27 Ιουνίου 2006

Δύο κηδείες και ένας γάμος

Caro Diario

Τελικά, μόνο από το γραφείο, καταφέρνω να γράψω κατιτίς. Μετά από απουσία μερικών ημερών, επέστρεψα σήμερα για δουλειά. Ολα τα ίδια, όπως πριν. Εφυγα με δύο κηδείες και γύρισα με ένα γάμο. Ετσι, λένε είναι η ζωή. Ισως να έχουν και δίκιο. Δεν μπορώ τώρα να σκεφτώ κάτι γι΄αυτό. Μπορεί και να μη θέλω. Πίνω τη τελευταία γουλιά νερού, ενώ φροντίζω να αφήσω λίγο στο μπουκάλι για να το μοιραστώ με το τελευταίο φυτό, που συνεχίζει να πασχίζει για τη ζωή του, πάνω στο γραφείο μου.

Τριγύρω μου η ίδια καθημερονότητα ποτίζει τη ζωή στο μικρόκοσμό μας. Οι ίδιες ανούσιες συζητήσεις από τους συναδέλφους. Ιδια και η τεμπελιά μου. Υπάρχουν στιγμές που μου 'ρχεται να ουρλιάξω. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν και άλλοι εδώ, που έχουν την ίδια ανάγκη μ΄εμένα. Τους κοιτώ διερευνητικά έναν προς έναν προσπαθώντας να βρω απάντηση στην απορία μου. Η προσπάθεια δεν φέρνει κανένα σίγουρο αποτέλεσμα και σύντομα παραιτούμαι.

Κοιτάζω το ρολόϊ στο taskbar και σκέφτομαι ότι χθες τέτοια ώρα, έκανα μπάνιο κάπου στο Ιόνιο. Η αναπόληση αυτή, νιώθω ότι δεν μου κάνει καλό και για να της ξεφύγω, πατάω για λήψη των email. Ενα μεγάλο πλήθος μηνυμάτων τρέχει μανιασμένα μέσα στο παράθυρο. Τα περισσότερα, αν όχι όλα, είναι για πέταμα. Ηθελα να' ξερα, τους είπε κανείς, πως έχω μικρό πουλί; Σιχτιρίζω αορίστως τους αποστολείς και συνεχίζω να κοιτάω με βλέμμα, που κατά διαστήματα θολώνει, τη λίστα των μηνυμάτων μου.

Ενας γδούπος στο τζάμι του παραθύρου, με κάνει να σηκώσω τα μάτια. Ισα ίσα που πρόλαβα να δω ένα σπουργίτη να πέφτει με δύναμη πάνω στο τζάμι. Δεν το είδα ξανά, σημάδι ότι τώρα θα είναι νεκρό, πάνω στο πεζοδρόμιο. Αποφαίνομαι ότι ήταν στα σίγουρα αυτοκτονία. Η απέναντι συνάδελφος ξαφνιάζεται και διακόπτει για λίγο το τηλεφώνημά της. Με ρωτά, τι ήταν ο θόρυβος αυτός. Της εξηγώ και αφού μονολογεί κάτι αόριστα συμπονετικό για την κακοτυχία του πτηνού, συνεχίζει την αέναη τηλεφωνική της συνομιλία.

Παρόλο που θέλω ν΄ανάψω τσιγάρο, αποφασίζω να μη το κάνω. Τώρα το ρολόι μου δείχνει ότι μπορώ να φύγω, αφού από ώρα έχω συμπληρώσει τις απαιτούμενες ώρες στο γραφείο. Σκέφτομαι, τι ωραία που θα είναι έξω, όταν χωθώ μέσα στη ζέστη του απομεσήμερου. Οταν θα πάρω το λεωφορείο για το σπίτι. Οταν θα δω τον Αρη να με περιμένει στον κίτρινο καναπέ. Χαμογελώ με την σκέψη αυτή. Μαζεύω γρήγορα τα πράγματα, ρίχνω μια ματιά στο ξεδιψασμένο φυτό μου και αποχαιρετώ τη μέρα.

19 Ιουνίου 2006

kalinixta kai se sena

Caro Diario

Το Σαββατοκύριακο πέρασε γρήγορα. Η γειτονιά αλάλαζε σε κάθε γκολ που έμπαινε ή χάνονταν στη μακρυνή και καταπράσινη Γερμανία. Και για το γκολ αυτό καθ΄αυτό, ποιός χέστηκε. Για το παιγμένο στοίχημα γινόταν ο ντόρος. Ετσι τουλάχιστο υπέθεσα. Εκλεισα λίγο τα παράθυρα και αφοσιώθηκα στο "Μπρούνο Ζάουλι", που κατ΄εμέ είναι το πιο συναρπαστικό γεγονός του στίβου. Αφησα τους κοιλιακούς του Κριστιάν Ρονάλντο για εκείνους του Περικλή Ιακωβάκη. Πάντα μ΄αρεσε ο κλασσικός αθλητισμός. Πολλά πράγματα μ' αρεσαν πριν ακόμα τα κατανοήσω. Τέλος πάντων. Πάντως ακόμα θυμάμαι ότι στην εκκίνηση έβλεπα την απόσταση μπρος μου και ήθελα όσο τίποτα άλλο να τρέξω προς τον τερματισμό.

Το βράδυ του Σαββάτου ξημερώθηκα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου, ανταλλάσοντας μηνύματα με ξενύχτηδες από την άλλη άκρη της πόλης. Λέξεις που τις έχεις σιχαθεί να τις βλέπεις αναβοσβήνουν σταθερά πάνω στην οθόνη σου. "Apo,? - stats?- miso - Τi psaxneis? - Τi saresei? - ela - xoro exeis?" Συνήθως τις αγνοώ στέλνοντας ένα "buzy". Μερικές φορές απαντώ συμμετέχοντας σε ανούσιες συζητήσεις, που το πολυ πολύ να καταλήξουν σε ανταλλαγή τηλεφωνικών αριθμών. Την επόμενη κι όλας έχουν σβηστεί χωρίς τύψεις μάλιστα, από τη sim του κινητού και ο κάτοχος τους από την μνήμη μου.

Υπάρχουν όμως φορές που διαπιστώνεις ότι μπορείς να πεις δυο λόγια παραπάνω. Και τα λες. Κοιτάς το ρολόι και ξαφνικά βλέπεις ότι κοντεύει να ξημερώσει. Ψάχνεις σε συρτάρια γιατί κάπου θυμάσαι πως είχες καβατζώσει ένα τσιγάρο για ώρα ανάγκης. Το τελευταίο πριν πεις "kalinixta". Κλείνοντας μπορεί να σου περάσει απ' το μυαλό, ότι ίσως και να θέλεις να γνωρίσεις αυτόν που βρίσκεται πίσω από την άλλη οθόνη και τώρα γράφει με τη σειρά του "kalinixta kai se sena".

Εκλεισα τον υπολογιστή την ώρα που σκεφτόμουν το πως γνώρισα τον Αρη, μέσα από μια οθόνη, χρόνια πίσω. Τότε που υπήρχε το pirch 32 και το icq ήταν ακόμα beta. Το πρώτο φως της Κυριακής είχε φτάσει μέχρι το παραθυρό μου. Tράβηξα τις κουρτίνες και αποκοιμήθηκα βλέποντας παράξενα όνειρα για θεούς και εραστές.

13 Ιουνίου 2006

Η σύναξις των νεφών

Caro Diario

Κοιτάζω βαριεστημένα έξω από το παράθυρο του γραφείου. Μια ώρα πριν τη συμπλήρωση του τυπικού οκταώρου. Τα βλέφαρα βαριά, όπως και ο ουρανός που όσο περνά η ώρα σκοτεινιάζει πιότερο. Στο βάθος μια αστραπή σχίζει στα δύο τον σκοτεινό ορίζοντα. Ανάβω τσιγάρο. Το τελευταίο από τα λιγοστά, που φέρνω πια μαζί μου. Σκέφτομαι ότι στατιστικά θα ζήσω έντεκα λεπτά λιγότερο. Μετά από δαύτη τη σκέψη, θυμάμαι ότι σήμερα είναι Τρίτη και 13.

Το τριήμερο πέρασε χωρίς να πάω πουθενά. Πηγαινοερχόμουνα απλά στον Αρη. Λόγω καιρού αναβάλλαμε να πάμε για κάμπινγκ στο Μαραθώνα. Τις νύχτες έκλεινα και το παράθυρο γιατί έκανε κρύο. Το κάμπινγκ μας μάρανε. Χτες μετά από παρακάλια και γαλιφιές του Αρη, πείστηκα να κατεβούμε κέντρο για φαγητό. Εψαξα στην ντουλάπα για μακρυμάνικο φούτερ και τελικά φόρεσα ένα δικό του, που μου φάνηκε πιο ζεστό.

