13 Αυγούστου 2010
Περιμένοντας τα πεφταστέρια
Απέμειναν τρία παγάκια στο ποτήρι με την κόουκ ζίροου, που δεν πρόλαβε να ιδρώσει. Την ήπια μονορούφι. Κάθομαι στην βεράντα, ημίγυμνος μέσα σε τούτη την μυστήρια υγρασία του Αυγούστου, που ντύνει ετσιθελικά το κορμί μου. Βράδυ Πέμπτης, περιμένοντας τα πεφταστέρια. Δεν ελπίζω ότι θα καταδεχτεί κάποιο αστέρι να πέσει πάνω στα σκονισμένα πλακάκια της βεράντας μου, που ακόμα δεν πρόλαβα να καθαρίσω, γυρίζοντας από τις διακοπές. Παρόλα αυτά, ρίχνω κλεφτές ματιές στον ουρανό. Κόντρα στη λογική του αποψινού σκότους, έχω ανάψει τα κεριά στα κηροπήγια και τα αντικουνουπικά καίνε και αυτά χωμένα μέσα στις γλάστρες με την πικροδάφνη, τις ελιές και το κυπαρρίσι, ρίχνοντας τις σκιές τους στον τοίχο.
Επιασε να φυσά ένα βοριαδάκι. Σηκώνοντας τα μάτια πάνω από τη μικρή οθόνη του υπολογιστή μου βλέπω στο απέναντι μπαλκόνι τον νέο γείτονά μου, να γράφει γρήγορα μπροστά στη δική του. Το γυμνό του στήθος φωτίζεται μονάχα από το ηλεκτρονικό φως μπροστά του. Δείχνει όμορφο. Μια μηχανή σπάει την νυχτερινή σιωπή της πόλης. Ο γείτονας σηκώνεται και χάνεται στο σκοτάδι του δωματίου. Σε λίγο επιστέφει έχοντας φορέσει μια μαύρη φανέλα. Δείχνει και τώρα ωραίος. Ποτέ δεν κοιτάζει προς το μέρος μου. Απόψε μονάχα ρίχνει μικρές ματιές στον ουρανό. Ισως να περιμένει και αυτός κάποιο αστέρι.
Ο αέρας δυναμώνει και η υγρασία γίνεται όλο και πιο πυκτή. Τα λιγοστά φώτα από τα γύρω σπίτια σβήνουν σιγά σιγά. Τώρα οι σκιές από τα δέντρα της βεράντας δείχνουν ανταριασμένες πάνω στον μεγάλο τοίχο. Τις κοιτάζω και ηρεμώ στο κυνηγιμά τους. Τις έχω συντροφιά ετούτη τη μοναχική νύχτα. Ο δυνατός χτύπος του τηλεφώνου με επαναφέρει. Η συσκευή αναγνώρισε κλήση του Αρη, σχηματίζοντας με πορτοκαλί χρώμα το όνομά του. Με ρωτάει τι κάνω. Θέλω να του πω για τα πεφταστέρια, αλλά δεν το λέω. Πέφτει μια σιωπή, πυκτή όσο και η υγρασία. Κλείνουμε γρήγορα με ψιθυριστές καληνύχτες. Η οθόνη του τηλεφώνου γίνεται τώρα ένα, με το χρώμα της νύχτας.
Ενας άνεμος αντίθετος από πριν, χτυπά τώρα την πλάτη μου. Δυναμώνει και σβήνει με μιας τις φλόγες. Οι σκιές μου χάνονται και μένω πια μονάχος. Αναζητώ με το βλέμμα τον γείτονα μου. Εκείνος πάλι το ρολόι του."Δώδεκα ακριβώς". Σχεδόν το φωνάζω. Αυτός σηκώνει αργά τα μάτια στον ουρανό. Δείχνει αναποφάσιστος. Κλείνει απότομα την οθόνη του υπολογιστή του. Δεν τον διακρίνω καθαρά πια. Γίνεται μια γκρίζα σκιά και μετά ένα με το σκοτάδι του δωματίου. Ακούω την μπαλκονόπορτα που κλείνει. Απομένω μόνος να περιμένω τα πεφταστέρια του Αυγούστου. Δώδεκα και κάτι.
6 Αυγούστου 2010
Η νύχτα του Σωτήρος
Ο Αρης αποκοιμήθηκε μέσα στην σκηνή. Το έσχατο φως τρυπώνει από το δικτάκι του παραθυριού και τον χαρακώνει ζεστά. Λες και βλέπει τι γράφω γυρίζει πλευρό. Φαίνεται ήρεμος σαν να μην έχει έγνοιες. Σχεδόν ευτυχισμένος. Ξυπνάει στα ξαφνικά και μου χαμογελά. Ανασηκώνεται στον αγκώνα και φανερώνεται η γύμνια του. Με ρωτά πού θα περάσουμε την επερχόμενη νύχτα. Τη νύχτα του Σωτήρος. Με ρωτά αν θέλω να κοιμηθούμε στη σκηνή, στο "ελεύθερο" κάμπινγκ, εκεί με τους άλλους κατασκηνωτές-κατακτητές, τής εκεί παραλίας. Ανασηκώνω τους ώμους, ως απάντηση...
Οι φωνές των επιστρέψαντων λουομένων κάνουν τα τζιτζίκια να σταματήσουν το τραγούδι τους. Τα ποδήλατα ξανάρχισαν τις αένναες βόλτες στον μοναδικό δρόμο της κατασκήνωσης. Ο ήχος από τα λουτρά φτάνει τώρα έως εδώ. Οι πρώτοι γυρίζουν κι όλας με τις πετσέτες δεμένες σφιχτά στη μέση τους. Ο αέρας μύρισε Πάλμολιβ και Νιβέα. Ενας κότσιφας έκατσε στη λεύκα και έπιασε το τραγούδι. Απλώνω τα πόδια κάτω από το πλαστικό τραπέζι, ρίχνω το κεφάλι πίσω και με τα μάτια κλειστά προσπαθώ να φανταστώ την ευτυχία.
12 Ιουλίου 2010
Στο μακρυνό "Κάπου"
Το τηλέφωνο χτυπάει. Από την άλλη άκρη μια φωνή με πληροφορεί ότι η προγραμματισμένη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί σε λίγα λεπτά στο παρακεί γραφείο. Αργότερα θα οδηγώ για το σπίτι, εκνευρισμένος μέσα στην κίνηση των δρόμων. Οχι, δεν θα πάω στη θάλασσα, γιατί είναι μακρυά. Στο σπίτι θα με περιμένει ο γάτος πεινασμένος. Θα φάμε κάτι στα όρθια και μετά θα δουλέψω για λίγο ακόμα. Στο τέλος θα πρέπει να πάω να κοιμηθώ νωρίς, παρόλο που δεν θα νυστάζω, γιατί αύριο δεν θα ξυπνάω.
6 Ιουνίου 2010
Λεπτή λευκή γραμμή
Πάντα μου άρεσαν τα σούπερ σλόου μόσιον των γάλλων για το Ρολάν Γκαρός. Οπως και το σπλιτ της οθόνης με την λευκή, λεπτή γραμμή. Χωρίς φιοριτούρες. Θυμάμαι τους τελικούς όταν υποστήριζα όποιον τενίστα μου άρεσε πιο πολύ -συνήθως τον πιο ξανθό, με εξαίρεση τον Μπέκερ- αφήνοντας τον άλλον στον μικρό μου αδερφό. Στο τέλος χαιρόμασταν και λυπούμασταν ο καθένας για λογαριασμό του δικού του. Αν δεν μαλώναμε, δίναμε "ραντεβού" για ρεβάνς στο επερχόμενο Γουίμπλεντον, εκεί με τις πρώτες ζέστες του Ιούνη, μαζί με την γιορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ασπρόμαυρα πλάνα μιας σκονισμένης νιότης...
Είναι ένα ακόμα απόγευμα τελικού, αλλά τόσο διαφορετικό, αν και πάντα Κυριακάτικο. Πια, δεν διαλέγουμε τενίστες, δεν το βλέπουμε καν μαζί με τον αδερφό μου. Αν το βλέπουμε... Δεν θα μαλώσουμε στο τέλος, ούτε θα χαρούμε, ούτε τίποτα από εκείνα που κάναμε παιδιά. Ή που μας έκαναν παιδιά... Η λεπτή λευκή γραμμή μεγάλωσε, μας τύλιξε μέσα της, μαζί με όλες τις Κυριακές του κόσμου. Σήμερα, είναι απλά, ένα μελαγχολικό απόγευμα. Σαν όλα αυτά τα απογεύματα, που σκοντάφτεις στη λακούβα της λύπης τους.
Κοιτάζω στη γωνιά, το φυτό που μου έφερε ο Αρης, να έχει πετάξει ένα νέο, μακρύ και ελπιδοφόρο φύλλο που μέρα με την μέρα ξετυλίγεται μπρος μου, προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανό κόντρα σε όλα τα σκοτάδια του σπιτιού. Το χαϊδεύω με το βλέμμα μου, ενώ το "Δι εντ" των "Ρέκλες" από την τηλεόραση τραβά την προσοχή μου. Δεν έχει ήχο. Μόνο εικόνες με σφιχτά κορμιά γεμάτα καλοκαιρινή αλμύρα να χορεύουν, να αγγίζονται... Για μια στιγμή βρίσκομαι και εγώ εκεί, ανάμεσά τους να φιλάω έναν άγνωστο... Ναι, κι ας είναι μια πυκτή Κυριακή, μπορώ έστω και λίγο να χαμογελώ. Κάτι με κάνει να ανοίξω τον ήχο.
