9 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 4 - Η ανάσα

Caro diario

To φρενάρισμα ήταν απότομο. Ούρλιαξαν τα λάστιχα πάνω στη ζεστή άσφαλτο. Με μιας, επανήλθα στη Μεσογείων. Παραλίγο, αποφύγαμε τα χειρότερα με το μπροστινό αυτοκίνητο. Γλιτώσαμε με ένα απλό βρισίδι. «Μα, δεν τον είδατε; Που πας ρε Καραμήτρο χωρίς φλας;» έλεγε, ξεφυσώντας ο ταξιτζής. «Ο μπαγάσας, θα μας έκανε μεγάλη ζημιά». «Ναι, ναι», έκανα εγώ, ενώ ο Αρης ανεβοκατέβασε το κεφάλι του, την ώρα που εγώ, έστιβα το δικό μου για να βρω, κάτι να πω. «Ωραία η Πάρος... Μια φορά που λέτε...», και βάλθηκε να μας διηγείται ένα προ δεκαετίας ταξίδι που είχε κάνει με τη γυναίκα του, σε κάτι φίλους, που ΄χαν σπίτι στην 'Αμπελο.

Στην 'Αμπελο δεν προλάβαμε να πάμε. Λίγες μέρες θα περνούσαμε άλλωστε στην Πάρο. Παρόλο που στο τέλος θα είχαμε περάσει τις πιο μεγάλες σε διάρκεια διακοπές, των τελευταίων χρόνων, εντούτοις αισθανόμαστε και οι δύο ακόμα την κούραση του περασμένου χειμώνα πάνω μας. Συμφωνήσαμε να περάσουμε τις μέρες μας στο κυκλαδονήσι, με τη μικρότερη ταλαιπωρία. (Το κατά δύναμη, αφού για να φτάσει κανείς στις παραλίες χρειάζεται τουλάχιστο μια ώρα δρόμο με ΚΤΕΛ και λάντζες). Αντί για το κάμπινγκ του Κριού, που θα απαιτούσε μετακίνηση με μέσο, επιλέξαμε αυτό της Παροικιάς. Ηταν μικρό, ήσυχο, καθαρό και με ξένους τουρίστες. Στήσαμε τη σκηνή, κάτω από τον ίσκιο μεγάλων δέντρων. Μόνο για λίγο, νωρίς το πρωί, ο ήλιος φώτιζε πάνω μας. Βρήκαμε καρέκλες και ένα κορμό δέντρου για τραπέζι. Θα τον μοιραζόμαστε με ένα ζευγάρι νεαρών Γερμανών, που είχαν δίπλα τη δική τους σκηνή. Πολύ φιλικοί και οι δυο τους. Ο ένας ξανθός με όμορφα φωτεινά γαλαζωπά μάτια. Ψηλός, όχι ιδιαίτερα γυμνασμένος. Θα τον έλεγες λίγο γεμάτο. Ο άλλος μελαχρινός, πιο αδύνατος και μάλλον πιο όμορφος. "Σαν τους Modern Talking, δεν είναι;" σχολίασα το πρώτο βράδυ όταν πέσαμε για ύπνο, κάνοντας τον Αρη να γελάσει δυνατά. "Σσσσσ! Θα ακουστούμε" τον παρατήρησα. "Τώρα να δεις τι έχει να ακουστεί..." είπε και κόλλησε τα χείλια του πάνω στα δικά μου...