Στη μία κάναμε βόλτες στο Μοναστηράκι, μαζί με εκατοντάδες ξανθούς και καθ΄όλα καλοκαιρινούς τουρίστες. Κάτι στον αέρα θύμιζε τον Αύγουστο του 2004. Τελικά μάθαμε ότι ένα κρουαζιερόπλοιο είχε πιάσει Πειραιά. "Καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουλδούδικα" έκανα μιμούμενος τη φωνή της Καλουτά, και ο Αρης έσκασε στα γέλια, καθώς πλησιάζαμε στην πλατεία.

Φάγαμε στου Μπαϊρακτάρη μαζί με δεκάδες άλλους, ακούγοντας κάτι μπουζούκια να πετάνε τουριστικο-λαϊκές νότες στα αφτιά των πεινασμένων. Στους τοίχους η τσίκνα να τρέχει σαν αδιόρατο δάκρυ από τις καδραρισμένες πόζες του διάσημου ιδιοκτήτη με της κάθε λογής διασημότητες. Προς στιγμή μου 'ρθε να φωνάξω "Θαύμα, θαύμα", αλλά αντί γι' αυτό μου ήρθε λόξιγκας. Τον έπνιξα σε μια μεγάλη γουλιά παγωμένης μπύρας.

Βγήκαμε στο υγρό απόγευμα. Μου' ρθε να πάρω αγγαλιά τον Αρη και να περπατήσουμε χέρι χέρι ανάμεσα στους τουρίστες της Πανδρόσου. Ανηφορίζαμε προς το Σύνταγμα, ενώ τα σύννεφα μαζεύονταν πάνω από τα κεφάλια μας. Κάναμε μια τουριστική στάση στην Μητρόπολη, κολλημένοι πίσω από ένα τσούρμο αλλοδαπών. Δεν είχε μπεί μέσα ποτέ πριν ο Αρης. Του φάνηκε μικρότερη σε σχέση με ότι φανταζόνταν βλέποντας το ναό από την τηλεόραση. Ανάψαμε από ένα κερί και βγήκαμε από την πλαϊνη πόρτα, στη μεριά του παρακλησσιού. Οι πρώτες ψιχάλες στιγμάτιζαν πια τα μάρμαρα της πλατείας.

Χωθήκαμε γρήγορα σε ένα μικρό καφέ στη Νίκης. Εκεί θα συναντούσαμε την αφιχθήσα εξ Αμερικής Μπία. Η τηλεόραση στη διαπασών να διαλλαλεί κάποια ποδοσφαιρική μάχη και έξω η βροχή να ξεπλένει τους βρώμικους δρόμους. Γρήγορα το καυσαέριο της πόλης, υγροποιημένο έτρεχε σταχτί στις άκρες των δρόμων. Είχαμε πιει ήδη τους καφέδες με τα πλούσια κολομβιανά αρώματα, όταν εισέβαλε στο άνοιγμα του μαγαζιού η αγαπημένη μας φίλη, με αδιάβροχα, ομπρέλα και όλα τα εφόδια ενάντια στην καλοκαιρινή μπόρα.

Οι διηγήσεις της δεν είχαν τέλος και η βροχή πίσω της δυνάμωνε. Πήρα και δεύτερο καφέ. Από την Καραϊβική αυτή τη φορά. Η Μπία διαχυτική όπως πάντα. Μιλούσε, γελούσε και συνέχιζε απτόητη να εξιστορεί τις περιπέτειες της στον Αμερικανικό νότο. Κάθε τόσο έριχνε μια ματιά πίσω της για να διαπιστώσει, με μια δόση ανακούφισης ότι "ακόμα βρέχει παίδες" και συνέχιζε να μας φτιάχνει το κέφι. Ακόμα και όταν έμπαιναν τα γκολ στη Γερνανία, η δική μας αντάρα ήταν μεγαλύτερη.

Αποχαιρετηστήκαμε στα πεταχτά, Μητροπόλεως και Νίκης γωνία, την ώρα που οι τελευταίες στάλλες της βροχής ενώνονταν με τη βρωμιά της πόλης. Τα φώτα είχαν πια ανάψει όταν κατεβαίναμε τις σκάλες για το Μετρό. Στις αποβάθρες ήταν σχεδόν έρημα. Ηταν σχεδόν Κυριακή. Από τα ηχεία χυνόταν γλυκόπικρα η μουσική της Ρεμπούτσικα από το "Αθήνα - Θεσσαλονίκη". Κοίταξα στα μάτια στον Αρη, ενώ ένα δάκτυλό μου, κρεμάστηκε στο μπράτσο της καρέκλας για να αγγίξει για λίγο το τζίν του.
- Τί; Εκανε εκείνος
- Τίποτα, είπα και άνοιξα περισσότερο τα μάτια μου για να γεμίσουν με την εικόνα του.

1 Ιουνίου 2006

Tης Αναλήψεως

Caro Diario

Της Αναλήψεως σήμερα. Αφήνουμε οριστικά την πασχαλινή περίοδο, που συμπίμπτει με την πρώτη μέρα του Ιούνη. Τέρμα τα "Χριστός Ανέστη" και τα "Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου". Επιστροφή στις "καλημέρες". Από σήμερα μπορούν να αρχίσουν και τα θαλάσσια μπάνια, για όσους παραμένουν πιστοί στις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις. Το είχα παντελώς ξεχάσει, αλλά μου το θύμισε ένας φίλος καθώς μιλούσαμε σε κάποιο παράθυρο του msn. Αχνά, θυμήθηκα και τη γιαγιά μου, που αρνιόταν πεισματικά να με πάει στη θάλασσα, πριν να περάσει η μέρα της Αναλήψεως. Εγώ βέβαια έπεφτα κάτω, χτυπιόμουν, φώναζα, ώσπου με πήγαινε. Και τώρα βλέπω τα δάκτυλά μου καθώς χτυπούν τα πλήκτρα, πως έχουν μαυρίσει από τον ήλιο. Χθες το βράδυ καθώς έπεσα να κοιμηθώ, αγγάλιασα τους ώμους μου. Εκαιγαν από τον συσωρευμένο ήλιο του απογεύματος. Μια υγρή ζεστασιά με άρωμα ενυδατικής κρέμας ανάκατη με την εναπομείνουσα αλμύρα.

Σήμερα στη δουλειά επικρατεί μια παράξενη ησυχία. Πιάνω να μετρώ πόσα μπάνια έχω κάνει. Δεν μπορώ να καταλήξω κάπου με σιγουριά. Μπερδεύονται οι μέρες, τα κύμματα, τα πρόσωπα. Τα παίρνει ο αέρας και εγώ παραδίνομαι, μην αντέχοντας άλλες σκέψεις. Αφήνω το βλέμμα να πλανηθεί για λίγο έξω από το παράθυρο του γραφείου. Καταλαβαίνω πώς η επιθυμία να βρεθώ και σήμερα στη θάλασσα, χωρίς ρούχα, χωρίς σκέψεις είναι μέσα μου ζωντανή και προσπαθεί να κρατηθεί στην ταραγμένη επιφάνεια του μυαλού μου.

Ή Δευτέρα, ή Τρίτη ήταν, όταν φτάνοντας στη θάλασσα υπήρχαν μόνο τρεις νεαροί ανεβασμένοι πάνω στο ψηλότερο βράχο της ακτής. Επρεπε να περάσω ανάμεσά τους για να φτάσω στο σημείο που συνήθως καθόμαστε με τον Αρη. Τελικά έμεινα εκεί όπου είχα κατέβει. Είδα την αγριεμένη θάλασσα να προσπαθεί να με τραβήξει μέσα της. Της έκλεισα το μάτι, και δέχτηκα να αναμετρηθώ αργότερα με τα κύμματά της. Εβγαλα τα ρούχα μου, έστρωσα την πετσέτα, έφτιαξα καφέ και άναψα τσιγάρο. Πρόσεξα καλύτερα τους νεαρούς μπροστά από τον ήλιο. Δεν ήταν πολύ μικροτέροι μου τελικά. Φορούσαν τις βερμούδες τους με λυμένα τα κορδόνια. Κατεβασμένες χαμηλά μέχρι τις ατίθασες τρίχες του ίσιου τους υπογάστριου. Σηκωμένα τα πατζάκια μέχρι ψηλά στον καβάλο. Σκέλια ανοικτά να προσκαλούν τον ήλιο να χωθεί ανάμεσα τους. Χέρια απλωμένα προς τα πίσω για να στηρίζουν τους δυνατούς κορμούς. Μιλούσαν αντικρυστά, ξερνώντας τους γαλαζωπούς καπνούς των τσιγάρων τους.

Μέσα στην ερημιά του απομεσήμερου και την αγριάδα του τοπίου, εκείνοι οι τρεις νεαροί φάνταζαν μαγικοί και απόκοσμοι. Πλάσματα ενός άλλου πλανήτη, που ξαφνικά είχα πέσει μπροστά τους. Φοβήθηκα μην τους τρομάξω και χαθούν με μιας από τα μάτια μου. Δεν χάθηκαν. Προσπάθησα να θυμηθώ αν τους είχα ξαναδεί εκεί. Τι σήμασία είχε; Ο ήλιος αρχιζε να με καίει. Είχα κίολας ιδρώσει. Σηκώθηκα να πέσω στην άγρια θάλασσα. Επρεπε να κρατήσω την υπόσχεση που της είχα δώσει.