Σκοτείνιασε πια και το δωμάτιο βάφεται στα εναλλασσόμενα χρώματα ανόητων διαφημίσεων, απομεινάρια ενός ξεπεσμένου καταναλωτισμού. Κάθομαι οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά από το γυμνό τραπεζάκι του σαλονιού. Γυμνός και εγώ. Κοιτάζω έξω από την μισάνοικτη κουρτίνα αλλά δεν φαίνεται κανείς. Ούτε ο ήλιος φαίνεται πια. Μάλλον ακολούθησε και σήμερα την ίδια πορεία. Μια στήλη γκρίζου ουρανού φαίνεται σαν να στηρίζει τα σύννεφα που τρέχουν αλλαφιασμένα πάνω από την βεράντα. Μύρισε πάλι βροχή ή είναι η ιδέα μου; Αλλόκοτος ετούτος ο Ιούνης. Τουλάχιστον μας άφησε το Ρολάν Γκαρός.
Ραντεβού στο Γουίμπλεντον...
22 Μαΐου 2010
Για την αγάπη
Απομεσήμερο Σαββάτου με βρίσκει στο ξενοδοχείο, να προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη το χάος του μυαλού μου. Εχω το νετ μπουκ ανοικτό από ώρα πάνω στο ρατάν τραπέζι της βεράντας, χωρίς να γράφω. Ο ήλιος από απέναντι με χτυπά κατάστηθα, έτσι καθώς με βρίσκει γυμνό να τον προκαλώ για ένα ζεστό χάδι. Ο Αρης προσπαθεί να κοιμηθεί πίσω από την πλάτη μου, κλεισμένος στο δωμάτιο με τις μεγάλες γυάλινες επιφάνειες ντυμένες με κουρτίνες, που κυλιούνται ως το ξύλινο πάτωμα. Κοιτάζω την οθόνη και μέσα στο μαύρο της διακρίνω ένα πρόσωπο ξεθωριασμένο, να με κοιτάζει ανέκφραστο πίσω από μαύρα γυαλιά. Νομίζω ότι μου μοιάζει...
Από εδώ ψηλά, όπου και αν θελήσω να κοιτάξω θα δω μόνο προσόψεις πολυκατοικιών, παραμορφωμένων από τον χρόνο. Απομηνάρια χρωμάτων στους γερασμένους τοίχους, σάπιες τέντες που κρέμονται από τους σιδερένιους μηχανισμούς και κουφώματα ανόμιων υλικών. Σκέφτομαι την αντίθεση με το προσεγμένο σε όλα ξενοδοχείο, ενώ η μεσημεριανή ραστώνη πέφτει παντού πυχτή σαν τον κόμπο ιδρώτα που κυλάει αργά στο μέτωπό μου. Την ησυχία τούτη σπάει η κραυγή μιας μάινας για ελευθερία καθώς βλέπει να φτερουγίζουν ελεύθερα τα περιστέρια που πετούν από όλες τις γωνιές του ουρανού. Για αυτό σε κάθε προεξοχή αυτών των πολυκατοικιών υπάρχουν κορδέλες και κρεμασμένα σιντί για να φοβίζουν κάθε λογής πετούμενο. Τα περιστέρια όμως ατρόμητα κάνουν ασκήσεις ισορροπίας πάνω στα σκουριασμένα κάγκελά τους.
Κάθε τόσο ανοίγει με κόπο κάποιο πατζούρι ή τραβιέται μια μπαλκονόπορτα και έτσι βλέπω για λίγο τους ανθρώπους, παλαιούς και αυτούς σαν τα κτήρια που τους κλείνουν μέσα, να εμφανίζονται σαν ηθοποιοί στη σκηνή. Πριν λίγο, κάτω από το άνοιγμα μιας μπαλκονόπορτας στην ακριανή πολυκατοικία, φάνηκε ένας νεαρός, που είχε μόνο μια πετσέτα δεμένη γύρω από τη μέση του, να κοιτάζει αδιάφορα απέναντι του, πίνοντας φραπέ. Ντροπιασμένος τράβηξε την κουρτίνα όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου. Από κάπου αλλού ακούστηκε το μπιμπ χρονοδιακόπτη φούρνου μικροκυμμάτων. Ακολούθησαν ήχοι μαχαιροπίρουνων να χτυπούν στα φτηνά σερβίτσια. Μια μεσόκοπη που βγήκε για τσιγάρο, με κοιτάζει απορημένη κάτω από μια σκουριασμένη μουσμουλιά, που πασχίζει να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο λιγοστό χώμα ενός πλαστικού κουβά. Σε λίγο ένας άλλος, φορώντας μια λευκή φανέλα που δεν έκρυβε τα παραπανίσια του κιλά, βγήκε να μιλήσει χαμηλόφωνα στο κινητό και κάπως συνομωτικά. Από πάνω του μια άλλη ένοικος άπλωνε τη μπουγάδα της, ενώ προσπαθούσε να πιάσει με το αυτί της τι έλεγε στο τηλέφωνο ο γείτονας του κάτω ορόφου.
Και πάνω από όλους, πάνω και από τις δεκάδες μαυρισμένες κεραίες των ταρατσών, κρέμονται άσπρα σύννεφα που με μιας μεταμορφώνονται σε άλογα και καλπάζουν με δύναμη μπροστά έτοιμα να αναμετρηθούν. Τρέχουν αφηνιασμένα από τη δύση προσπαθώντας να προλάβουν κάτι που εμείς δεν μπορούμε να δούμε ακόμα.Μονάχα υποψιαζόμαστε. Στρέφω τα μάτια μου ανατολικά και βλέπω την σκοτεινή πλευρά έτοιμη και αυτή να ριχτεί στο πεδίο της μάχης. Τα μαύρα σύννεφα ήταν ήδη εκεί.
Ξαφνικά επικρατεί ησυχία. Ακούω την μεσόκοπη με το τσιγάρο νε λέει "Θα βρέξει πάλι", χωρίς όμως να γυρίσει πίσω της, προς την ανοιχτή πόρτα. Αναρωτιέμαι αν το είπε σε μένα. Φυτεύει βιαστικά το αποτσίγαρο μέσα στο χώμα της μουσμουλιάς και ο δυνατός κρότος της πρώτης βροντής που ακούγεται την βρίσκει να τρέχει κάτω από την ετοιμόροπη πόρτα της. Η κυρία με την μπουγάδα σηκώνει τα μάτια ψηλά και ψελίζει κάτι μεταξύ ευχής και κατάρας, ενώ ο κύριος του κάτω διαμερίσματος συνεχίζει να μιλάει απτόητος στο κινητό. Την ίδια στιγμή κάνει ξανά την εμφανίσή του ο νεαρός με το φραπέ, μόνο που τώρα φοράει ένα πράσινο στενό σλιπάκι. Από το παραδίπλα διαμέρισμα, τα μαχαιροπήρουνα μένουν ματαίωρα... Και τώρα οι ηθοποιοί βρίσκονται επί σκηνής για το φινάλε...
Εχω βγάλει τα γυαλιά και απέναντί μου όλοι τους έχουν ρίξει τα μάτια τους επάνω μου. Ο μοναδικός τους θεατής στέκεται τώρα όρθιος γδυτός εκεί στη μεγάλη βεράντα του ακριβού του ξενοδοχείου να τους κοιτάζει έτοιμος να χειροκροτήσει και να χειροκροτηθεί.
Με μιας τα φώτα σβήνουν, η παράσταση δείχνει να τελειώνει. Σκοτείνιασαν όλα και ξεσπά η μπόρα. Μεγάλες σταγόνες βροχής με χτυπάνε. Το μέρος κάτω από τα πόδια μου όμως παραμένει στεγνό. Από την άκρη του δρόμου, έξι πατώματα κάτω, ακούγονται οπλές αλόγων. Πλησιάζουν με βιάση το μέρος μας. Ολοι οι απέναντι σκύβουν να δουν και αλλαφιασμένοι χάνονται μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια. Τους κοιτάζω που φεύγουν. Χειροκροτώ αλλά κανείς δεν μένει να με ακούσει. Εκτός από έναν. Εκείνον με το κινητό. Του φωνάζω, γιατί μένει και δεν φεύγει. Για την αγάπη, μού αποκρίνεται... Υποκλίνομαι και βλέπω το Μαγιάτικο χαλάζι να κάνει τα μάρμαρα του ξενοδοχείου, να φαίνονται πιο άσπρα από ότι είναι. Ακούγεται ένα βουητό. Στέκομαι και πάλι όρθιος. Σηκώνω το βλέμμα ψηλά στον ουρανό. Ενα αεροπλάνο διασχίζει διαγώνια την Θεσσαλονίκη περνώντας ανάμεσά μας. Κάποιος φεύγει...
Καλή αντάμωση.
12 Μαΐου 2010
Το τριανταφυλλένιο αίμα

23 Απριλίου 2010
Καστερόριζο ντριμ...
Παρασκευής απομεσήμερο. Εξω από το παράθυρο ένα μπαλόνι με σχήμα δελφινιού κολυμπάει στα γαλάζια σύννεφα. Στην τηλεόραση ο Γιώργος-Λεφτά υπάρχουν, με φόντο τουριστικής καρτ ποστάλ, απαγγέλει κάτι - το αναμενόμενο υποθέτω - ενώ στα αυτιά μου, η Μπέμπε τραγουδά "Μάλο"(...) Καστελόριζο ντριμ...