Οι μέρες κύλησαν γρήγορα στην Πάρο. Πήγαμε μια Κυριακή πρωί στις Κολυμβήθρες. 'Αλλα θυμόμουν εγώ, από το 1988 (ή το ΄89; Παραμένει το ερώτημα.) Μια σχεδόν παρθένα φύση, με τουρίστες να απολαμβάνουν γυμνοί τη θάλασσα και τον ήλιο πάνω στα λεία βράχια. Η κατάσταση που βρήκαμε απογοητευτική. Ξαπλώστρες με ομπρέλες ακόμα και στα ελάχιστα κομμάτια αμμουδιάς. Ελληνες του φραπέ και των αθλητικών εφημερίδων να κυνηγάνε τα παιδιά τους. Ελάχιστοι οι ξένοι τουρίστες. Κανένας γυμνιστής... Βούτηξα σχεδόν με το ζόρι. Οταν η κατάσταση έγινε ανυπόφορη με τον κόσμο, τα μαζέψαμε και με την πρώτη λάντζα γυρίσαμε στη Νάουσα. Κατεβαίνοντας, ρώτησα τον καπετάνιο, ποιά ήταν η πιο ήσυχη παραλία. Μου ανέφερε τον Λαγγέρη "αλλά με τέτοιο καιρό σήμερα, δεν μπορούμε να πάμε. Πηγαίνετε στα Μοναστήρια. Δεξιά μετά τα βράχια..." Και τότε ένα περίεργο χαμόγελο σχηματίστηκε στο αυλακωμένο του πρόσωπο.

Με την επόμενη κιόλας βάρκα, "μπαρκάραμε" για "Μοναστήρια". Είχε αγριέψει ο καιρός και το μικρό σκαρί ανεβοκατέβαινε με δύναμη τα κύμματα. Κάτι γκόμενες ούρλιαζαν κάθε τόσο, σαν να 'βλεπαν τον Σάκη Ρουβά, δεμένο ανάποδα στο κατάρτι, σαν άλλο ομηρικό Οδυσσέα. (Εντάξει, μη του βάζω ιδέες τώρα.) . Εδώ ήταν όλες στην τρίχα, ακόμα και για να πάνε για μπάνιο. Τα βράδια δε, έπαθα σοκ. Ομολογώ, ότι δεν ξενυχτάω συχνά, σε μέινστριμ περιοχές και μαγαζιά, αλλά δεν πίστευα πόσο χυδαία ντύνονται. Σαν πουτανάκια, έβγαιναν αργά μετά τα μεσάνυχτα. Κοπάδια ολάκερα. Ενας κόσμος αντίθετος με αυτόν της Αντιπάρου.

Φτάσαμε στη τσιμεντένια προβλήτα αργά το μεσημέρι. Αφήσαμε το τσούρμο να τρέχει για να προλάβει μια κενή ξαπλώστρα στην παραλία και την επόμενη μπανάνα των κρις κραφτ. Εμείς πήραμε το μονοπάτι δεξιά, πάνω από τα βράχια. Κάποιοι μας ακολούθησαν, για να σταματήσουν στο πρώτο κομμάτι άμμου που βρέθηκε, λίγο πιο μακρυά. Συνεχίσαμε, έχοντας τα κότερα αγκυροβολημένα στα δεξιά μας. Ο ήλιος έκαιγε. Ο Αρης μπροστά με ένα καλάμι στο χέρι και το παρεό ν΄ανεμίζει στον αέρα δεμένο απ΄το κεφάλι του. Εγώ ακολουθούσα, ρίχνοντας ματιές στους κοκκινωπούς βράχους που υψώνονταν περήφανοι στ' αριστερά. Τα κότερα αυξάνονταν, σημάδι ότι φτάναμε κάπου. Και φτάσαμε. Ξαφνικά, τα βράχια χαμήλωσαν και μια αμμουδιά, έρημη σχεδόν, ανοίχτηκε μπροστά μας.