Κάποιος ερχόταν από τα δεξιά προς το μέρος μας, πηδώντας γυμνός από βράχο σε βράχο. Συνέχισα να κατηφορίζω προς την άκρη του δικού μου, που για πρώτη φορά μου έμοιαζε με βατήρα. Θα πηδούσα από εκεί. Ηξερα τον βυθό, στο σημείο αυτό. Είχα σχεδόν φτάσει στην άκρη. Τα κύμματα θεόρατα σκάγανε με δύναμη κάτω από τα πόδια μου, όπως τα βλέμματα των τριών έπεφταν απάνω μου. Γύρισα δεξιά και τους κοίταξα και εγώ. Για μια στιγμή. Την επόμενη είχα πηδήξει.

Το νερό θελκτικό από τη ζέστη μιας ολόκληρης μέρας. Με δυσκολία κολύμπησα προς τα μέσα για να απομακρυνθώ από τα βράχια. Τα βουνά απέναντί μου μια μεγάλωναν και μια μικραίναν ανάλογα με το ύψος των κυμμάτων. Κοίταξα το γαλανόλευκο Ευβοϊκό που ερχόταν κατά πάνω μου. Επρεπε να σκεφτώ έναν τρόπο να βγώ σώος. Υπολόγισα την ταχύτητα και τη συχνότητα των κυμμάτων. Πλησίαζα προς τα βράχια. Επρεπε να πιαστώ την στιγμή, της υποχώρησης των νερών. Ηξερα ένα "σκαλοπάτι" που κρυβόταν μπροστά μου, σχηματισμένο από την αλμύρα. Τεντώθηκα έξω από το νερό για να πιαστώ από την άγρια πέτρα. Χρυσές στάλλες νερού γεμάτες από ήλιο, κύλησαν από το χέρι μου και ενώθηκαν με τη θάλασσα τη στιγμή που το πόδι μου πατούσε στο "σκαλοπάτι". Τράβηξα το κορμί μου, που ανέβηκε με τη βοήθεια του επόμενου κύμματος. Την είχα κερδίσει τη θάλασσα. Οπως και τα βλέμματά τους.

Εκείνος που ερχόνταν από πέρα είχε φτάσει μέχρι σ' εμάς. Πέρασε ανάμεσά τους. Αγγιξε τον έναν στα μαλλιά. Είπε κάτι και εκείνοι χαμογέλασαν. Ο ένας από τους νεαρούς, κοίταζε μια ψηλά στα μάτια τον επισκέπτη μας και μια χαμήλωνε τα μάτια του στον ανεμίζοντα ανδρισμό του. Γρήγορα τους άφησε και κίνησε προς το μέρος μου. Με ρώτησε αν κολύμπησα. Απάντησα μονολεκτικά. "Ετσι είναι τα νιάτα", είπε και προχώρησε. "Θα ξανάρθω" είπε και χάθηκε πίσω από τις πέτρες, στ΄αριστερά μου.

Οι τρεις, ξαναμένοι από τον ήλιο, αλλά μην ρισκάροντας μια βουτιά, κατέβηκαν από τον βράχο τους σαν αρπακτικά από το κλαρί τους. Βρέθηκαν μια ανάσα δίπλα μου. Ο αέρας γέμισε με μιας άρωμα αντιηλικού και ιδρώτα. Τράβηξαν ακόμα πιο χαμηλά τα μαγιώ τους και ξάπλωσαν με τα χέρια ανοικτά σαν ναυαγοί πάνω στη ζεστή πέτρα. Αμίλητοι, μπροστά μου. Τα κύμματα τούς έβρεχαν καθώς έσπαγαν πάνω στα βράχια. Εβλεπα τα ρυάκια τ' αλμυρού νερού να τρέχουν από τους λόφους των κορμιών τους. Να κυλάνε στις πεδιάδες της κοιλιάς για να χαθούν τελικά στο σκουρόχρωμο δάσος που ξεπρόβαλλε μέσα από το μαγιώ τους. Τους κοιτούσα χωρίς πόθο. Χωρίς περιέργεια για το αν είναι gay, g0y, bi, straight... Μονάχα θαυμασμό για την ομορφιά και τα δροσερά τους νιάτα.

Παρόλο που περνούσε η ώρα, ο αέρας δεν έλεγε να κοπάσει. Τα κύμματα δυνάμωσαν κι΄αλλο. Κλαδιά και ένα άδειο ντεπόζιτο ταξίδευαν μέσα στη θάλασσα. Ο ήλιος χαμήλωσε κι άλλο και σκούρυναν τα βράχια. Μάζεψα τα πράγματα, φόρεσα το μαγιώ μου και χωρίς να κοιτάξω πίσω, παρέδωσα του νεαρούς στη νύχτα, βέβαιος για την αναλήψή τους...

25 Μαΐου 2006

Τα παλιά καλοκαίρια

Caro Diario

Μια ώρα πριν φύγω για το σπίτι. Κολλημένοι οι δείκτες στο ρολόι μου. Κλείνω μία ή δύο εβδομάδες - δεν θυμάμαι- που μετακόμισα στην καινούρια μου θέση. Από εδώ δεν βλέπω πια το μεγάλο ρολόι πάνω από την πόρτα. Ούτε και την περίεργη συνάδελφο. Νέα πρόσωπα τριγύρω μου. Το γραφείο μου βρίσκεται δίπλα στο μεγάλο παράθυρο με τις γαλαζωπές περσίδες. Απεναντί μου έχω μια άλλη συνάδελφο, σκημμένη πάντα πάνω από την οθόνη του υπολογιστή της. Ευτυχώς δεν μου απευθύνει συχνά το λόγο. Δεν προλαβαίνει, αφού μιλά συνεχώς στο τηλέφωνο. Πιο πίσω μια τηλεόραση αναμεταδίδει συνεχώς αδιάφορες εικόνες.

Εξω από το παράθυρο, το καλοκαίρι ενέσκυψε φουριόζο, κάνοντας τις πικροδάφνες να ανοίξουν τα πρώτα τους λουλούδια. Μικρά ροζ, κίτρινα ή λευκά σημάδια τρέχουν αντίθετα στους δρόμους της πόλης. Σήμερα τα πρόσεξα. Θέριαψαν και οι μουριές στα πεζοδρόμια, ενώ τα αγριόχορτα πιάσαν να κιτρινίζουν. Βγήκαν γρήγορα και τα καλοκαιρινά μας από τις σκοτεινές ντουλάπες, μυρίζοντας λεβάντα και κάμφορα. Τα παπλώματα χώθηκαν όπως όπως σε σακούλες και σκαρφάλωσαν στο πατάρι και τα χαλιά σηκώθηκαν και αυτά σε μια νύχτα. Το ψυγείο γέμισε αναψυκτικά και μπουκάλια με νερό. Στο ντουλάπι οι καφέδες φίλτρου αντικαταστάθηκαν από κουτιά φραπέδων με άρωματα φουντουκιού και βανίλιας. Οι ανεμιστήρες ξεσκονίστηκαν πανέτοιμοι να πολεμήσουν τους καύσωνες. Το καλοκαίρι είναι κι όλας εδώ.

Θυμάμαι τα παλιά καλοκαίρια με τη μάνα μου καθισμένη στον ίσκιο της μικρής βεράντας να καθαρίζει τα αιώνια φασολάκια, τις μελιτζάνες και τις μπάμιες. Τις μυρωδιές από τσιγαρισμένο κρεμμύδι και σάλτσες με βασιλικό και δύοσμο. Στα μπαλκόνια οι αγαπημένες της ορτανσίες με τα εντυπωσιακά τους ροζ λουλούδια. Τις γαρδένιες να σκορπούν το λεπτό τους άρωμα, κάθε φορά που περνούσαμε από δίπλα τους. Και η λεύκα, κάτω στο δρόμο, ψηλή όσο το σπίτι μας, να γίνεται ένας ίσκιος για τα ζεστά απομεσήμερα της εφηβείας μου. Το σκοτεινό μπάνιο, με τα παλιομοδίτικα πλακάκια στους τοίχους, για τα δροσερά ντους μετά τη θάλασσα. Την άμμο που γέμιζε το λευκό της μπανιέρας. Τη μεσημεριανή ησυχία του σπιτιού. Και μόλις ερχόταν το απόγευμα, θυμάμαι τη φασαρία της κουζίνας για τους φραπέδες και τις βυσσινάδες. Τα πήγαιν' έλα των φίλων που επέμεναν να με τραβολογούν σε βόλτες για γκόμενες και φλιπεράκια. Και από μέσα η φωνή της μάνας μου να ρωτά αν θα αργήσω να γυρίσω το βράδυ. Τον αέρα που τρύπωνε κάτω από τα πουκάμισα μας καθώς τρέχαμε πάνω στα φασαριόζικα μηχανάκια. Τις μπύρες και τα ποτά κάτω από ξεθωριασμένες ομπρέλες. Τα ενοχικά βλέμματα στα αγόρια με τα στενά τζιν. Και θυμάμαι ακόμα, τα ζεστά σκοτάδια του σπιτιού κάθε που γύριζα. Την επιθυμία, που τρύπωνε κάτω από τα άσπρα σεντόνια. Τα όνειρα που έκανα, περιμένοντας τον ύπνο να βαρύνει τα βλέφαρα. Εκεί στο σκοτάδι, με το φιδάκι μια κόκκινη τελεία στο πάτωμα να διώχνει τα κουνούπια και τους εβηφικούς εφιάλτες μου...

