιαστικούς περαστικούς έξω από το παράθυρο και να ρίχνω που και που κλεφτές ματιές στον τύπο του αντικρυνού καθίσματος. Αμυδρά μου θύμιζε έναν Ιταλό "γείτονά" μας στο κάμπινγκ.

Τελικά, πήγαμε και τις διακοπές μας με τον Αρη. Μείναμε δέκα μέρες περίπου στο νησί. Καλά ήταν. Οπως κάθε φορά, τις πρώτες μέρες υπήρχε μια ένταση, ένα κακό αλλά μετά όλα έγιναν καλύτερα. Και με λίγη πεζοπορία βρήκαμε και παραλία για να κάνουμε γυμνοί το μπάνιο μας. Οπως και στα ομαδικά ντους της κατασκήνωσης. Από τις διακοπές νομίζω πως αυτό που θα μείνει περισσότερο στο μυαλό μου, θα είναι εκείνος ο νυχτερινός ουρανός της εχοξής με τα πεφταστέρια πάνω από τα κεφάλια μας, στην έρημη παραλία. Ειδικά, όταν τα κοιτούσα ανάποδα...

Πάει τώρα μια εβδομάδα που έχουμε επιστρέψει. Ολα είναι, όπως τα είχαμε αφήσει πίσω μας, τη μέρα που φύγαμε για το νησί. Μόνο που τώρα είμαστε μαυρισμένοι ακόμη περισσότερο. Ισως και μια ιδέα πιο φρέσκοι. Ο χειμώνας ορθώνεται μπρος μας, μαύρος και παγερός. Ευτυχώς, τα χελιδόνια είναι ακόμα εδώ.

4 Αυγούστου 2006

Δυο μέρες μόνο

Caro diario

Καταπιάνομαι και πάλι με το γράψιμο μετά από αρκετό καιρό. Αν και έχουν συμβεί τόσα πολλά, το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου για να γράψω είναι το "τραγούδι" κάτι αποτρελλαμένων από τη ζέστη τζιτζικιών. Στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ, ενημερώνει τους εναπομείναντες κατοίκους της πόλης, ότι τον επόμενο Αύγουστο η Αθήνα θα φιλοξενίσει τους 28ους Ολυμπιακούς Αγώνες. Και το μεθεπόμενο ο Περικλής θα γίνει ξανά κυβερνήτης της... Χαιρετίσματα στον κο. Χουλιάρα.

Ο ανεμηστήρας γυρίζει μανιασμένα, σκορπώντας παλιούς λογαριασμούς και χαρτιά πάνω από το γραφείο. Αποκαμωμένος από τη σημερινή ένταση στη δουλειά δεν μπαίνω καν στον κόπο να τα μαζέψω. Εδώ και λίγο καιρό έχω προαχθεί. Χωρίς να το ζητήσω. Αποδέχθηκα την πρόταση και τώρα πρέπει ν' αποφεύγω τις παγίδες και να παραβλέπω τις μικρότητες, όσων διεκδίκησαν επίμονα τη θέση μέχρι τέλους. Και αυτό είναι το πιο κουραστικό απ΄ όλα...

Σε δυο μέρες θα βρίσκομαι σε κανονική άδεια. Εν Αθήναις... Οι σκέψεις ότι θα βρεθούμε στο αγαπημένο μας νησί με τον Αρη, παρέμειναν σκέψεις και μετά βυθίστηκαν στη θάλασσα της λήθης. Το έβγαλα από το νου μου και το 'ριξα στο να κατεβάζω διαδικτυακές τσόντες. Είναι ένας τρόπος για να ξορκίζω, ό,τι στοιχειώνει το μυαλό μου. Αντε και ο ύπνος. Εκεί όμως παραμονεύουν οι σκιές, που ξεπηδούν από παντού κάθε βράδυ, έτοιμες να πέσουν πάνω μου και να με καταπιούν. Ετσι προτίμησα τη σίγουρη λύση και την πιο ευχάριστη: Eνός παλλόμενου πούτσου μέσα στην οθόνη του υπολογιστή μου...

Χτες αφήσαμε το νοσοκομείο, μετά από παραμονή αρκετών ημερών. Φιληθήκαμε και ανταλλάξαμε αριθμούς κινητών τηλεφώνων με άλλους ασθενείς και ...οδοιπόρους, όπως κάνουν όσοι γνωρίζονται στα νησιά τα καλοκαίρια, παρόλο που κατά βάθος ξέρουν, πως ποτέ δεν θα καλέσουν ο ένας τον άλλον. Το νοσοκομείο είναι ένας μικρόκοσμος που υπάρχει μόνο όσο μας περικλείει. Ο μικρόκοσμος του πόνου. Eκεί γνωρίζεις την άλλη πλευρά της ζωής. Την άσχημη, την επώδυνη. Αυτή που της κρύβεσαι, αλλά σε βρίσκει, συνή8ως μόλις αρχίζεις να αγνοείς την ύπαρξή της. Εκεί γνωρίζεις ανθρώπους για να μοιράζεσαι μαζί τους, αυτό που δεν μοιράζεται: Τον πόνο. Kαι μόλις ο πόνος ξεχαστεί, εσύ ξεχνάς αυτούς και αυτοί εσένα.