Γαλάζια νερά μας δέχτηκαν στη δροσιά τους. Κάτι, αμυδρά μου θύμησε το αγαπημένο Πορί. Ξαπλώσαμε γυμνοί πάνω στην άμμο, με το κύμμα να φιλά τα πόδια μας. Ευχαρίστησα τον Θεό, για την ευτυχία που έννοιωθα. Ο Αρης δίπλα μου, να αγγίζει τα δάκτυλά μου. Η ματιά του μέσα στη δική μου. Και ο βοριάς, από το μπροστινό άνοιγμα, να θέλει να μας σπρώξει ξανά και ξανά στο νερό... Στην παραλία αυτή, θα περνούσαμε και τις επόμενες ημέρες μας. Με τη ζεστασιά του ήλιου, τη δροσιά της θάλασσας, την αγριάδα των βράχων και τον ήχο του αέρα. Που και που θα πετούσε κάποιος μοναχικός γλάρος ή μερικά κατσίκια θα κατέβαιναν απ΄τα βράχια ως κάτω. Ετρεχε τότε γυμνός ο Αρης, να τους ρίξει μια φέτα ψωμί. Και εγώ έμενα να τον κοιτάζω.

Στην παραλία συναντούσαμε ελάχιστους άνδρες (εκτός από τα κατσίκια). Την τελευταία μέρα, κατέφτασε ένας καβαλάρης πάνω σε ένα μεγάλο τζετσκί. Γύρω στα 40, μελαχρινός, με πυκνά μαλλιά. Γθύθηκε και κάθησε κατάχαμα στην άμμο, με τα χέρια ανάμεσα στα σκέλια. Επεσε ο ήλιος, μείναμε οι τρεις μας. Εκείνος κοιτούσε προς το μέρος μας, με την ανάλογη δόση θράσους, που απαιτούσε η περίσταση. Ηταν φανερό τι ζητούσε. Η τελευταία βάρκα από τη Νάουσα πέρασε μπροστά διασχίζοντας την ήρεμη θάλασσα. Αρχίσαμε να μαζεύουμε μαγιό, πετσέτες, παρεό, ομπρέλα. Περπατήσαμε από μπροστά του και τον αφήσαμε εκεί. Κρίμα που δεν μπόρεσα να ρίξω μια τελευταία ματιά στην παραλία, πίσω μου. Την επόμενη μέρα θα τον συναντούσαμε στο πλοίο. Αυτή τη φορά ως οικογενειάρχη. Με γυναίκα και μια ενοχή στο βλέμμα...

Το κινητό, βάλθηκε να μας σηκώσει από τις οκτώ το πρωί. Eνα "Wake up and close this mobile" ακούστηκε από κάπου. Το πρωινό φως του ήλιου έλουζε ήδη το εσωτερικό της γαλάζιας σκηνής σ' ένα αλλόκοτο φως. Τράβηξα τον Αρη ξανά στην αγγαλιά μου. Ηταν ζεστός καθώς τύλιγε τα χέρια του γύρω απ' τον λαιμό μου. Εγειρα το κεφάλι μου, ν΄ακουμπίσει στο δικό του. Μπερδεύτηκαν τα μαλλιά και οι ανάσες. Ενώθηκαν τα χείλια. Είδα τα γυμνά σώματά μας μπλεγμένα σε ένα. Γαλαζωπά και ασάλευτα. Αφουγκράστικα το πρωινό. Πουλιά, τιτίβιζαν πάνω στα δένδρα. Ακουσα τον αέρα να κηνυγιέται μες τις φυλλωσιές. "Τι ώρα φεύγει το πλοίο;" "Αργά..." απάντησα και τον φίλησα τρυφερά στο μέτωπο.

6 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 3 - Το παρεό

Caro diario

To ραδιόφωνο στο ταξί, έπαιζε λαϊκοπόπ και νέο Νταλάρα. Ο ταξιτζής φάνηκε ιδιαίτερα ομιλητικός, παρόλες τις ευχές μου, περί του αντιθέτου. Ο Αρης προσπαθούσε να δίνει απαντήσεις και εγώ από δίπλα του, να σφίγγω με δύναμη τα μάτια, λες και έτσι θα φτάναμε μια ώρα αρχίτερα. Που και που, ο οδηγός έριχνε προς τη μεριά μου καχύποτες ματιές, μέσα από τον καθρέπτη. Με το κεφάλι γερμένο προς το παράθυρο εγώ, έβλεπα τα πλατάνια των Ολυμπιακών Αγώνων να τρέχουν αντίθετα από εμάς. Τα μόνα που αξιοποιήσαμε, σκεφτόμουν, έστω και αν προσπαθούμε να τα στρογγυλοποιήσουμε προς τα κάτω, κλαδεύοντας τις κορφές τους. Κάθε τόσο αφήναμε πίσω μας, υπαίθριες διαφημίσεις με τα γυμνασμένα αντρικά κορμιά της Glou, ξαπλωμένα σε ταράτσες και πεζοδρομία.