24 Μαΐου 2006

Οι ρίγες στο ταβάνι

Caro Diario

Κοιμόμουν γυμνός στο κρεβάτι μας, που όμως δεν βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα , αλλά σε ένα σκοτεινό διάδρομο στη δουλειά. Πόδια ανοικτά, χέρια σε διάσταση. Παρότι παραδωμένος στο θεό του ύπνου, έβλεπα συναδέλφους να περνούν μπροστά από τ' απλωμένα πόδια μου. Για μια στιγμή ντράπηκα για τη γύμνια μου. Το πρόσωπο μου χωμένο μέσα στα μαξιλάρια. Μουσκεμένος σε έναν πυχτό ιδρώτα που λίμναζε ολόγυρα.

Δίπλα μου κοιμόταν μια άγνωστη γυναίκα. Την κοίταζα. Δυο μαύρα μάτια διαπέρασαν το σώμα μου. Με κοιτούσαν χωρίς να με βλέπουν. Την πρόσεξα καλύτερα. Μαλλιά μαύρα, μακρυά ως τα γόνατα. Ενα δέρμα λευκό σαν ξωτικού που μύριζε καρύδα ή έτσι μου φάνηκε. Χείλια λεπτά. Δύο ροζ, κυρτές γραμμές, που αγγάλιαζαν η μια την άλλη. Πρόσεξα τα μάτια της. Μαύρα και μεγάλα, σαν των καρτούν. Ξαφνικά άπλωσε το χέρι της να με αγγίξει. Αποτραβήκτηκα πίσω, ενώ το λευκό χέρι πλησίαζε απειλητικά. "Ελα" είπε, χωρίς να σαλέψουν οι ροζ γραμμές των χειλιών της. Υπάκουσα. Κρατώντας την αναπνοή μου, περίμενα το άγγιγμά της. Στην αρχή ήταν μια λάμψη. Τα δάκτυλά της πάνω στο στήθος μου. Και τότε, με μια απότομη κίνηση χώθηκαν στις σάρκες μου. Φωτιά ξεπήδουσε από μέσα μου. Φώναζα αλλά δεν έβγαινε καμιά φωνή. Εψαχνα τον Αρη αλλά δεν ήταν εκεί. Λύγισα και έπεσα προς τα πίσω. Ξέπνοος και νεκρός.

Ανοιξα τα μάτια για να δω την κόλαση. Αντί γι' αυτή είδα τις ρίγες από το απογευματινό φως να χαρακώνουν το ταβάνι. Ανασηκώθηκα στους αγκώνες. Το βλέμμα μου έγειρε πρώτα στον τοίχο με το γυμνό σκίτσο πάνω από το κρεβάτι. Χαμήλωσε περισσότερο. Είδα τον Αρη να κοιμάται. Μια ανάσα-λίβας βγήκε από μέσα μου. Αφέθηκα και έπεσα πίσω για να κοιτάζω ξανά τις ρίγες στο ταβάνι. Ο ιδρώτας, που μπορεί να ήταν και δάκρυ κύλησε μέσα στα μάτια μου. Γύρισα στο πλάι ν' αγγαλιάσω τα πόδια του Αρη. Τα τράβηξα στο στήθος μου και ένοιωσα τη ζέστη τους πάνω από την καρδιά μου. Αποκοιμήθηκα με τα μάτια ανοικτά.

15 Μαΐου 2006

Στη θάλασσα

Caro Diario

Ο ζεστός ήλιος της χθεσινής Κυριακής με έπεισε ότι είχε έρθει η ώρα για παραλία. Και επισήμως. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο μαζί με όλα τα "μπανιερά" μας. Ομπρέλα, νερά, αντηλιακά, πετσέτες... Βγήκαμε στη Μαραθώνος. Τα νεαρά πλατάνια στις άκρες της λεωφόρου, είχαν βρει την μεταολυμπιακή τους χρήση. Πράσινα πια, σημάδι και αυτό, ότι η άνοιξη - τουλάχιστο αυτή- είναι εδώ. Οπως και τα πολλά αυτοκίνητα που έτρεχαν στο πλάι μας. Πότε δεξιά, πότε αριστερά. Όλοι για να βρουν τη θάλασσα. Ο Αρης δίπλα μου κάθε τόσο έλεγε και ένα "Πρόσεχε το μπροστινό", "Ανάβει κόκκινο" και άλλα τινά. Δεν με θεωρεί καλό οδηγό. Χαλάρωσα στη θέση του οδηγού. Εβαλα την κασέτα με τα αγαπημένα μου γιουροτράγουδα και αποφάσισα ότι δε με ένοιαζε η κίνηση. Ηθελα να βγάλω και το χέρι έξω, αλλά τα παράθυρα στο σαραβαλάκι μας, είναι... φιξ. Αρχιζε να κάνει ζέστη. Ο πρώτος κόμπος ιδρώτα έτρεχε ήδη στο μέτωπό μου και ήταν μόλις 11. Ούτε αυτό με ένοιαζε. Μετά τη Νέα Μάκρη η κίνηση μειώθηκε. Μετά την στροφή για το κωπηλατοδρόμιο ο δρόμος άδειασε. Πάντα τα βλέμματά μας στέκονται λυπημένα στην
εγκαταλειμένη ολυμπιακή εγκατάσταση, κάθε φορά που πρέπει να περάσουμε από τη μεγάλη και έρημη λεωφόρο της. Εκεί που περάσαμε δύο καλοκαίρια. Φάνηκε η θάλασσα και ευτυχώς το βλέμμα μας βούλιαξε μέσα της.

Αφήνοντας το δάσος του Σχινιά, έστριψα αριστερά για τον οικισμό. Δεν έβλεπα την ώρα να φτάσουμε. Ολα ήταν ίδια όπως πέρσυ. Εκτός από τα πολλά νέα σπίτια, που είχαν σκαρφαλώσει μέσα σε ένα χειμώνα σαν παράσιτα στις σάρκες του βουνού. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στην άκρη
του δρόμου. Από κάτω ο ευβοικός καθάριος και διάφανος μας καλοσώριζε. Δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα. Σημάδι ότι κάτω υπήρχε λιγοστός κόσμος. Με όλα τα απαραίτητα ανά χείρας, αρχίσαμε την κατάβαση στα βράχια. Σε λίγο βρισκόμασταν στην άκρη της θάλασσας, πάνω σε ένα μεγάλο και ζεστό από τον ήλιο βράχο. Παραδίπλα ένα ζευγάρι ετεροφυλόφιλων λιάζονταν στον ήλιο. Βγάλαμε όλα μας τα ρούχα και κάναμε και εμείς το ίδιο. Ο ήλιος έκαιγε αρκετά. Ενα αεράκι
όμως έφερνε τη δροσιά της θάλασσας πάνω μας. Οταν ο ήλιος με ζέστανε αρκετά, αποφάσισα να δοκιμάσω τη θερμοκρασία του νερού. Ηταν κρύο. Περισσότερο από ότι νόμιζα για την εποχή. Αφού
βράχηκα λίγο, βούτηξα με τη μία, αφού η διαμόρφωση δεν επιτρέπει άλλο τρόπο να πέσει κανείς στη θάλασσα. Ενοιωσα χιλιάδες καρφιά να με τρυπάνε. Γρήγορα όμως το κρύο νερό έγινε υποφερτό. Μέχρι την τρίτη βουτιά, ήταν πραγματικά απολαυστικό!

Εβλεπα τον Αρη, όση ώρα κολυμπούσα. Ξαπλωμένος, να στηρίζει με το ένα χέρι το κεφάλι του για να διαβάζει εφημερίδα, να πίνει λίγο από τον καφέ, να ανάβει τσιγάρο, να με ψάχνει με το βλέμμα του. Ο ήλιος μέσα στα μαλλιά του, που μέχρι τον Αύγουστο θα έχουν γίνει πιο ξανθά. Ο αέρας να τρέχει πάνω στις πλαγιές του κορμιού του. Ξαφνικά έννοιωσα την ανάγκη να το αγγίξω και εγώ. Βούτηξα με μια ανάσα για την άκρη του βράχου. Ο βυθός έτρεχε πρασινωπός κάτω από το σώμα μου. Εβλεπα τη σκιά μου πάνω στα βότσαλα να προχωρά γρήγορα. Κάτι μικρά ψάρια έφυγαν αλαφιασμένα μακρυά μου. Το χόρτα χόρευαν μέσα στο νερό, που απλώνονταν για να πιάσουν το φως του ήλιου. Δεν είχα άλλη ανάσα. Βγήκα σαν ψάρι με το στόμα ανοικτό από το νερό, άδειος
από αέρα. Και εκεί πάνω από τα μάτια μου το πρόσωπο του Αρη. Βγήκα από το νερό και ξάπλωσα κοιτώντας τον ήλιο. Ημουν ευτυχισμένος.