Εκεί λοιπόν περνούσα ατέλειωτες ώρες, μετά από ένα κοπιαστικό οκτάωρο στη δουλειά. Κατ΄ επιλογή. Για όλους τους άλλους οι μεσημβρινές ώρες ήταν οι χειρότερες. "Δεν περνάει με τίποτα η ώρα. Και κάνει μια ζέστη, άλλο πράγμα. Πω πω πω!"... Για μένα πάλι ήταν οι πιο καλές. Εκανα βόλτες μέσα στην ησυχία του μεσημεριού. Ερημος ο διάδρομος. Αδειο το "σαλόνι". Μόνο τα βήματά μου και ο ήχος από τους ανεμιστήρες στην οροφή. Που και που κάποια πόρτα άνοιγε. Κάποιος μου έγνεφε. Αόριστα χαιρετούσα μ΄ ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα πίσω. Από τις ανοιχτές πόρτες παρατηρούσα τους ανθρώπους με τα κλειστά μάτια. Ελληνες, Ρώσους, Αλβανούς, Αφρικανούς ...και τον πατέρα μου. Καλώδια και σωληνάκια να ξεπετάγονται ατίθασα μέσα από τα ξυρισμένα σώματα, σωριασμένα πάνω στ' άσπρα σεντόνια. Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν μπορούν να σκεφτούν κάτι άλλο εκτός από την αρρώστεια τους. Εγώ πάντως μπορούσα, βλέποντας τα νεαρά κείνα κορμιά... Είναι φυσιολογικό, τώρα αυτό; Ακόμα δεν ξέρω την απάντηση.

Ο Αρης, λίγες ημέρες πριν την εισαγωγή μας στον "μικρόκοσμο του πόνου", έθεσε θέμα παραμέλησής του από μέρους μου. Αφορμή για αυτό στάθηκε το γεγονός ότι απάντησα σε ένα επαγγελματικό τηλεφώνημα, που είχα δεχθεί σε ακατάλληλη, ομολογώ στιγμή μας. Επέστρεψα στο κρεβάτι έτοιμος να τον φιλήσω, αναθερμένοντας έτσι, όσα είχαν μείνει στη μέση. Εκείνος κάτι μουρμούρησε και άφησε με ένα σάλτο, που θα το ζήλευε και ο Λούης Τσάτουμας το κρεβάτι μας. Χώθηκε στο μπάνιο και όταν βγήκε ήταν ένας άλλος, Αρης. Με μιας αποφάσισα να του προσθέτω τον επιθετικό προσδιορισμό "άγνωστος". Κάτι, σαν τον στρατιώτη του συντάγματος. Χωρίς να με κοιτάξει, (όχι ο Στρατιώτης, ο Αρης) βγήκε εκείνος στο μπαλκόνι και εγώ στο δρόμο για το σπίτι μου.

Μιλήσαμε την επόμενη. Λόγια τυπικά, μετρημένα. Κάποια άλλη μέρα πάλι, μου ανακοίνωσε ότι προέκυψαν δουλειές στο χωριό του και δεν θα έρθει μαζί μου στο νησί, για μια εβδομάδα διακοπών, όπως είχαμε σχεδιάσει. Δεν έδωσα συνέχεια στο θέμα γιατί εκείνες τις ημέρες δεν χωρούσε στο μυαλό μου και θέμα "Αγνωστου Αρη", . Και μάλλον καλά έκανα, γιατί χθες είπε ένα "Θα δούμε", όσον αφορά το θέμα "Διακοπές" και σιγά σιγά επανέρχεται σε μια πιο φυσιολογική συμπεριφορά...

..Οπως και η θερμοκρασία, που επιτέλους πλησίασε τους 40, πάνω που άρχισε να μικραίνει η μέρα. Αντε γιατί κοντεύει να τελειώσει το καλοκαίρι και ακόμα δεν είχαμε ιδρώσει. Τα δωμάτια σκοτεινά με τα κλειστά πατζούρια, να δημιουργούν μια ψευδαίσθηση δροσιάς. Ο ήχος του ανεμιστήρα μπερδεύεται με κάτι ξεστρατισμένα "μοτοσακό", που 'λέγε και ο συγχωρεμένος ο παππούς. Οι περισσότεροι γείτονες αναχώρησαν κιόλας, πριν μπει καλά καλά ο Αύγουστος.