Εχω διάθεση ταξιδιάρικη, με ένα τατς ονειροπόλησης. Μήπως φταίνε οι (επικοινωνιακές) εικόνες του Αιγαίου που προηγήθηκαν; Μήπως επειδή θα πάμε για Σαββατοκύριακο στο Ναύπλιο; Θέλω να σκέφτομαι ότι αύριο θα κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο στη θάλασσα. Μετά θα βολτάρουμε στην Αρβανιτιά και ίσως πάλι ανέβουμε έως την Ακροναυπλία. Θα πάρουμε στο χέρι τζελάτο στου "Ιταλού" και θα μείνουμε για καφέ στο "Αλλοτινό". Η... πτώχευση θέλει καλοπέραση. Για δυο μέρες δεν θα ακούω για σπρεντ, σιντι-σάμθινγκ, απολύσεις, κρίσεις και δουνουτού. 'Η τουλάχιστο θα προσπαθήσω να δραπετεύσω από ετούτον τον παρανοϊκό εφιάλτη διαρκείας και τους τηλεοπτικούς ανα-παραγωγούς του.
Το μπαλόνι συνεχίζει το ταξίδι του κάτω από άλλους ουρανούς. Τώρα θα το βλέπουν άλλα μάτια. Διαφορετικές σκέψεις θα γεννηθούν από αυτό το πέταγμα. Πάλι, μπορεί και όχι... Οπως και αν έχει, "καλό σου ταξίδι"...
6 Απριλίου 2010
Μαγεμένος Απρίλης
H μέρα έχει προχωρήσει γρήγορα και ζυγώνει απόγευμα. Ο καιρός από ώρα, το γύρισε σε αναδρομικές μελαγχολίες με μαβιές συννεφιές που έφεραν πασχαλινές μπόρες. Πέρα στον ορίζοντα, πίσω από τα λερωμένα τζάμια του γραφείου, πήρε να ανοίγει λίγο. Ξανά στο γαλάζιο... Εκείνο που άφησα χθες φεύγοντας, πάνω από τον αργολικό κάμπο, στο κτήμα της Αλίκης, όπου περάσαμε το Πάσχα.
Φτάσαμε σούρουπο Μεγάλης Πέμπτης. Είχε ακόμα φως στον ουρανό. Η Αλίκη μας περίμενε, έχοντας ετοιμάσει τα πάντα από το πρωί. Είχαμε όλοι μας μεγάλη προσμονή για τούτο το πρώιμο Πάσχα. Αν και κουρασμένοι μείναμε ως αργά στο μεγάλο δωμάτιο, με τις πόρτες ανοιχτές και συζητούσαμε, αφήνοντας τις μυρωδιές από τις ανθισμένες πορτοκαλιές να γυρίζουν ανάμεσά μας και εντέλει να μας μεθύσουν. Κοιμηθήκαμε αργά, με γλυκερά όνειρα κάτω από ένα λευκό ουρανό. Τόσο λευκό, σαν άνθος πορτοκαλιάς...
Ξύπνησα πρώτος. Μυρωδιά φρέσκου καφέ έφτασε από την κουζίνα, έως τα ρουθούνια μου. Κοίταξα το φως πάνω από το γυμνό ώμο του Αρη, που σκόνταφτε στις κλειστές κουρτίνες των ψηλών παραθύρων. Σηκώθηκα χωρίς να τον ξυπνήσω και κατέβηκα ως την κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα ένα σημείωμα της Αλίκης. "Καλημέρα! Είμαι έξω για δουλειές. Θα σας συναντήσω αργότερα στην πόλη. Φιλιά." Εβαλα καφέ σε μεγάλα φλυτζάνια, άλειψα με σπιτική μαρμελάδα μανταρίνι δύο φέτες ψωμί και ανέβηκα ξανά επάνω πατώντας σιγά μην πληγώσω το ξύλινο πάτωμα. Ξύπνησα με ένα φιλί τον Αρη κι εκείνος με ρώτησε τι ώρα είναι. "Εννέα" αποκρίθηκα..."Ελα για λίγο ακόμα εδώ" με πρόσταξε ανοίγοντας σε έκταση τα χέρια του, ως άλλος Χριστός. Ο Αληθινός ως τι μία, θα είχε αποκαθηλωθεί και τυλιγμένος μέσα σε λευκά τούλια θα παραδίδονταν στα χρώματα και τις μυρωδιές της άνοιξης.
Το απομεσήμερο μας βρήκε να γυρίζουμε στα στενά δρομάκια της πόλης. Οι πένθημες καμπάνες μας οδήγησαν και στους τρεις Επιταφίους. Θυμήθηκα ότι αυτό το έκανα όταν ήμουν παιδί. Τότε που τρέχαμε από επιτάφιο σε επιτάφιο και κοιτούσα με μάτι φθονερό, όσα παιδιά είχαν καταφέρει να επιλεγούν για να κρατήσουν τα εξαπτέρυγα και τα φαναράκια στην περιφορά... Εγώ λόγω ύψους και έλλειψης "δημοσίων σχέσεων" ήμουν πάντα κομμένος από χέρι. Χαμογέλασα με κάποια μελαγχολία. "Τι σκέφτηκες και πήρες αυτό το ύφος; Σαν Μεγάλη Παρασκευή, είσαι..." έκανε ο Αρης και κοντοστάθηκε κατεβάζοντας μια ιδέα τα σκούρα γυαλιά από τα μάτια του και περίμενε την απάντηση. Γέλασα, χωρίς να βγει κανένας ήχος. "Θέλω να..." Δεν πρόλαβα να του πω ότι, ήθελα να γίνω... παπαδάκι. Η Αλίκη είχε έρθει κατά πάνω μας, τραβώντας μας σχεδόν από τα χέρια για να μας μπάσει στο διπλανό τσιπουράδικο. "Οξος ο Χριστός, τσίπουρο εμείς;" τόλμησα να ρωτήσω. "Μείνε εδώ εσύ αν θες!" έκανε δήθεν πειραγμένη η Αλίκη, και πιάνοντας αγκαζέ τον Αρη, τον ρώτησε παιχνιδιάρικα: "Πάμε αγάπη μου εμείς;"
Το πρωινό του μεγάλου Σαββάτου κύλησε με βόλτες στην πόλη προσμένοντας την Ανάσταση, που μας βρήκε σε ένα μοναστήρι του 11ου αιώνα, έξω από την πόλη. Χωρίς ηλεκτρικό, μέσα σε ανθισμένους κήπους. Χωρίς στρακαστρούκες και βεγγαλικά έκαναν μια διαφορετική ατμόσφαιρα. Μείναμε ως το τέλος και έχοντας το φως στα χέρια αλλά και μέσα μας, γυρίσαμε στο σπίτι για να γευτούμε τις μαγειρικές δεξιότητες της φίλης μας.
-Χριστός Ανέστη, Αρη!
-Αληθώς Ανέστη, Λύση.
-Παιδιά, είστε σίγουροι;
-Aλικη..!
5 Μαρτίου 2010
Ονειροτάξιδα
Κοιτάζω το σύννεφο που αναπάντεχα λοξοδρόμησε και αυτό μπροστά από το παράθυρο μου. Προσπερνά βιαστικό και με αφήνει πίσω στο φως , να σπαταλώ τη μέρα μου με καφέδες και βορειοελλαδίτικα ονειροτάξιδα. Από κάπου ακούγεται κάτι σαν μουσική, ενώ περιμένω καρτερικά να περάσει η ώρα, να φύγω και εγώ από το γραφείο. Οι ελάχιστοι που μπόρεσαν να έρθουν σήμερα, σκόρπισαν αλλαφιασμένοι για να βρουν μια θέση στα καφέ της πόλης, ένεκα της απεργίας-στάσης εργασίας ή ότι άλλο γραφικό γίνεται τούτες τις μέρες. Κάτω στο δρόμο τα αυτοκίνητα σχηματίζουν ουρές και έτσι όπως τα κοιτώ από ψηλά, μου μοιάζουν με τις σειρές από κάμπιες, που σέρνονται αργά στο προαύλιο του κτιρίου, τούτο τον καιρό . Στάμπες πάνω στην πίσσα, λιωμένες πράσινες γραμμές. Μη αναγνωρίσιμες...
Μια ώρα απέμεινε. Σκέφτομαι φεύγοντας, να κάνω μια στάση στο γυμναστήριο. Ξεκίνησα πάλι, να έχω να παλεύω με τα σημάδια του χρόνου. Να έχω κάπου να πάω, στις άσκοπες ώρες μετά τη δουλειά. Να περιμένω στα ρουθούνια μου την δύναμη του ποταμού "ιδρώτα". Κάθε μέρα, όσο μπαίνει η άνοιξη, έρχονται όλο και πιο πολλοί να γυμναστούν. Κορμιά άγουρα και κορμιά γερασμένα. Κορμιά αγύμναστα και άλλα καλοφτιαχμένα. Ολες οι φυλές ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους, τσαλαβουτούν στα μπάνια και στη σάουνα, μπαινοβγαίνουν στις αίθουσες με την πετσέτα στους ώμους και τη ματιά έτοιμη να αναμετρηθεί με την απέναντι ματιά, που ορμά πεινασμένη.