4 Μαΐου 2006

Οπως κάθε μέρα

Caro diario

Ξύπνησα μέσα σε ιδρωμένα σεντόνια. Η ανάμερη τηλεόραση μετακινούσε τις σκιές στον τοίχο. Εδειχνε μόδα, ή έτσι νομίζω. Ο δείκτης του ρολογιού στο πέντε. Είχα μια ώρα ύπνου ακόμα. Γύρισα πλευρό να κοιτάξω έξω από το παράθυρο. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Εκλεισα την τηλεόραση και τα μάτια μου. Και τότε το είδα από την αρχή. Εδινα στον Αρη, ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια. Τα μάτια άνοιξαν απότομα. Θυμήθηκα τα λόγια της γιαγιάς μου. "Να λες, Καλό κι ευλογημένο". Δεν το είπα. Μου αρκούσε η σκέψη. Αποκοιμήθηκα.

Αυτή τη φορά το ρολόι χτυπούσε παραπάνω από όσο μπορούσαν να αντέξουν τα αφτιά μου. Το ΄κλεισα. Θα προτιμούσα ωστόσο να το σπάσω. Ημουν ακόμη ιδρωμένος. Αφησα με κόπο το κρεβάτι για να χωθώ κάτω από το ντους. Το ζεστό νερό κυλούσε γρήγορα από πάνω μου. Πιο γρήγορα στιφογύριζε για να χαθεί τελικά στο σκοτάδι της βαλβίδας. Χωρίς δυσκολία, έπεισα τον ευατό μου, ότι δεν χρειάζεται ξύρισμα. Αφήνωντας τα υγρά μου ίχνη στο διάδρομο, έπιασα να ντύνομαι στα γρήγορα. Εξω από το παράθυρο είχε φτάσει το πρώτο φως. Καφέ δεν προλάβαινα να πιω. Βγήκα στον πρωινό αέρα. Κρύωνα. Περπάτησα γρήγορα μέχρι την στάση. Εκεί, τα ίδια πρόσωπα όπως κάθε πρωί. Με κόπο είπα δυο καλημέρες. Ανέβασα το φερμουάρ του καλοκαιρινού μου μπουφάν μέχρι απάνω, έχωσα τα χέρια στις τσέπες. Ο αέρας τώρα, μια ιδέα δυνατότερος.

Το λεωφορείο ήρθε. Στην ώρα του όπως πάντα. Κάθησα στα τελευταία καθίσματα. Οπως πάντα. Οι άλλοι δύο στα εμπρός. Οπως κάθε μέρα. Αναλογίστηκα το υπόλοιπο της μέρας, που ερχόταν. "Οπως πάντα" σκέφτηκα μεγαλόφωνα, κάνοντας τον διπλανό μου να γυρίσει απορημένος προς το μέρος μου. Γνωστός και αυτός. Το πιθανότερο Αλβανός. Τηλεφώνησα στον Αρη, να τον ξυπνήσω. Χτύπαγε αρκετή ώρα. "Κοιμάται βαριά, έχει τελειώσει η μπατάρια, το έχει ξεχάσει στο μπάνιο...", διάφορες αιτίες, εμβόλισαν το μυαλό μου. Τελικά απάντησε. Είχε ήδη ξυπνήσει. Τα πρώτα λόγια για σήμερα. "Θα σε πάρω εγώ.., Να προσέχεις.., Σ΄αγαπώ..." Μου ήρθε στο στόμα να του πω, για το πεθαμένο φυτό του γραφείου. Δεν το είπα. "...και εγώ σ΄αγαπώ".

Κοίταξα τη μέρα έξω από το σκονισμένο τζάμι του λεωφορείου. Τα δέντρα των πεζοδρομίων έτρεχαν, σταματούσαν, ξεκίναγαν πάλι. Ο Πολωνός μου στην ώρα του και αυτός. Η θέση δίπλα μου πιασμένη. Κάθισε αντίκρυ, πίσω από το πλαϊνό πλαστικό της πόρτας. Η εικόνα μου έκανε αντανάκλαση πάνω στη λερωμένη διαφάνεια του διαχωριστικού. Το πρόσωπό μου πάνω στο δικό του. Οι ώμοι του πλάκωναν τους δικούς μου. Χέρια να αγγίζονται, πόδια μπλεγμένα. Αποτράβηξα τα μάτια από το είδωλό μου. Κοίταξα και πάλι έξω. Πίσω από την κόκκινη βιτρίνα του pet shop, ένα άσπρο κουτάβι έκλαιγε κάτω από το φως μιας λάμπας. Χωρίς ήχο, χωρίς δάκρυα. Οπως κάθε μέρα...

3 Μαΐου 2006

Το φυτό πέθανε χτες

Caro diario

Μετρώ τα σβησμένα αποτσίγαρα στο τασάκι. Σήμερα έλεγα να μην καπνίσω. Πετώ τη σκέψη αυτή μαζί με τ' αποτσιγάρα μου στο καλάθι των αχρήστων. Ενας βήχας τιμωρός ανεβοκατεβαίνει τώρα στο λαιμό. Κάνω μια προσπάθεια να τον πνίξω με μια μεγάλη γουλιά ξεθυμασμένου φραπέ. Το μόνο που καταφέρνω είναι να νοιώσω μια αναγούλα στο στομάχι.

Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά. Και σήμερα κομμάτι δύσκολο. Περιορίζομαι στα απαραίτητα. Το τελευταίο καιρό, δεν μιλώ συχνά στο γραφείο. Η απέναντι συνάδελφος το παρατήρησε χθες. Τίποτα δεν ξεφεύγει της προσοχής της. Η ίδια συνάδελφος, αγόρασε καινούρια γυαλιά, και έτσι οι κυρίες του γραφείου απόκτησαν νέο θέμα συζήτησης. Μια γραμμή λιακάδας χάσκει σήμερα κάτω από το ρολόι. Σκέφτομαι τη συνάδελφο - εκείνη με τα καινούρια γυαλιά-να στέκει στο παράθυρο και εγώ να τη σπρώχνω στο κενό. Χαμογελώ με την "πιπεράτη" σκέψη μου. Ξαφνικά σηκώνει τα μάτια της και με κοιτά πάνω από τα καινούρια της γυαλιά. Διακρίνω καχυποψία αναμεμιγμένη με μια ισχυρή δόση φόβου. Eτσι όπως την κοιτάζω στιγμιαία, αναρωτιέμαι μην έχει κανά "χάρισμα" και διάβασε τη σκέψη μου. Μου 'ρχεται να φωνάξω "Τι κοιτάς μωρή σκρόφα;", αλλά συγκρατούμαι καλού κακού. Ρίχνω τη ματιά μου σε κάτι χαρτιά που υπάρχουν τακτοποιημένα μπροστά μου και αποφασίζω να αποτελειώσω κάτι στον υπολογιστή.

Τα μάτια μου νετάρουν πάνω στην οθόνη. Τα χρώματα θολώνουν. Οι γραμματοσειρές μετατρέπονται σε αιωρούμενα ιερογλυφικά. Πηγαίνω στην τουαλέτα και ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου. Μοιάζω με μπαγιάτικο μύδι. Πιτσιλώ το τζίν, λίγο πιο κάτω από τον καβάλο. Σιχτιρίζω τη στιγμή σπρώχνοντας την πόρτα για να βγω. Αντίσταση. Χαλαρώνω το χέρι μου στο υγρό πόμολο. Η πόρτα ανοίγει. Η συνάδελφος - εκείνη με τα γυαλιά- στέκεται κάτω από το άνοιγμα. "Συγνώμη" ψελίζει και πριν προλάβει να πισωπατήσει της κάνω χώρο να περάσει. Χαμηλώνει τα μάτια της και για μια στιγμή κάνουν στάση στον καβάλο μου. Της ανοίγω περισσότερο την πόρτα και σχεδόν τρέχοντας -με μια ιδέα κόκκινου στο πρόσωπό της-χώνεται στην πρώτη τουαλέτα. Κλείνω με περισσότερη δύναμη από όση χρειάζεται την πόρτα πίσω μου. Την ίδια στιγμή φαντάζομαι τη συνάδελφο να σφίγγει τα μάτια της πίσω από τα νέα γυαλιά. Από φόβο. Ισως και ντροπή...