Ξάπλωσε γυμνός απέναντί μας. Τον είχα δει από μακρυά. Περπατούσε στην άμμο με μικρά, προσεκτικά βήματα, καθώς το κίτρινο παρεό, έσφυγγε δυνατά την λεπτή, σμιλεμένη του μέση. Είχε κάτι πάνω του, που φώναζε "Δείτε με..." Γύρισε με τη ματιά του, ένα γύρο την παραλία, πριν αποφασίσει να σταθεί μπροστά μας. Με μια αποφασιστική κίνηση έλυσε το παρεό και αφέθηκε γυμνός στον ήλιο του μεσημεριού. Γύρω στα 25, μελαχρινός με τα μαλλιά να κυλάνε χαμηλά ως το σβέρκο, πρόσωπο με γωνίες, γυμνασμένος σαν μοντέλο. Μαύρισμα (ή σολάριουμ;) σε όλο το κορμί του. Και να μη το "φώναζε" ο ίδιος, πάλι θα τον πρόσεχες. Ξεχώριζε από όλους τους λέτσους και τα φρικιά του νησιού.

«Εχει μπέρδεψει τη Μύκονο, με την Αντίπαρο, παιδί μου, δεν το βλέπεις;» είπε ο Αρης και γύρισε μπρούμητα να ζεστάνει την πλάτη του. «Ελα, βάλε μου αντιλιακό τώρα. Και να μην αφήσεις ασπρίλες πάλι...» έκανε δήθεν αυστηρά. «Και εμείς, τι θέλουμε σε τούτο το νησί, καλέ μου;» Ρώτησα εγώ, ζουλώντας το μπουκάλι με την άσπρη κρέμα στην πλάτη του. «Ελα μου ντε! Απάντησε εσύ, μιας και το διάλεξες... Για να σε ακούσω, λοιπόν...» είπε, χτυπώντας τα δάκτυλα στην πετσέτα. Προσπάθησα να κερδίσω λίγο χρόνο, ρίχνοντας και δεύτερη δόση αντιλιακού, κάνοντας την επάληψη να μοιάζει τουλάχιστο με μασάζ κινέζου εργασιομανή. «Να σου πω...» ξεκίνησα να λέω. «Ηρθαμε εδώ για να έχουμε παραλία γυμνιστών, μπροστά από το κάμπινγκ» απάντησα, όσο πιο ειλικρινά μπορούσα. «Και η παραλία δεν αξίζει πολλά, το παραδέχομαι.» είπα. «Α! Και..;», επέμεινε ο Αρης.

Ε, τι «και»... Τί μπορούσα να του πω; Καταρχήν, τo τεράστιο κάμπινγκ έμοιαζε με ιδιότυπο στρατόπεδο. Χωρισμένο με καλαμένια παραπετάσματα σε κοινότητες. Ολων των ειδών και των ρευμάτων. Χεβιμεταλάδες, ροκάδες, σκίνχεντ, αναρχικοί, "νεοναζί" (σαν τον φάτσα, που συναντήσαμε στον «Διόνυσο» και δεν έριξε ματιά πάνω μας όσες φορές συναντηθήκαμε) και δε ξέρω πόσες άλλες φυλές φιλοξενούσε. Κάποιοι δε, κοιμόντουσαν στην παραλία και όση ώρα μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, τριγύριζαν μέσα στους χώρους της κατασκήνωσης.