Ο ήλιος τραβήχτηκε, πήρε το δρόμο του. Σηκώνω τις γαλαζωπές περσίδες ως πάνω. Φάνηκαν οι κορυφές των δέντρων και στο βάθος το δάσος από τις γκρίζες κεραίες των πολυκατοικιών. Ανοίγω και μια ιδέα το παράθυρο. Ο αέρας με βρίσκει με δύναμη στην πλάτη. Μια υποψία ιδρώτα κυλά ύπουλα στα πλευρά μου. Ετσι, σκέφτομαι θάλασσες και αμμουδιές. Ν' άφηνα εκεί, δουλειές και αναδουλειές, κοινοτικούς και κυβερνητικούς, σπρεντ και Ρεν, περικοπές και αγορές...
Φεύγω για μια θάλασσα!
23 Φεβρουαρίου 2010
Ψίθυροι και ουρλιαχτά
Ενα χτύπημα στην πόρτα με ξύπνησε από ένα βαθύ ύπνο μεσημεριού, που θέριεψε πάνω στο κρεβάτι μου. Το φως δίπλα στο κεφάλι, χτύπησε με δύναμη στα μάτια. Τα ΄ριξα στο ρολόι που το είδα να δείχνει ήδη οχτώ. Εψαξα για κάτι να σκεπάσω τη γύμνια μου και πήγα να ανοίξω. Κανείς δεν έμεινε να με περιμένει εκεί. Εκλεισα απαλά και με ανακούφιση την πόρτα. Στην κουζίνα είδα βουνό από πιάτα να με περιμένουν να τα βάλω στο πλυντήριο. Τα άφησα στην βρωμιά τους και επέστρεψα μπροστά στο φως του υπνοδωματίου. Εμεινα για μια στιγμή αναποφάσιστος για το αν θα πήγαινα ή όχι στο γυμναστήριο. Γδύθηκα με σκοπό να φορέσω τη φόρμα. Αντί για αυτό όμως, προτίμησα να με σκεπάσω με το λευκό σεντόνι. Εσβησα και το φως. Σκοτάδι...
Εμεινα ώρες έτσι, να σκέφτομαι ό,τι έπεφτε σαν λευκή βροχή από το ταβάνι. Για τη δουλειά, που πάει από το κακό στο χειρότερο. Τις φήμες, που ακούγονται κάθε μέρα που περνά και από ψίθυροι γίνονται ουρλιαχτά. Γύρω υπάρχει μια βεβαιότητα που αρνούμαστε πεισματικά να δούμε. Ζούμε σε μια πεθαμένη από χρόνια χώρα, που όσο και να την κοιτάς δεν έχει την προοπτική του Λαζάρου. Μια χώρα που το 75% των κατοίκων της θεωρούν ότι άργησαν να επιβληθούν τα μέτρα και ότι απαιτούνται περισσότερα και από την άλλη, οι ίδιοι που δηλώνουν αυτά, ετοιμάζονται να κατεβάσουν τα ρολά με μια απεργία ενάντια στην επιβολή των μέτρων. Τρικυμία εν κρανίω.
Και εγώ που είμαι; Tι κάνω; Eμείς; Tι προοπτική υπάρχει; Αν υπάρχει... H ζωή είναι εκεί έξω. Aπό το κάτω διαμέρισμα ακούγονται οι φωνές της γειτόνισας να μαλώνει το μικρό παιδί της. Αφουγκράζομαι, περιμένοντας να ακολουθήσει και η φωνή του άντρα της. Να τη! Φωνάζουν όλοι μαζί. Η γνωστή αυτή αλληλουχία διακόπτεται ξαφνικά, από τρεις πυροβολισμούς. Επεσαν λίγο πιο μακρυά από εμάς. Στο σπίτι πάλι, έπεσε βαριά η ησυχία και βάρυναν τα μάτια. Μου ΄ρθε στο στόμα να σιγοψιθυρίσω το 'Hit Me With Your Best Shot' με τους StereoGoesStellar. Κοιμήθηκα σαν σκοτωμένος...
16 Φεβρουαρίου 2010
Προς τα πίσω...
Στεκόμουν στην αποβάθρα κοιτάζοντας το μαύρο άνοιγμα στα αριστερά μου, έτοιμο να με καταπιεί. Πίσω μου, από το σιδερένιο κάθισμα, έννοιωσα το βλέμμα του Αρη να σκαρφαλώνει αργά στην πλάτη μου. Τραβήχτηκα, λες και θα με έπερνε μπροστά το βάρος. Γύρισα να τον κοιτάξω. Στη διπλανή θέση, είχε καθίσει ένας ωραίος νεαρός. Kοίταξα αυτόν. Εβγαλε το κινητό από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν και άρχισε να παίζει αμήχανα με τα πλήκτρα. Είχε νοιώσει άραγε τον θαυμασμό μου για αυτόν; Γύρισε το πρόσωπό του δεξιά. Είδα μια κοπέλα να κάθετε εκεί δίπλα του. Ο ωραίος νεαρός την εξέταζε, όπως είχα κάνει εγώ πριν με εκείνον. Ισως πάλι όχι. Εκείνη φορούσε μαύρα μεγάλα γυαλιά, που κάλυπταν το μισό της πρόσωπο. Κοιτούσε ίσια μπροστά και το ακίνητο βλέμμα καρφώθηκε στο τζάμι του τρένου της απέναντι αποβάθρας. Μου φάνηκε πως έκλαιγε. Ο αέρας, που έσπρωχνε ο ερχομός του τρένου, έπεσε με δύναμη πάνω μου. Ανακάτεψε τα μαλλιά μου και εγώ έκλεισα με δύναμη τα μάτια.
Μέσα σε ένα βήμα, νόμιζα ότι βρέθηκα σε παζάρι της Μομπάσα ή του Ναϊρόμπι. Δεκάδες πανομοιότυποι Αφρικανοί, πουλούσαν τα ίδια πράγματα , ο ένας δίπλα στον άλλο. Τσάντες, πορτοφόλια, σκαμπό, φουλάρια, και άλλες τσάντες και άλλα φουλάρια. Στην άκρη του δρόμου αραδειασμένα τα όνειρα των ανθρώπων. Εκεί στα άβολα λευκά μάρμαρα μιας μαύρης Ερμού. Μερικοί ήταν γοητευτικοί. Ισως και όμορφοι. Διέκρινες τα σφικτά λιπόσαρκα σώματα κάτω από τα πολύχρωμα ρούχα. Μια θλιβερή παράταξη μοντέλων. Και εμείς οι περαστικοί του ευτελισμού, πιο φτηνοί από την "μαύρη" πραμάτια.
Μεσημέρι τελευταίας Κυριακής της αποκριάς, όταν κλείσαμε την πόρτα του «Ζείδωρον» και προχωρήσαμε προς την πλατεία. Δεν την είχα δει αλλαγμένη. Δεν μου άρεσε. Λίγο πριν την είδοδο στο κτίριο του Μετρό, αποχαιρετήσαμε τους φίλους μας από τη Θεσσαλονίκη και εμείς κινήσαμε προς την Πλάκα, μαζεύοντας εικόνες, μυρωδιές και ήχους μαζί με το τελευταίο φως της μέρας. Πήραμε την Ανδριανού με αργό βήμα. Λιγοστός κόσμος κατέβαινε προς την πλατεία, ποδοπατώντας τα λερωμένα απομηνάρια του καρναβαλικού σαββατόβραδου. Κάναμε μια στάση για καφέ, στο "Ιτ ατ μίλτονς", απέναντι από τα "Αρχιεσπισκοπά". Μια ώρα μετά πέρναμε το δρόμο για την Ερμού με προορισμό το Σύνταγμα.
Αφησα τον παράξενο αυτό κόσμο με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας τα σκαλοπάτια. - Μήπως θέλεις να μείνουμε και άλλο; Ρωτούσε ο Αρης. - Οχι, ας φύγουμε καλύτερα, απάντησα με τη σκονισμένη ανάσα να τρέχει βιαστικά μπροστά μου. Πίσω νόμιζα πως άκουγα ακόμα τον μονόλογο ενός αλλοπαρμένου, που κρεμασμένος απ΄ τα κάγκελα της οδού Αμαλίας, κοιτούσε το διάφανο άπειρο.
Ο αέρας, που έσπρωχνε ο ερχομός του τρένου, έπεσε με δύναμη πάνω μου. Ανακάτεψε τα μαλλιά μου και εγώ έκλεισα με δύναμη τα μάτια. Εκεί βάλθηκα να λογαριάζω, τη μέρα προς τα πίσω...
27 Ιανουαρίου 2010
Οι ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας
Η γλυκερή μυρωδιά από το πρόωρα μισάνοικτο ζουμπούλι της κουζίνας, έπεσε με δύναμη πάνω μου για να με καλωσορίσει στο σπίτι. Εβγαλα τα παπούτσια στο χαλί της εισόδου και προχώρησα αργά σε ένα, όχι και τόσο γνώριμο ακόμα μισοσκόταδο, πατώντας με τις χοντρές κάλτσες, μην τυχόν πληγώσω τα σανίδια στο πάτωμα. Περνώντας από τον διάδρομο, ανέβασα το θερμοστάτη σε τροπικές θερμοκρασίες και αφού ελευθέρωσα το σώμα μου απ' τ' ανυπόφορα ρούχα του, αφέθηκα έτσι γυμνωμένος, στο λυτρωτικό λευκό της μπανιέρας.