Η ώρα δεν περνάει. Αποφασίζω να πάω μόνος να πάρω κάτι να φάω και όχι να παραγγείλω. Δεν πεινώ αλλά να σπρώξω λίγο το χρόνο. Γυρίζω στο γραφείο με μια τυρόπιτα. Τρώω βαριεστημένα. Σε λίγη ώρα τα μάτια κλείνουν επικύνδυνα. Αναρωτιέμαι αν είχε υπνωτικό η συνταγή της τυρόπιτας. Ανοίγω το msn. Κάποιοι είναι online. Κανα δυό στέλνουν μια "καλημέρα". Κάποιος ζητά να του δείξω "καμιά hot" φωτογραφία μου. Δεν μπορώ να θυμηθώ, από που κρατά η (ηλεκτρονική) σκούφια του. "Είμαι απασχολημένος" του απαντώ. Εκείνος επιμένει. Δεν πιστεύει ότι είμαι στο γραφείο. Εκνευρίζομαι όταν κάποιος θεωρεί την ανειλικρίνεια ως δεδομένο. Αυτομάτως τον μπλοκάρω και κλείνω το πρόγραμμα.

Χθες η "πεθερά" μου επέστρεψε σπίτι της, μετά από παραμονή δύο ημερών στο σπίτι του Αρη. Πριν φύγει πρόλαβε να με ρωτήσει αν ο γιός της έχει κάποια σχέση με κοπέλα (το τόνισε αυτό), η οποία τον κρατά στην Αθήνα. "Εσύ θα ξέρεις. Είσαι ο καλύτερός του φίλος. Πες μου..." Και συνέχισε πριν βρω κάτι να απαντήσω στο ερώτημά της. "Του βρήκα καλή και μόνιμη δουλειά, αλλά δεν θέλησε να έρθει μαζί μου. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιμένει να ζει εδώ στην Αθήνα. Εσύ ξέρεις;" Εγώ το μόνο που ήξερα εκείνη τη στιγμή, ήταν ότι ο Αρης δεν μου είχε αναφέρει τίποτα, από όλα αυτά. Προς στιγμή τα΄χασα. Η 'πεθερά" μου έμεινε να με κοιτάζει περιμένοντας μια απάντηση. Δεν ξέρω αν ήταν λύπηση αυτό που ένοιωσα εκείνη τη στιγμή. Επρεπε να απαντήσω κάτι. "Υποθέτω ότι ο Αρης έχει χρόνια τώρα τη ζωή του, το σπίτι του, τη δουλειά του, εδώ. Θα του αρέσει ίσως και η ζωή της Αθήνας. Γι΄αυτό μένει." Σκέφτηκα τι μαλακίες της λέω. "Κοπέλα έχει..."; Eπέμενε. Ευτυχώς πριν απαντήσω επέστρεψε ο Αρης και έσωσε την κατάσταση. Αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να έχω κάτι να της απαντήσω. Η μήπως δεν θα χρειαστεί;..

Πήγε τρεις και κάτι. Ωρα να φεύγω, μαζί με τις σκέψεις μου. Το φυτό στο γραφείο τελικά πέθανε χτες...

28 Απριλίου 2006

Η άνοιξη δεν ήρθε

Caro diario

H εργασιακή εβδομάδα φτάνει στο τέλος της. Ετοιμος να ανακράξω "Παρασκευή, Παρασκευή!!" Η άνοιξη μάλλον δεν θα έρθει στην ώρα της. Κοιτώ την φέτα του απέναντι ουρανού μου. Μουντή και σήμερα. Ο καιρός βροχερός, ντυμένος φθινωπορινά. Ετσι όπως κοιτάζω έξω από το παράθυρο, θυμήθηκα το ταξίδι με τον Αρη στην Καστοριά. Ηταν Νοέμβρης του '98. Ξαπλωμένοι στο διπλό κρεβάτι του ξενοδοχείου, κοιτώντας τους νυσταλέους κορμοράνους στα κλαδιά των αντικρυνών δένδρων. Το μυαλό άδειο από σκέψεις. Θυμάμαι όπως τον κρατούσα στην αγγαλιά μου. Το κεφάλι του στο στήθος μου, να ακούει τους χτύπους της καρδιάς. Ο μόνος ήχος. Τα χέρια γύρω από τη μέση του. Η επαφή με το γυμνό σώμα. Στιγμές ενός χρόνου ακινητοποιημένου.

Ψάχνω για τσιγάρο σε ένα άδειο πακέτο. Ζητώ ένα από τη συνάδελφο. Μετανοιώνω που χθες ήθελα να γεμίσω μικρόβια το πληκτολογιό της. Κινήσεις ρουτίνας. Ενα τσιγάρο, μια γουλιά καφέ, ένα βλέμμα στο ρολόι. Μισή ώρα ακόμα πριν βγω για να γυρίσω σπίτι. Μου αρέσει η σκέψη. Τι και αν δεν έχω ομπρέλα. Περιμένω τη στιγμή, που θα βρεθούμε στον κίτρινο καναπέ. Που θα κάνουμε ζάπινγκ στα κανάλια. Που δεν θα έχουμε να πούμε τίποτα, μα θα τα έχουμε όλα την ίδια στιγμή. Τα δύο φλιτζάνια με καφέ να στέκουν μπροστά στο τραπεζάκι. Οι χρωματιστές σκιές από την τηλεόραση να κυνηγιούνται στον τοίχο. Ο ύπνος που πιθανόν να έρθει αργότερα. Τα όνειρα που θα ξεπηδήσουν στο απόγευμα. Θα κιτρινίσουν τους λόφους με άγριες μαργαρίτες. Θα βάψουν κόκκινους τους αγρούς με παπαρούνες. Εκεί ίσως να έρθει και η άνοιξη...

27 Απριλίου 2006

Το φυτό αργοπεθαίνει

Caro Diario

Απαντες παρόντες πια, στη δουλειά. Απαντες περιμένουν το επόμενο τριήμερο για να λακίσουν ξανά στις εξοχές, κυνηγώντας το Μάη. Σκέφτομαι πως μια ημέρα έμεινε ακόμα και κάνω υπομονή. Λίγη ώρα πριν οι δείκτες στο απέναντι ρολόι δείξουν τρεις. Από κάτω η φέτα του ουρανού μεγάλη, αλλά μουντή. Αισθάνομαι να πνίγομαι. Ο αέρας γκρίζος από τον καπνό, δεν θέλω να έρθει μέσα μου. Θυμάμαι το χρώμα του ουρανού, σήμερα καθώς βγήκα να έρθω στη δουλειά. Οι τοίχοι των κτιρίων βαμμένοι με ένα ροδί χρώμα. Τα σύννεφα κόκκινα και ροζ σε ένα γαλαζωπό μπακγκραουντ. Μέχρι τις επτά είχε ξημερώσει για τα καλά.

Γράφω περιμένοντας τον Αρη. Θα έρθει να με πάρει από τη δουλειά για να πάμε στο Μall. Εγώ το πρότεινα και εκείνος πέταξε τη σκούφια του. Πίνω μια τελευταία γουλιά παγωμένου καφέ. Εξακολουθώ να ταλαιπωρούμε από την ίωση. Μετρώ τις μέρες. Σήμερα κλείνω μια εβδομάδα. Πέρασε γρήγορα ο καιρός. Κοιτώ το ένα από τα δύο φυτά, που μου είχε δώσει ο Αρης για το γραφείο μου. Το ένα αργοπεθαίνει. Κάποιος με καλεί στο msn. To blinking πληγώνει τα μάτια μου. Κλείνω το messager. Θυμάμαι μια εκρεμότητα που περιμένει ακόμα. Την αναβάλλω για αύριο. Προτιμώ να περιμένω το κουδούνισμα του τηλεφώνου.

Το Σάββατο η Μπία φεύγει για Κωνσταντινούπολη. Ανέβαλε την Πράγα μεν, αλλά θα βρεθεί στην Αμερική, δε. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος με αυτό το μαγικό πλάσμα. Μου είπε αν θα μου άρεσε ένα καουμπόικο καπέλο. Προτιμώ τον καουμπόι της είπα και γέλασε. Τελικά συμφωνήσαμε σε κάρτες για τις ψηφιακές μου. Ενας βήχας ξύνει άγρια τον λαιμό μου. Η απέναντι συνάδελφος δείχνει να πειράζεται. Αύριο πριν έρθει, να μη ξεχάσω να βήξω πάνω από το πληκρολογίο της. Το τηλέφωνο δεν χτυπά. Σβήνω το τσιγάρο και κατεβαίνω να περιμένω τον Αρη στο δρόμο.