Μείναμε μόνοι μας πατέρα, αλλά μη σκας. Θα τα περάσουμε μια χαρά οι δυό μας. Θα το δεις. Αλλωστε έχουμε να πούμε πολλά. Τόσα, όσα ποτέ δεν είπαμε οι δυό μας, για 30 τόσα χρόνια. Καιρός λοιπόν να γνωριστούμε. Τι λες;

YΓ.
Γρίζα χρόνια άσπρα χιόνια
μου ΄τυχαν τα μαύρα πιόνια,
η παρτίδα μου στη μέση,
τ' αλογα στην ίδια θέση.

27 Ιουνίου 2006

Δύο κηδείες και ένας γάμος

Caro Diario

Τελικά, μόνο από το γραφείο, καταφέρνω να γράψω κατιτίς. Μετά από απουσία μερικών ημερών, επέστρεψα σήμερα για δουλειά. Ολα τα ίδια, όπως πριν. Εφυγα με δύο κηδείες και γύρισα με ένα γάμο. Ετσι, λένε είναι η ζωή. Ισως να έχουν και δίκιο. Δεν μπορώ τώρα να σκεφτώ κάτι γι΄αυτό. Μπορεί και να μη θέλω. Πίνω τη τελευταία γουλιά νερού, ενώ φροντίζω να αφήσω λίγο στο μπουκάλι για να το μοιραστώ με το τελευταίο φυτό, που συνεχίζει να πασχίζει για τη ζωή του, πάνω στο γραφείο μου.

Τριγύρω μου η ίδια καθημερονότητα ποτίζει τη ζωή στο μικρόκοσμό μας. Οι ίδιες ανούσιες συζητήσεις από τους συναδέλφους. Ιδια και η τεμπελιά μου. Υπάρχουν στιγμές που μου 'ρχεται να ουρλιάξω. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν και άλλοι εδώ, που έχουν την ίδια ανάγκη μ΄εμένα. Τους κοιτώ διερευνητικά έναν προς έναν προσπαθώντας να βρω απάντηση στην απορία μου. Η προσπάθεια δεν φέρνει κανένα σίγουρο αποτέλεσμα και σύντομα παραιτούμαι.

Κοιτάζω το ρολόϊ στο taskbar και σκέφτομαι ότι χθες τέτοια ώρα, έκανα μπάνιο κάπου στο Ιόνιο. Η αναπόληση αυτή, νιώθω ότι δεν μου κάνει καλό και για να της ξεφύγω, πατάω για λήψη των email. Ενα μεγάλο πλήθος μηνυμάτων τρέχει μανιασμένα μέσα στο παράθυρο. Τα περισσότερα, αν όχι όλα, είναι για πέταμα. Ηθελα να' ξερα, τους είπε κανείς, πως έχω μικρό πουλί; Σιχτιρίζω αορίστως τους αποστολείς και συνεχίζω να κοιτάω με βλέμμα, που κατά διαστήματα θολώνει, τη λίστα των μηνυμάτων μου.

Ενας γδούπος στο τζάμι του παραθύρου, με κάνει να σηκώσω τα μάτια. Ισα ίσα που πρόλαβα να δω ένα σπουργίτη να πέφτει με δύναμη πάνω στο τζάμι. Δεν το είδα ξανά, σημάδι ότι τώρα θα είναι νεκρό, πάνω στο πεζοδρόμιο. Αποφαίνομαι ότι ήταν στα σίγουρα αυτοκτονία. Η απέναντι συνάδελφος ξαφνιάζεται και διακόπτει για λίγο το τηλεφώνημά της. Με ρωτά, τι ήταν ο θόρυβος αυτός. Της εξηγώ και αφού μονολογεί κάτι αόριστα συμπονετικό για την κακοτυχία του πτηνού, συνεχίζει την αέναη τηλεφωνική της συνομιλία.

Παρόλο που θέλω ν΄ανάψω τσιγάρο, αποφασίζω να μη το κάνω. Τώρα το ρολόι μου δείχνει ότι μπορώ να φύγω, αφού από ώρα έχω συμπληρώσει τις απαιτούμενες ώρες στο γραφείο. Σκέφτομαι, τι ωραία που θα είναι έξω, όταν χωθώ μέσα στη ζέστη του απομεσήμερου. Οταν θα πάρω το λεωφορείο για το σπίτι. Οταν θα δω τον Αρη να με περιμένει στον κίτρινο καναπέ. Χαμογελώ με την σκέψη αυτή. Μαζεύω γρήγορα τα πράγματα, ρίχνω μια ματιά στο ξεδιψασμένο φυτό μου και αποχαιρετώ τη μέρα.