Χώθηκα αργά στο ζεστό νερό με τις άσπρες φουσκάλες να επιπλέουν γύρω από το σώμα μου, σαν σωσίβια άγνωστων ναυαγών. Εκλεισα τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου να βρει στήριγμα στο παγωμένο άκρο. Την ίδια στιγμή έννοιωσα μέσα στο νερό, το ζεστό χάδι του με τη μορφή ενός μικρού καταράκτη να πέφτει πάνω στο απλωμένο χέρι μου. Προς στιγμή είχα μια αίσθηση από εκείνο το φθινωπορινό λουτρό, στο Πόζαρ. Εκλεισα την μπαταρία και αφουγκράστηκα τη σιωπή του σπιτιού. Ετσι εκεί, θυμήθηκα τον Στέφανο που ΄λεγε το πρωί, πόσο θα ΄θελε με τέτοιο καιρό, εκεί χιόνιζε, να κάνει αυτό που έκανα εγώ τώρα. Τις υγρές μου σκέψεις, τις εικόνες των βορειοελλαδίτικων λουτρών και την μεσημβρινή ησυχία του μπάνιου, ήρθαν να σπάσουν οι πρώτες ψιχάλες μιας δυνατής βροχής που άκουγα να χτυπά, ψηλά, εκεί στα τσιμέντα της ταράτσας. Ακριβώς πάνω από το μέτωπό μου.
Εμεινα για αρκετή ώρα εκεί να ακούω τη βροχή μέσα στο κεφάλι μου. Οι σκέψεις στο μυαλό μου αγνοώντας τους νόμους, έτρεχαν ψηλά, έφταναν σε σκοτεινά μοναπάτια και δύσκολες ανηφοριές. Αφησα την υγρασία από τα μάτια μου να κυλήσει αργά πάνω μου και να ενωθεί με ένα ρυπαρό γκρίζο στο νερό. Αναρωτήθηκα αν είναι προτιμότερο τελικά να παριστάνεις ότι δεν γνωρίζεις την αλήθεια, από το να την ομολογείς ταπεινωμένος. Αναπολώ κι όλας τις ευτυχισμένες μέρες της άγνοιας...
Βολεύτηκα κάπως καλύτερα και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στο νερό. Κράτησα την αναπνοή μου, όση ώρα περισσότερη μπορούσα, αφήνοντας σιγά σιγά όλο τον αέρα από τα πνευμόνια μου να δραπετεύσει προς το άπειρο. Εβγαλα πρώτα το κεφάλι και μετά κάθησα μέσα στο νερό σε θέση λωτού, αν και μου έμοιαζε περισσότερο με θέση βατράχου. Είχα χαλαρώσει τόσο που μου ήρθε να κατουρίσω. Ξαφνικά το νερό έγινε μια ιδέα πιο ζεστό. Το μάτι μου έπιασε από δίπλα, καθώς γυάλιζαν στο τελευταίο απογευματινό φως, τις λεπίδες τις ξυριστικής. Την πήρα στο χέρι μου, την βύθησα στο νερό και εκεί μέσα, χωρίς να μετακινηθώ, βάλθηκα να ξυρίζω τα αρχίδια μου. Κόντρα ξύρισμα. Κόντρα σε όλα...

26 Ιανουαρίου 2010
Από τον καιρό των μολυβιών
Μεσημέρι μιας παράξενης Τρίτης λοιπόν. Μιας χειμωνιάτικης μέρας που σαν φύγει δεν θα μείνει τίποτα να τη θυμίζει. Που θα περάσει από πάνω μας αφήνοντας μονάχα τη σκόνη του χρόνου. Δεν ακούγεται και πολύ άσχημο αυτό. Ή μήπως όχι; Γουατέβερ. Οι σειρήνες ενός περιπολικού τρομάζουν κάτι πουλιά - σπουργίτια; - που πετούν αλλαφιασμένα προς το παγωμένο άγνωστο. Στο εμ ες εν ο Στέφανος με ρωτά τι έχω. Στο τηλέφωνο ο Αρης, τι θα κάνουμε το βράδυ. Στο ιμέιλ βρίσκω μήμυμα από το φέις μπουκ, ότι μια παλιά - από τον καιρό των μολυβιών - πεν παλ, με έχει ανακάλυψει και ρωτά για μένα. Τέτοια χαρά ούτε η Σουβαλτζή, όταν 'ανακάλυπτε' τον τάφο του Μεγαλέξανδρου.
Ξαφνικά νοιώθω το πρόσωπό μου να καίει. Ανοίγω το παράθυρο και ο παγωμένος αέρας με πλαγιοκοπεί. Δεν αντέχω πάνω από δύο-τρία λεπτά, όσο να τελειώσει στα αυτιά μου το "Dance With Me". Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο σπάνια βγάζω τα ακουστικά. Δεν θέλω να ακούω τίποτα, απ' όσα ακούγονται από τους "συναδέλφους" των γύρω γραφείων. Η λέξη σε εισαγωγικά... Θέλω να φύγω. Μαζεύω στα γρήγορα τα πράγματα μου για να βγω έξω στο κρύο. Να φύγει η μέρα. "...Δεν έχω διάθεση να κάνω κάτι απόψε, Αρη. Θα δούμε..."
Από καιρό έψαχνα μια αφορμή να επιστρέψω. Ή έστω μια καλή φράση για να αρχίσω ξανά να γεμίζω τις λευκές σελίδες με τα μαύρα γράμματα της ζωής μου. Τελικά οι γλάροι το κατάφεραν. Ετσι αναπάντεχα...
31 Δεκεμβρίου 2008
H θλίψη των ανομολόγητων ευχών
Caro diario
Τελευταίο ποστ, του χρόνου γράφεται από το γραφείο. Παγωμένα όλα γύρω. Λιγοστοί συνάδελφοι. Η τηλεόραση κλειστή. Το ίδιο και ο καιρός. Μαύρα σύννεφα κρύβουν το φως του ήλιου μου. Κρυώνω. Τα χέρια έχουν παγώσει. Νομίζω πως πεινώ κιόλας. Δεν είμαι σίγουρος. Ισως απλά να είναι η αφορμή να κατέβω ως κάτω, για να αγοράσω κάτι φαγώσιμο. Να αποκτήσω έναν προορισμό για κάπου.
Ο Αρης επέστρεψε πάντως χθες. Ετοιμάζεται τώρα για το κοινό μας ταξίδι έως την Θεσσαλονίκη. Εγώ πάλι δεν έχω κάνει κάτι, ακόμη γι΄αυτό. Ούτε ρούχα, ούτε βαλίτσα. Ενα τίποτα. Πρέπει να βρω τη δύναμη να τα κάνω σήμερα ή το αργότερο αύριο το πρωί. Με αφήνει αδιάφορο, δεν ξέρω γιατί δεν το ακύρωσα αυτό το ταξίδι και πάω τελικά. Σκέφτομαι να τελειώνει και να γυρίσω πίσω. Αυτό θέλω.
Δεν έχω ιδέα που θα κάνω αλλαγή του χρόνου. Λίγο μετά ξέρω, πως θα κοιμάμαι με τον άγγελο του σεντονιού μου στον αγκώνα μου. Θα είναι πάλι εκεί, και απόψε, όπως κάθε βράδυ. Οταν τον αφήνω, νοιώθω κουρασμένος. Πνίγομαι στο τίποτα. Σκέφτομαι πόσο τα βαρέθηκα όλα. Δεν βρίσκω ενδιαφέρον σε όσα με περιτρυγυρίζουν. Τίποτα δεν με συγκινεί. Κάτι να με πάει παρακάτω. Εστω ένα βήμα πιο πέρα. Μακάρι να είχα τη δύναμη να τα άλλαζα όλα. Να μπορούσα να ζήσω το θαύμα που ήρθε στη ζωή μου ετούτη τη χρονιά. Θυμάμαι ότι πρώτη φορά στη ζωή μου κέρδισα το "φλουρί" και έζησα μέσα σε τούτο το χρόνο τόσα πολλά και όμορφα πράγματα. Η καλύτερη χρονιά μου και ναι, λυπάμαι που φεύγει. Οσα περίμεναν για πολλά χρόνια να συμβούν, ήρθαν! Και τώρα; H θλίψη των ανομολόγητων ευχών και των ανεκπλήρωτων πόθων...
Σκέφτομαι να φύγω νωρίτερα από τη δουλειά. Να βγω έξω στο κρύο. Να περπατήσω άσκοπα στην πόλη. Να σκεφτώ πράγματα μικρά. Τα μάτια μου κλείνουν. Ο καφές δεν με κράτησε. Πίνω πλέον πάνω από 3 - 4 κάθε ημέρα. Δεν με πιάνουν. Τα βράδυα δεν κοιμάμαι καλά. Ξυπνάω πολλές φορές μέσα στη νύχτα. Σήμερα ξύπνησα από τις 5 τα χαράματα. "Χαράματα"... Δεν κοιμήθηκα ξανά μετά. Σηκώθηκα για δουλειά. Τελευταία μέρα κι είμαστε ακόμα ζωντανοί...