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
  1. Από σήμερα το «Candy» - Μόνο και μόνο για τον Heath Ledger
  2. Χωρίζουν Θεοδωρίδου - Φουστάνος - To τζάμπα (λίφτινγκ) πέθανε
  3. Ελληνας ο Αλβάρο! - Για την Ελλάδα ρε γαμώτο (;)
  4. Tρεις μέρες μέχρι την Πρωτομαγιά - Πιάσε μου τον Μάη

25 Απριλίου 2006

Μεθεόρτια

Caro diario

Τρίτη (του Πάσχα) στο γραφείο. Mεσημεριάζει. Το ρολόι στον απέναντι τοίχο το φανερώνει. Ενας βήχας σαν βρυχηθμός ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό μου και τα χαρτομάντηλα ξεχειλίζουν από το καλάθι. Η ίωση ακόμα το γιορτάζει μέσα μου.

Οι γυναίκες συνάδελφοι δεν έχουν βάλει γλώσσα μέσα από την ώρα που ήρθανε. Τόποι πασχαλινών διακοπών εκτοξεύονται σαν χιώτικες ρουκέτες. Οι επιτάφιοι των μισών κυκλάδων στριμώγνονται ανάμεσα σε εφοριαμούς και καρέκλες. Τα αναστημένα αρνιά πηδούν από γραφείο σε γραφείο. Δεν ξέρω ακόμα αν έχουν εκδικητική διάθεση. Βαθειά μέσα μου πάντως το ελπίζω. Φυσώ δυνατά την κοκκινισμένη μου μύτη, για να ξορκίσω το κακό. Εις μάτην...

Ρίχνω το βλέμμα μου μέσα από τα τζάμια των διαχωριστικών. Μισοάδεια τα γραφεία στους υπόλοιπους χώρους. Παράταση αδειών, σκέφτομαι. Βλέπω ξανά τις ίδιες φάτσες. Ξαφνικά με κυριεύει η ιδέα να ζητήσω άδεια. Η Μπία φεύγει την επόμενη εβδομάδα για την Πόλη, γυρίζει σε δέκα μέρες για να πάει Πράγα. Την Κυριακή ξημερωθήκαμε ψάχνοντας σε τουριστικά site. Λέγαμε διάφορα όση ώρα περιμέναμε τις σελίδες να κατέβουν και καταριόμαστε την ΟΤΕνετ. Βλέπαμε τις φωτογραφίες, που γέμισαν τις κάρτες μας, μιλούσαμε για τα γκομενικά μας και τελικά κοιμηθήκαμε χαράματα στο ίδιο κρεβάτι, με την οθόνη της τηλεόρασης να ξεχειλίζει από τον έρωτα του Ενις Ντελ Μαρ για τον Τζακ Τουϊστ. Μέχρι το πρωί η Μπία, είχε πλαντάξει στο κλάμα.

Δευτέρα του Πάσχα. Πήραμε καφέ και κάτι απομεινάρια από τσουρέκι και κινήσαμε να βρούμε τη θάλασσα. Κοιτούσαμε για ώρες τον ήλιο και το γαλάζιο ξαπλωμένοι πάνω στην άμμο. Ενας σέρφερ απολάμβανε τη μάχη του με τα κύμματα. Κάτι πιτσιρίκια τσαλαβουτούσαν στα νερά. Αν δεν είχα τα χάλια μου με αυτή την καταραμένη ίωση θα έπεφτα και εγώ. Το επόμενο Σαββατοκύριακο θα ξεκινήσω και επίσημα την καλοκαιρίνη μου σεζόν. Ο Αρης επέστρεφε. Τα μαζέψαμε και πήγαμε να τον περιμένουμε σπίτι του. Ξανά καφέδες. Της αναμονής αυτή τη φορά. Τότε έννοιωσα την έλλειψή του. Ενα κενό, που ωστόσο το έχω ζήσει πολλές φορές, τόσες που είναι πλέον οικείο. Ενα κλειδί γύρισε και η πόρτα άνοιξε. Επεσα στην αγγαλιά του. Ενοιωσα τα χείλια του να αγγίζουν το λαιμό μου, αντί για το στόμα μου. "Είσαι κρυωμένος" ήταν η απάντηση του στο απορρημένο μου βλέμμα και με ένα χαμόγελο, προσπέρασε για να χαιρετήσει τη Μπία. Χαμογέλασα και εγώ.

Και του χρόνου.



    22 Απριλίου 2006

    Η ανάσταση δεν περιμένει

    Caro diario

    Πήρε να μεσημεριάζει πια. Στο πόδι από το πρωί για τα τελευταία ψώνια, αλλά ακόμα δεν έχω βγεί έξω. Τα αφήνω για αργότερα. Με γένια μιας εβδομάδας (και τι εβδομάδας), με το κρύωμα να με πιλατεύει ακόμα και τα νεύρα μου τεντωμένα. Φοβάμαι ότι ξαφνικά μπορεί να πεταχτούν έξω από το σώμα μου. Προσπαθώ να αποφασίσω ποιά στιγμή της ημέρας θα χωθώ στο μπάνιο για ένα καυτό ντους. Κατά τις επτά θα έρθει η Μπία (εκ του Ευλαμπία) για να περάσουμε μαζί το Πάσχα στο σπίτι των δικών μου. Σκέφτομαι ότι πρέπει να πάω μαζί της το βράδυ σε κάποια εκκλησία για την Ανάσταση. Θολώνω όταν σκέφτομαι ότι πρέπει να βρω ρούχα. Ο καιρός κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.

    Ψαχουλεύω στο ψηγείο για να βρω κάτι φαγώσιμο. Καταλήγω να ετοιμάζω ρύζι. Ψάχνω για κέτσαπ αλλά έχει τελειώσει. Πετάω το άδειο μπουκάλι και προσγειώνεται εκτός της σακούλας με τα σκουπίδια. Λερώνει το χαλί και το δάπεδο. Μου μοιάζει με αίμα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Αναγνώριση κλήσης. Είναι ο Αρης. Ρωτάει πως είμαι. Τι ώρα θα πάω να πάρω την Μπία, σε ποιά εκκλησία θα πάμε. Απαντάω με μικρές πονεμένες φράσεις. Ρωτάω και εγώ κάτι. Καταλαβαίνω πως δεν περνάει καλά. Μπορεί και να του λείπω. Το ρύζι βράζει και είναι σαν άσπρη λάβα που, ξερνάει το ηφαίστειο "κατσαρόλα". Κλείνω βιαστικά το τηλέφωνο. Το "Σ' αγαπώ" από την άλλη άκρη μένει μεταίωρο στον αέρα.

    Ρίχνω ένα αναβράζον ντεπόν σε ένα ποτήρι. Τρώω βαριεστημένα το καυτό ρύζι. Χωρίς κέτσαπ. Ο λαιμός μου το δέχεται ευχάριστα. Ξαφνικά όλα μου φαίνονται να καλυτερεύουν. Ακόμα και ο καιρός δείχνει να ανοίγει. Μια ξεστρατησμένη δέσμη ήλιου , σαν μικρός προβολέας ψάχνει μέσα στο πιάτο μου. Το μπασμάτι γίνεται κιτρινωπό. Καταπίνω με δυσκολία το νερό με γεύση ντεπόν. Ξαναγεμίζω το ποτήρι με νερό για να καθαρίσει το στόμα μου. Πετάω κατσαρόλα, ποτήρια και πιάτα μέσα στο νεροχύτη. Σκέφτομαι αν πρέπει να ανάψω τσιγάρο. Τελικά ανάβω. Ο γκρίζος καπνός ξύνει το λαιμό μου. Το σβήνω μετά από τις πρώτες ρουφιξιές. Καίω το δάκτυλό μου σβήνοντας το τσιγάρο στο βρώμικο τασάκι.

    Κοιτάω το ρολόι, που μου δείχνει περασμένες δύο. Γράφω σε ένα "ποστ ιτ" μερικά πράγματα. Ντύνομαι πρόχειρα, αποχαιρετώ τη γάτα μου και κλείνω την πόρτα. Ο αέρας γεμίζει τα πνευμόνια μου και εγώ εισπένω λαίμαργα. Είναι ωραία να είσαι έξω. Ο λιγοστός ήλιος μου καίει τα μάτια. Φοράω τα γιυλιά και γυρίζω το κλειδί στη μηχανή. Πρέπει να προλάβω. Η Aνάσταση δεν περιμένει.

    21 Απριλίου 2006

    Σήμερον κρεμάται επί ξύλου

    Caro Diario

    Χθες ξύπνησα με μια ξινίλα στο λαιμό. Εξω δεν είχε χαράξει ακόμα η μέρα. Σηκώθηκα αργά από το κρεβάτι, βόλεψα πρόχειρα την πρωινή στύση μου μέσα στο στενό εσώρουχο και τράβηξα κατά την κουζίνα για την ιεροτελεστία του καφέ. Γέμισα το τραπέζι ψίχουλα από μια φρυγανιά που έφαγα στα γρήγορα την ώρα που το ραδιόφωνο ψιθύριζε κάτι από "Το αστέρι και η ευχή" της Ρεμπούτσικα. Αποφάσισα να πάω στο γραφείο με το αυτοκίνητο και όχι με το λεωφορείο, παρόλο που θα έχανα την ευκαιρία να δω εκείνον τον Πολωνό να κάθεται απέναντί μου .

    Ο δρόμος άδειος. Πρωινό Μ. Πέμπτης. Θυμήθηκα την μέρα κοιτώντας έναν χλωμό ήλιο σκαρφαλωμένο πάνω στο τζάμι του συνοδηγού. Στο ραδιόφωνο ειδήσεις και στο κινητό μου ο ήχος για ένα εισερχόμενο μήνυμα. Δεν το διάβασα, σίγουρος πως θα ήταν μια ψηφιακή αργοπορημένη "καληνύχτα" του Αρη. Μέχρι να φτάσω στη δουλειά, η ξινίλα εξελίχθηκε σε πονόλαιμο, ένας ύπουλος πονοκέφαλος προσπαθούσε να υποτάξει τις σκέψεις μου και ένα "μπούκωμα" κατέβαινε σαν χείμαρρος μέχρι τα ρουθούνια μου.

    Στο γραφείο, η φέτα ουρανού κάτω από το αντικρυνό ρολόι φανέρωνε μια μουντάδα. Οτι πρέπει για Μεγαλοβδομάδα, σκέφτηκα. Επιασα να δουλεύω μηχανικά και όσο πιο γρήγορα μπορούσα με την ελπίδα να φύγω νωρίτερα. Λίγο πριν τελειώσω, ένα email με ενημέρωσε για μερικά πρόσθετα "τασκ". Φορτώθηκα και αυτά εκτός την ίωση, που στο μεταξύ είχε φουντώσει. Με μάτια να καίνε, τον λαιμό γεμάτο καρφιά και το κεφάλι να βαραίνει βάλθηκα να σπάσω όλα τα εργασιακά μου ρεκόρ. Ευτυχώς για μένα υπήρχε ησυχία με τα περισσότερα γραφεία του χώρου να παρέμενουν άδεια, σημάδι ότι οι συνάδελφοι είχαν πάρει τους δρόμους.

    Ξύπνησα κατά τις οχτώ το βράδυ μέσα σε ψαλμωδίες από την ανοιχτή τηλεόραση και σε Τiesto από το κινητό. Ηταν ο Αρης, που μου λέγε, ότι έφτασε ή ότι θα έφτανε σε λίγο. Δεν πολυκατάλαβα. Σηκώθηκα και έφτιαξα ένα ζεστό τσάι, πήρα ένα κουτί χαρτομάντηλα από το μπάνιο και σύρθηκα γυμνός ξανά προς το κρεβάτι. Εβαλα το ξυπνητήρι για τις 6. Ευχήθηκα να μην δω κανένα όνειρο και έκλεισα τα μάτια, την ώρα που ακουγόταν το "σήμερον κρεμάται επί ξύλου"...

    20 Απριλίου 2006

    Στην τελική ευθεία

    Caro Diario

    Μισή ώρα έμεινε πριν οι δείκτες του ρολογιού απέναντι δείξουν τρεις και ξαμοληθώ στα μαγαζιά για ψώνια. Λαμπάδα, παπούτσια, ρούχα για βαφτισιμιά. Δώρα για κάποιους φίλους και άλλα τινά για το "τραπέζι της λαμπρής", όπως συνήθως λέει ο πατέρας μου. Θα χωθώ και εγώ μέσα στην κίνηση, θα πιαστεί το χέρι μου να βάζει πρώτη, δευτέρα και να αλλάζει βαριεστημένα σταθμούς στο ραδιόφωνο. Και μέσα σε όλα αυτά πρέπει να κάνω κάποια επαγγελματικά τηλεφωνήματα, πράγμα που για ένα παράξενο λόγο με αγχώνει.

    Οι μέρες φεύγουν αργά, εξ΄αίτιας της προσμονής, ενώ θα γλυστρίσουν γρήγορα από την Παρασκευή και μετά. Από σήμερα κιόλας κάποια γραφεία συναδέλφων έμειναν άδεια, αφού ήδη πήραν τους δρόμους για νησιά και κάθε λογής εξοχές. Οσοι έμειναν πέρασαν τη μέρα τους έχοντας το κολλημένο το ακουστικό του τηλεφώνου στο αυτί τους. Οι τελευταίες εκκρεμότητες κανονίστηκαν, τα διάφορα "task" δρομολογήθηκαν και όλοι πια, έχουν αρχίσει να μετράνε προβατάκια.

    Ανάβω ένα τελευταίο τσιγάρο, ενώ αρχίζω να σκέφτομαι την ώρα που θα σωριαστώ στον καναπέ του σπιτιού αποκαμωμένος από το "τρέξιμο" της μέρας. Ευτυχώς ο καιρός αρχίζει να ανοίγει σιγά σιγά και ο ήλιος αναβάλλει, μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την αυλαία του από τον ουρανό. Αυτή η σκέψη μου φέρνει στο νου, ένα ανοιχτό παράθυρο και μυρωδιές της άνοιξης μπερδεμένες με λιβάνι να εισβάλλουν στο σπίτι.

    Σβήνω το τσιγάρο και ήδη βρίσκομαι έξω γεμίζοντας καθαρό αέρα τα πνευμόνια μου.

    18 Απριλίου 2006

    (Μεγάλη) Τρίτη μεσημβρινή

    Caro diario

    Μεσημέρι στο γραφείο. Χαζεύω τους δείκτες του μεγάλου ρολογιού που κρέμεται στον απέναντι τοίχο. Περιμένω να δείξουν τρεις. Η ώρα που φεύγω. Μια λεπτή φέτα ουρανού από την αντικρυνή πόρτα, στέκεται από κάτω. Χωρίζει τη ματιά μου κάθε φορά που σηκώνω το κεφάλι. Μεγαλώνει, μικραίνει αλλά πάντα εκεί. Οπως και το ρολόι. Και εγώ απέναντί τους.

    Μεγάλη Τρίτη σήμερα. Το τροπάριο της Κασσιανής. Γιατί "Μεγάλη"; Πάντα είχα αυτή την απορία. Σήμερα άκουσα ότι στις εκκλησίες γίνεται ο εσπερινός της επόμενης "Μεγάλης". Γι΄αυτό την Κυριακή υπάρχει ρεπό. Η ημέρα δόξης για τα σουβλισμένα αρνιά και για το λαίμαργο καταναλωτισμό μας. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες μαζεύονται γύρω από τη φωτιά, για να δουν το αμνοερίφιο να στριφογυρίζεται μανιωδώς. Το ίδιο μανιακά χτυπούν και τα κινητά με το πλούσιο ρεπερτόριο τους. Πίσω τους βγαίνουν ευχές και άλλα τινά, που χάνονται στον αέρα για να ενωθούν με άλλες ευχές. Ζαλίζεσαι. Ολοι γύρω σου ευτυχισμένοι και εσύ απορείς που το βρίσκουν τέτοιο κέφι πρωί πρώι. Και ας έχει πάει 12. Κολλάς και εσύ ένα χαμόγελο και ξεμπερδεύεις, ρίχνοντας που και που καμιά ματιά στο αμνοερίφιο "για να μην αρπάξει".

    Στις γιορτές συχνά ακούγεται, το ερώτημα "Ποιό είναι το αγαπημένο σου Πάσχα, τα αγαπημένα σου Χριστούγεννα" και πάει λέγοντας. Λες και απαντάς στο ερωτηματολόγιο του "TV Εθνους" για τον αγαπημένο σου παρουσιαστή ειδήσεων. Το ερώτημα τρυπώνει ύπουλα στο μυαλό γιατί το φετινό Πάσχα, τα περασμένα Χριστούγεννα και πάει λέγοντας, δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα των υποψηφιοτήτων. Είναι εκτός συναγωνισμού. Και με τα χρόνια μακραίνει η λίστα, ώσπου στο τέλος το όλο ζήτημα ξεθωριάζει και εσύ έχεις βαρυστομαχιά από αρνιά και γαλοπούλες και το μόνο που σε νοιάζει είναι πως θα ξαλαφρώσεις. Λες ένα "Δεν ξέρω - Δεν απαντώ" και χώνεσαι στο ψυγείο για να βρεις τη σόδα.

    Και μετά- εκεί προς το απόγευμα της γιορτής- σε πιάνει μια γλυκερή μελαγχολία, που η μέρα πήρε των ομματιών της και σ΄αφησε να κοιτάς τα άδεια ταψιά με το παγωμένο λίπος και τις λαδόκολλες που τις σέρνει ο αέρας γύρω από τη σβησμένη ψησταριά. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες έχουν φύγει. Το μόνο που ακούγεται είναι ένα τραγούδι από τον κάτω μαχαλά. Σε λίγο θα έχει χαθεί και αυτό και εσύ εύχεσαι να είχε περισσέψει λίγη σόδα ακόμα.

    Μαζεύω τα πράγματά μου, τα πετώ μες την τσάντα. Κλείνω συρτάρια και υπολογιστή.
    Πήγε κιόλας τρεις.