29 Δεκεμβρίου 2008
Αγια νύχτα
Δύο χάρτινα ποτήρια καφέδων, απομεινάρια του πρωινού, στέκουν παγωμένα κάτω από τα μάτια μου. Το γκριζωπό φως του μεσημεριού φυλακίζει τη χαρά κάτω από το πυχτό του βάρος. Η θέληση, η σκέψη και η ευχή... Δεν βγάζουν πουθενά τελικά μιας και το κινητό μένει βουβό και ασάλευτο στην άκρη του γραφείου. Σηκώνω το βλέμμα στην τηλεόραση όπου η Μενεγάκη χαζολογάει με χρονιάρικο σκέρτσο. Πληρωμένη ευτυχία. Οι συνάδελφοι καταφτάνουν από το πρωί ασθμαίνοντας από το κρύο και την υπερκατανάλωση κουραμπιέδων. Δεν τους δίνω σημασία. Αντιλαμβανόμενοι στην τσαντίλα μου, ελάχιστοι είναι αυτοί που έρχονται να μου ευχηθούν. Ο Αρης είναι εκτός γραφείου με λίγων ημερών άδεια . Αναρωτιέμαι αν θα μου λείψει. Πίνω μια γουλιά καφέ, έχει την ίδια γεύση με τον καφέ στο μπαρ, του "Δημήτρης Χορν". Θυμάμαι πως πέρασε βραδιά των Χριστουγέννων...
Η ιδέα μού ήρθε το μεσημέρι καθώς τρώγαμε οικογενειακώς. Γύρω από το μεγάλο τραπέζι, με το ψητό πουλί, έτσι μπρούμητα να με κοιτάζει κατάματα, οι γονείς μου, ο Αρης και εγώ. Οι κουβέντες λιγοστές, τυπικές μιας καθημερινής ημέρας. Ο καιρός όπως και σήμερα, μουντός και η διάθεση μου ασορτί. - Παιδί μου γιατί μένεις αξύριστος, τέτοιες μέρες; ρώτησε η μάνα μου. - Α, νομίζω ότι του πάει έτσι! Ο πάντα προστατευτικός Αρης, έσπευσε να κλείσει το θέμα πριν την αποπάρω με καμιά χοντράδα μου. -Ελάτε φέρτε τα ποτήρια σας να πιούμε λίγο, έκανε ο πατέρας μου. - Τι μέρα είναι σήμερα!
Ηταν Χριστούγεννα, δεν είχα όρεξη να τρέχω σε γιορτές συγγενών και έτσι σκεφτόμουν που να περάσουμε το βράδυ. -Τι θα κάνετε το βράδυ, μας ρώτησε η μάνα μου. Απάντησα εγώ: Aπόψε τρώμε στης Ιοκάστης Παπαδήμα!
Κλείσαμε εισιτήρια για την απογευματινή, μιας και η βραδυνή παράσταση δεν είχε κενές θέσεις. Καλύτερα, σκέφτηκα να έχουμε την άνεση να πάμε για φαγητό μετά. Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Οι θέσεις μας ήταν καλές. Η αυλαία άνοιξε, η σκηνή φανέρωσε μια όμορφη εικόνα, μια φωτογραφία της πάντα θελκτικής Θεσσαλονίκης στο πίσω μέρος της σκηνής. Η Φιλιππίδου ήταν εξαιρετική, δεν την χόρταινες! Οπως πολύ καλός μου φάνηκε και ο Δαδακαρίδης. Γέλασα περισσότερο ως αναγκαιότητα. Οπως πρέπει να πάρεις ένα φάρμακο. Κάποιες στιγμές έριχνα κλεφτές ματιές στον Αρη. Γελούσε άραγε, περνούσε καλά εκείνος; Βρισκόμασταν δίπλα δίπλα, αλλά θα στοιχημάτιζα ότι μας περνούσαν σαν δύο ανθρώπους που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Η παράσταση συνεχιζόνταν, αλλά ο νους μου γύρισε έντεκα χρόνια πίσω. Πάλι βράδυ Χριστουγέννων, πάλι μαζί σε θέατρο. Ηταν στο Αποθήκη τότε, στο "Αναμείνατε στο ακουστικό σας". Σίγουρα ήταν κάποιοι άλλοι τότε. Οχι εμείς...
-Πάμε για φαγητό;
-Θέλεις εσύ; Ας πάμε...
Αγια νύχτα, βγήκαμε στο Γκάζι. Πρώτη φορά πηγαίναμε εκεί. Κόσμος κατέβαινε από όλους τους δρόμους, παρά το τσουκτερό κρύο. Τα καφέ και τα εστιατόρια, όμως παρέμεναν άδεια. Σκεφτήκαμε ότι ήταν ίσως ακόμα νωρίς. Κάναμε μια βόλτα στους λερωμένους δρόμους. Κάναμε και μια δεύτερη... Λίγα λόγια, περισσότερες σκέψεις. Ενας προβολέας από την ταράτσα κάποιου κτιρίου κυνηγούσε τα χριστουγγενιάτικα σύννεφα στο νυχτερινό ουρανό της Αθήνας. Εμείς πάλι, το πνεύμα των Χριστουγέννων. Η ώρα περνούσε. Πουθενά δεν μας άρεσε να καθίσουμε. Συνειδητοποίησα ότι μάλλον δεν μας άρεσε να καθόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο. Βρήκαμε ένα εστιατόριο, που είχε μια παρέα τουλάχιστο μέσα. Συμφωνήσαμε να μπούμε σε αυτό. Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα, ακούσα τον Αρη να μου λέει πως δεν θέλει. "Δεν πεινάω πια", είπε. "Φεύγουμε!" απάντησα κοφτά και τράβηξα πρώτος προς την είσοδο του σταθμού. Στο τρένο καθήσαμε χωριστά. Εγώ σε παράθυρο, εκείνος σε πλαϊνό κάθισμα. Δεν έβλεπα, ούτε την αντανακλάση του.
Πήραμε το αυτοκίνητο. Οδηγούσε αργά, σαν να ήθελε να καθυστερήσει την επιστροφή στο σπίτι. Από τα ηχεία, προσπαθούσα κάθε τόσο να διακόψω το Λαστ Κρίστμας, ψάχνοντας για επόμενο σταθμό. Λίγο πριν με αφήσει κάτω από το σπίτι μου τον ρώτησα αν κερνάει ένα ποτό. Απάντησε καταφατικά γέρνοντας το κεφάλι του προς το τιμόνι. Είδα όμως μια λάμψη μικρής χαράς πριν πέσει από τα μάτια του. Το σπίτι ήταν παράξενα ζεστό. Εβαλε τα φωτάκια στην πρίζα. Αναψε και όλα τα κεριά. Εβγαλε ακόμα και στο μπαλκόνι. Αφησε τις καινούριες μαύρες κουρτίνες ανοιχτές να μπαίνει η πόλη μέσα. Εγώ έβαλα μουσική και έφερα το μπουκάλι με το ποτό στο τραπεζάκι. Εκείνος έφερε τα ποτήρια και τον πάγο. Καθήσαμε δίπλα δίπλα πίνοντας ευχόμενοι ο ένας στον άλλον Καλά Χριστούγεννα. Ηταν η πρώτη φορά που βγήκε ετούτη η ευχή μέσα από τη ψυχή μου. Με πήρε αγκαλιά. Τον κράτησα και εγώ. Ακουσα τον ευατό μου να λέει πάνω από τον ώμο του "Πεινάω". Με άφησε απαλά εκεί, στον κίτρινο καναπέ και σηκώθηκε να ετοιμάσει τραπέζι με ό,τι υπήρχε στο ψυγείο. Σε λίγο είχε στρωθεί το άσπρο τραπεζομάντηλο, με το "καλό" σερβίτσιο πάνω και τα ψηλά ποτήρια για το λιγοστό κρασί που είχαμε. Φάγαμε σαλάτα με ζεστά λαχανικά και ριζότο θαλασσινών. Τί κι αν ήταν Χριστούγεννα; Δεν είχε πια καμιά σημασία.
23 Δεκεμβρίου 2008
O Γολγοθάς των χριστουγέννων
Την προσμονή των χριστουγέννων τη μέτρησα με το ότι δεν χρειάστηκε να βάλω πλυντήριο. Τα παντελόνια μου θα με "έβγαζαν" ως αύριο, τελευταία εργάσιμη ημέρα, πριν τις "γιορτές"... Το πνεύμα των οποίων ενέσκηψε δριμύτερο εφέτος απάνω μου, με έριξε κάτω με έκανε να μην μιλιέμαι, να μην με χωράει ο τόπος και να να σκορπίζω στους γύρω μου μιζέρια και στεναχώρια. Οπως πάντα. Ετσι είμαι εγώ. Και αυτοί που με ξέρουν κάνουν υπομονή. Οι άλλοι απορούν με εμένα. Και εγώ εξακολουθώ να πνίγομαι. Ο αέρας δεν μου είναι αρκετός. Ολα μου φταίνε. Ο,τι χρειάζομαι δεν υπάρχει. Κοντεύω να σπάσω τους τοίχους, τις πόρτες, το γραφείο... Χτυπώ με δύναμη τις σάρκες και το πρόσωπο μου. Τα πόδια κλωτσάνε ότι βρεθεί μπροστά τους. Τα χέρια σπαθίζουν με μανία τον αέρα. Νοιώθω θυμό και οργή. Ναι, αυτό νοιώθω.
Γράφω από το γραφείο τώρα. Δουλειά λιγοστή, νεύρα πολλά. Σκέφτηκα να φύγω, αλλά δεν έχω που να πάω. Να πάω σπίτι, δεν με περιμένει κανείς. Να πάρω τους δρόμους, δεν έχω προορισμό. Κλείνω απότομα το εμ ες εν, γιατί ένας γνωστός μου ευχήθηκε να περάσω καλά τούτες τις ημέρες και να τις χαρώ μαζί με τον Αρη. Παίρνω την απόφαση και ακυρώνω μ' ένα τυπικό μήνυμα την πρόσκληση ενός φίλου για αλλαγή πρωτοχρονιάς στο σπίτι του. Τηλεφωνώ και το ανακοινώνω στον Αρη. Εκείνος δεν λέει τίποτα. Ηθελε πολύ να πηγαίναμε μαζί, αλλά δεν μπορώ να κάνω τον ευτυχισμένο. Προτιμώ να είμαι αληθινός. Και τώρα ο Αρης, πού θα περάσει τη βραδιά εκείνη; Δεν έχω την απάντηση. Εγώ θέλω να πέσω για ύπνο από τις δέκα. Να τελειώνουν όλα όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Να ξυπνήσω το επόμενο μεσημέρι μόνος, χωρίς να έχω αποχαιρετήσει τούτη τη χρονιά. Δεν θέλω και δεν μπορώ να το κάνω. Πάω να πάρω έναν εσπρέσο από το ΜΑΠ*.
Ο καφές καίει τα χείλια μου. Τον βρίσκω πικρό και άγευστο. Κάποιοι αποχωρούν από το γραφείο ουρλιάζοντας "καλά χριστούγεννα". Κάνω δήθεν πως έχω δουλειά για να αποφύγω να πω κάτι, σκύβοντας πάνω από το κίμπορντ με μάτια θολωμένα. Φτερνίζομαι. Ενας διπλανός συνάδελφος είναι άσχημα συναχωμένος. Βουνό τα χαρτομάντηλα, λίγο πιο μακρυά από μένα. Ελπίζω να μην κολλήσω. Θα ήταν το τελευταίο που θα ΄θελα. Από την άλλη όμως σκέφτομαι θα ήταν το τέλειο άλλοθι για να μην εμφανιστώ πουθενά τούτες τις γαμο-μέρες. Σκέφτομαι και το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, που σχεδίασα να κάνουμε μαζί με με τον Αρη στις αρχές του Γενάρη. Δεν βρίσκω το λόγο γιατί να πάμε. Αγχώνομαι. Δεν ξέρω τι θα κάνω τελικά. Σκέφτομαι πως όλοι έχουν κάπου να πάνε. Η Αλίκη στο σπίτι του Αργους. Η Μπία βρίσκεται από μέρες στο Χιούστον. Μιλήσαμε μέσω τηλεφώνου αργά χθες το βράδυ. - βαριέται να γράφει στο εμ ες εν - με ρωτούσε τι γκάτζετ θέλω να μου φέρει. Μετράει τις μέρες να επιστρέψει πίσω. Δύσκολα και εκεί. Χιούστον γουί χαβ α πρόμπλεμ...
Σιωπή...
- Να μην ξεχάσω, φεύγοντας να φιλήσω τον διπλανό συνάδελφο - εκείνον με το συνάχι- και να του ευχηθώ "Καλά Χριστούγεννα"...
* Μηχάνημα Αυτόματων Πωλήσεων

Τελικά, μια μέρα μετά, την πλήρωσε το -πρώην- αγαπημένο λαστιχένιο πληκτρολόγιο...
Ως εδώ ήταν.
8 Νοεμβρίου 2008
Ανήμερα των Ταξιαρχών
Βρίσκομαι μόνος στο σπίτι. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Πάντα με δυσκολεύει ο ύπνος σε τούτη την πόλη. Είναι απόγευμα, με τον καφέ να έχει ήδη κρυώσει από ώρα στο φλυτζάνι. Από τα ηχεία του λάπτοπ, ακούω όπως πάντα κις εφ εμ Μυτιλήνης. Γράφω για πρώτη φορά από Θεσσαλονίκη. Και τις προηγούμενες που βρέθηκα εδώ, είχα τη δυνατότητα και τη θέληση να γράψω, αλλά δεν το έκανα. Ανήμερα των Ταξιαρχών. Σκέφτομαι ότι σαν σήμερα ξεκινούσε το πρώτο ταξίδι με τον Αρη. Αραγε εκείνος θα το θυμήθηκε; Πίσω στο 1998, πίσω στο δρόμο για το Πάππιγκο... Πότε πέρασαν τόσα χρόνια; Και σήμερα βρέθηκα να ταξιδεύω. Μόνος αυτή τη φορά και με διαφορετικό προορισμό.
Η πτήση θα ήταν καλή. Ο καιρός όμορφος, ότι έπρεπε για εκδρομή. Είχα χρόνια να ταξιδέψω με αεροπλάνο. Απολάμβανα την κάθε στιγμή. Μπήκα στο αεροσκάφος με την χειραποσκευή στην πλάτη. Βρήκα να κάθεται στη θέση μου, μια κοπέλα. Με την πρώτη ματιά καταλάβαινες πως ήταν θεσσαλονικιά. Εχουν κάτι οι γυναίκες εδώ. Κάτι που τις ξεχωρίζει. Εναν αέρα, ένα ύφος. Ενα στυλ. Κυρίως αυτό! Της είπα ότι καθόταν στη θέση μου. Απάντησε κοφτά. "Οχι! Στη δική μου είμαι." "Οχι, δεν θα μου χαλάσεις τη διάθεση ηλίθια μούτζα..." σκέφτηκα, και πήγαν περίπατο όλα όσα σκεφτόμουν προ ολίγου για τις Θεσσαλονικιές. Ανταπάντησα ευγενικά. "Συγγνώμη, έχω εισιτήριο για τη θέση 22ΤΖΙ". "Με συγχωρείτε πολύ, έχω 22ΕΙ. Είμαι στο άλλο παράθυρο" και σηκώθηκε αμέσως για να πάει στη δική της θέση. Περνώντας δίπλα μου στο διάδρομο, μου έριξε ένα βλέμμα και όλα όσα πιστεύω για τις γυναίκες τούτης της πόλης, ξαναγύρισαν σε ένα χαμόγελο, που άφησα στα χείλη μου.
Είδα τον πρωινό ήλιο να λαμποκοπά στο δεξιό φτερό του αεροπλάνου, μόλις πήρε θέση για απογείωση πάνω στην τσιμεντένια πεδιάδα των Σπάτων. Σκέφτηκα ότι για αιώνες, εώς πριν λίγα χρόνια, στη θέση του τσιμέντου υπήρχαν αμπέλια και ελιές. Η ηχητική προειδοποίηση να κοιτάξουμε στις οθόνες με επανέφερε. Σε αυτές, μια αεροσυνοδός παρουσίαζε όσα πρέπει να κάνουν σε περίπτωση πτώσης του αεροπλάνου οι επιβάτες. Μου ΄ρθαν γέλια γιατί ενώ μιλούσε για σωσίβια και μάσκες οξυγόνου, εντούτοις είχε ένα σφιγμένο χαμόγελο λες και μας έδειχναν τις αποτυχημένες πρόβες από διαφήμιση οδοντόκρεμας.
Εννοιωσα ξανά εκείνη τη γλυκιά ζάλη, την ώρα της απογείωσης. Με μιας, αφήσαμε το έδαφος για να βρεθούμε ανάλαφροι στον αέρα. Η θάλασσα της Αρτέμιδας έτρεχε στα δεξιά. Είδα έως πέρα τη Βραυρώνα. Κοίταξα μπροστά. Επιτέλους η ώρα είχε φτάσει. Εγειρα το κεφάλι πίσω, έλυσα τη ζώνη, και αφέθηκα στο πέταγμα των σύννεφων.
6 Νοεμβρίου 2008
Αγριες ρεματιές
Βλέπω τα ρούχα του χειμώνα αραδειασμένα πάνω στο κρεβάτι, έτοιμα να κλειστούν στη βαλίτσα. Σάββατο πρωί πετάω για Θεσσαλονίκη. Ενα ταξίδι-ανάσα. Επιστροφή Τρίτη βράδυ. Μπακ του μπλακ. Από Τετάρτη ξανά στο γραφείο. Τώρα, ακόμη και η προσμονή του ταξιδιού δεν αρκεί για να με ηρεμίσει. Δεν με χωράει ο τόπος. Οσο πλησιάζει το μαγικό Σάββατο, τόσο η πίεση της δουλειάς χτυπά κόκκινο συναγερμό. Προκαλεί εντάσεις με τον Αρη. Πρώτα το ξέσπασμα. Μετά η σιωπή...
Μπήκα στο άδειο σπίτι και έτρεξα να φτιάξω καφέ. Δεν ήθελα να πιω. Ηθελα με κάτι να απασχολήσω το μυαλό μου. Κάτι ευχάριστο και χαλαρό. Εβαλα το ποτήρι με το νερό, στο φούρνο. Γύρισα το χρονοδιακόπτη. Ανοιξα το ντουλάπι. Πήρα το κουτί στα χέρια μου, το άνοιξα και κοιτάζοντας μέσα του είδα στον πάτο την αλλοιωμένη μου μορφή. Στην άκρη υπήρχαν μόνο μερικοί κόκοι καφέ. Τράβηξα με δύναμη το καλώδιο από την πρίζα. Πέταξα το κουτί στον άδειο κάδο. Εφυγα αφήνοντας την πόρτα στο ντουλάπι ανοιχτή...
Ξάπλωσα μήπως ησυχάσω, αλλά μετά από λίγο άφησα το κρεβάτι για το μπάνιο. Εμεινα για ώρα αναποφάσιστος αν ήθελα να πληθώ. Γύρισα στο πλάι και έπιασα να ξυρίζομαι. Με δύναμη για να με πονέσω. Κοίταξα το πρόσωπό μου. Είδα αυλακιές βαθειές σαν άγριες ρεματιές. Βρέθηκα μέσα τους με τα πόδια ενωμένα, τα χέρια σε έκταση, όταν φυλλωσιές άρχισαν να μεγαλώνουν και να με κυκλώνουν. Σκαρφάλωσαν γρήγορα πάνω μου, με ακινητοποίησαν. Σε λίγο έννοιωσα να βγάζω ρίζες που γρήγορα θα απλώνονταν στα καφετιά πλακάκια του μπάνιου. Σκοτείνιασε η πλάση. Το φεγγάρι χάθηκε μέσα σε έναν πυκτό, πράσινο ουρανό. Ηθελα να φωνάξω αλλά οι κραυγές που έβγαλα ήταν σε μια άγνωστη γλώσσα, που κανείς δεν θα καταλάβαινε. Κανείς... Βρέθηκα τρομαγμένος στο κρεβάτι. Μόνος. Τα πόδια ενωμένα, τα χέρια σε έκταση...
Η ώρα πέρασε. Σκοτείνιασε παντού. Εξω από το παράθυρο, το φεγγάρι μισό, ανεβαίνει και απόψε στον ουρανό, ψάχνοντας απεγνωσμένα για το άλλο του μισό. Να ενωθούν σε ένα, να λάμψουν και να διώξουν το σκοτάδι. Ρίχνω τη ματιά μου πάνω στο κρεβάτι. Τα ρούχα ακόμα φύρδην μίγδην απλωμένα πάνω του. Κάτω, αδειανή η μπορντώ βαλίτσα. Με περιμένει...
29 Οκτωβρίου 2008
Αδειο απόγευμα
Εχω ξανά την ανάγκη να γράψω. Να κάνω κάτι για να διώξω τις σκέψεις μου και να βρω άλλες να τις ρίξω στο κενό. Κάτι για να απασχολήσω το μυαλό μου. Είμαι μπροστά από ένα φλυτζάνι αχνιστού καφέ. Το κοιτάζω παρατηρώντας τη λεπτή δυσδιάκριτη στήλη αρωματικού καπνού να ανεβαίνει και να χάνεται μπροστά από το λευκό της οθόνης. Το κίτρινο φως της λάμπας από τ' αριστερά μου φωτίζει περίεργα τα αντικείμενα του γραφείου. Τα δύο ποτήρια με τα παλιά στυλό και τα μολύβια με τις σπασμένες μύτες, να σημαδεύουν το ταβάνι. Υπάρχουν εκεί μέσα, ένας μικρός χάρακας, δύο κοπίδια, το θερμόμετρο από τον καιρό των πυρετών, ακόμα και το δερμάτινο βραχιόλι, που αγόρασα τον Ιούνιο στη Χιλιαδού. Πιο πέρα σβηστή η γουέμπ καμ των 1.3 περιμένει την ώρα που θα ανοίξει για να με στείλει μέσα σε μια άλλη οθόνη και απεκεί, μέσα σε άλλα μάτια. Αριστερά στο λαστιχένιο μου πληκτρολόγιο, ένα μικρό, ξεραμένο μπαλάκι ψωμιού, λάφυρο από το τραπέζι της κουζίνας. Τη μανία μου αυτή με τα μπαλάκια, ακόμα δε λέω να την σταματήσω. Πίσω του οκτώ άδειες μπαταρίες ΑΑ περιμένουν την ώρα να ανακυκλωθούν. Σκέφτομαι ότι όλοι κάτι περιμένουμε και αν δεν έχουμε κάτι πρέπει να βρούμε να περιμένουμε. Ακόμα και το χρόνο...
Προσπαθώ να θυμηθώ την ατάκα της Λέχου για τον χρόνο, στο "Αυστηρώς κατάλληλο", που είδαμε χθες με τον Αρη. Δυσκολεύομαι να το κάνω όμως. Ηταν κάτι μελαγχολικό πάντως, κάτι σαν ότι ο χρόνος σκοτώνει τα πάντα, ακόμα και τον Ερωτα. Το αφήνω για τις εικόνες που έρχονται ξανά μέσα μου. Εικόνες ενός χαλαρού βραδυνού εθνικής γιορτής, με βόλτα για καφέ και κινηματογράφο. Πρόσωπα, λόγια, γέλια, σιωπές, χειρονομίες ενός πλήθους, που χθες μου φάνηκε κάπως ήσυχο. 'Η μήπως φοβισμένο;
Γυρίζω αργά το κεφάλι μου δεξιά, προς το παράθυρο. Οι λεπτές κουρτίνες αφήνουν το τελευταίο φως να αποχαιρετήσει τη μέρα, σαν απεγνωσμένοι εραστές πάνω στο κρεβάτι μου. Σε λίγο θα τους χωρίσει η νύχτα. Το ξέρουν πως έτσι πρέπει να γίνεται, όπως ξέρουν επίσης, πως θα έρθει η στιγμή που θα σμίξουν και πάλι. Ζυγώνει...
Δεν θέλω να σταματήσω να γράφω. Φοβάμαι... Σκέφτομαι να πάω να κοιμηθώ. Από τώρα, έως το πρωί. Να κλείσω τα μάτια, να ενωθώ με τα σκοτάδια μου. Εκεί, κάτω από την κουβέρτα. Χωρίς ανάσα. Εγώ και ο φόβος...
20 Οκτωβρίου 2008
Στο γύρισμα της τύχης
"Ας φύγουμε μακριά από τα πάθη ετούτης της αφιλόξενης γυμνής γης. Μια νέα πατρίδα ανοίγεται στην αγάπη μας. Εκεί, μέσα σε παρθένα δάση, ευωδιαστά από τα άνθη, εκστασιασμένοι από ευτυχία θα ξεχάσουμε τον κόσμο" *
Γράφω μπροστά από μια κούπα καφέ, που έχει κρυώσει από ώρα. Αισθάνομαι ήδη πολύ καλύτερα, αφού τα 1000 μιλιγκράμ αντιβίωσης ημερησίως προφανώς έκαναν θραύση. Η αυριανή απεργία μου φέρνει μια αίσθηση χαλαρότητας, μετά την κοπιαστική δουλειά του Σαββατοκύριακου, το οποίο τέλειωσε βλέποντας μαζί με τον Αρη το "Ματς πόιντ" από το κρεβάτι.
Πάντα είχα μια αποστροφή για τις κινηματογραφικές εμμονές του Γούντι. Ομως την ταινία χθες την είδα απνευστί. Καταρχήν μπορεί να ευθύνεται η διάθεσή μου. Mετά, η ατμόσφαιρα του Λονδίνου και το φινάλε που θύμιζε κάτι από Πατρίτσια Χάϊσμιθ. Ισως το οπερετικό της σάουντρακ. Ισως πάλι και μόνο το θέμα: Νόμιμοι έρωτες, παράνομοι έρωτες, πάθος και τρέλα - στους δεύτερους πάντα εννοείται - απόγνωση, αποφάσεις με γνώμωνα το συμφέρον, μοιραίες πράξεις και μια εσωτερική τιμωρία ως φινάλε, αποτέλεσμα "καλής τύχης". Ο Αρης πρότεινε κινηματογραφική έξοδο για απόψε και το πρώτο που σκέφτηκα ήταν το "Μπαρτσελόνα". Τόσο με επηρέασε το χθεσινό. Αλλά πάλι, δύο Γούντι-δες απανωτά; "Ας το αφήσουμε Αρη, δεν έχει τίποτα της προκοπής να δούμε..."
Σήμερα έμαθα ένα νέο, ένα πολύ ευχάριστο νέο, για έναν αγαπημένο μου και είμαι χαρούμενος και ναι, ευτυχισμένος, γι' αυτόν. Δεν ξέρω αν όλα στη ζωή, είναι θέμα τύχης, όπως διαπραγματεύεται η ταινία του Γούντι, αλλά πάντα πίστευα ότι πολλά, αν όχι τα περισσότερα, από τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή μας, είναι τελικά ένα παιχνίδι στην κόψη μεταξύ της τύχης και της ατυχίας. Ο τρόπος που γνωριστήκαμε για παράδειγμα, είναι μια απόδειξη για τη θεωρία αυτή. Και μετά είναι ευτύχημα αν μπορείς να βλέπεις, πρώτα, και στη συνέχεια να ερμηνεύεις σωστά, τα σημάδια που έρχονται συνεχώς γύρω σου. Τα καλά και τα κακά. Τα πρώτα τα ακολουθείς τα δεύτερα τα αποφεύγεις. Τύχη-Ατυχία, Καλό-Κακό. Μα κυρίως να πιστεύεις ότι αυτό, που επιθυμείς, αυτό που ζητάς, θα σου συμβεί. Και στο τέλος μπορείς ν' αναφωνίσεις "Στο έλεγα, στο έλεγα, στο έλεγα!!"
Τελικά, η χαρά μου με οδήγησε να γράφω άλλα, από όσα αρχικά ξεκίνησα να γράφω (*), αλλά δεν πειράζει. Στη χαρά άλλωστε, μπορείς να συγχωρείς πιο εύκολα.
- Oμορφη μέρα, καλό ξαφνικό...
* Η Αϊντα στην Γ' Πράξη. (-Λόγια ειπωμένα)