Ομάδες κοριτσιών από κείνα με τις ...μακρυές φούστες και τα ασορτί ταγάρια περασμένα χιαστί στο στήθος, λοξοκοιτούσαν όποια τολμούσε να ΄χει έστω βαμμένα νύχια.
Μπακουρομάδες αγοριών, αγενέστατες και θορυβώδεις. Με την απαραίτητη μπάκα και το μαλλί αλογοουρά. (Με τέτοιο κοινό, πως να παραμείνει για γυμνιστές η παραλία του Θεολόγου;) "Ελα ρε μαλάκα. Μαλάκα δεν μπορείς να φανταστείς. Τι λες ρε, μαλάκα..." Τυπικός διάλογος...

Μέσα σε όλο αυτό το συμφερτό, υπήρχαν αρκετοί νορμάλ ξένοι τουρίστες με μικρά παιδιά (απαραίτητο "αξεσουάρ" το παιδικό καροτσάκι για όσους επιλέγουν το συγκεκριμένο νησί) και... εμείς! (Νορμάλ και εμείς!) «Λοιπόν Aρη, τα μαζεύουμε να πάμε Πάρο; Χειρότερα δε γίνεται!» είπα. Ο Αρης, ορθώθηκε με μιας δίπλα μου φωνάζοντας: «Αλλος για τη βάρκα μου...» Βάλαμε και οι δυό τα γέλια, κάνοντας τον τυπάκο με το παρεό, να μας κοιτάξει, έστω και για μια στιγμή, κατεβάζοντας μια ιδέα τα μαύρα του γυαλιά...





Συνεχίζεται...

3 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 2 - "Ο Ελληνας"

Caro diario

Το ταξί χώθηκε αργά στην κίνηση της πόλης. Εγώ, με τον Αρη δίπλα μου να έχει αναλάβει να δίνει όλες τις απαντήσεις στην περιέργεια του μεσήλικα οδηγού μας, να προσπαθώ να προσαρμοστώ στις εικόνες της πόλης που εισβάλουν στα μάτια μου. Με μια γεύση αλμύρας στο στόμα αφέθηκα πίσω από το λιγοστό φως του απογεύματος να ταξινομώ τις άλλες εικόνες, εκείνες που αφήσαμε πίσω μας. «Πότε φτάσατε στο νησί», άκουσα να ρωτά ο οδηγός, προσπαθώντας να μας δει μέσα από το μεγάλο καθρέπτη του αυτοκινήτου...


Στις 12 ακριβώς, είχαμε αποβιβαστεί στην Πάρο. Τραβώντας μια μεγάλη βαλίτσα και με 2 σακίδια ο καθένας στην πλάτη του, σταθήκαμε στη γωνία της προβλήτας, περιμένοντας κάποιο καράβι, που θα μας περνούσε απέναντι. Στην Πάρο είχα ξαναπάει για διακοπές το '88. 'Η μήπως ήταν το '89; Βάλθηκα να ψάχνω στα χνάρια του χρόνου για τη σωστή απάντηση. Μάταια... Τότε ήταν πάντως, με τον θείο Λύσσανδρο, τη θεία Λουίζα (τα 2 λάμδα, όπως τους αποκαλούσε το σόι) και με τον αδερφό μου. Σαν να ΄ταν χθες και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Τώρα ο αδερφός μου είναι σε ταξίδι του μέλητος και εγώ βρίσκομαι στο νησί με τον Αρη. Οσο για τα 2 "Λ", εξακολουθούν να μας έχουν ως παιδιά τους, αφού εκείνοι, δεν απέκτησαν.

Στο λιμάνι κόσμος και ντουνιάς. Τα αυτοκίνητα να κορνάρουν δαιμονισμένα, καράβια να 'ρχονται - συνήθως όλα την ίδια ώρα, όπως θα διαπίστωνα και αργότερα- και αγουροξυπνημένοι έλληνες τουρίστες να ψάχνουν για το μπρέκφαστ, τουτέστιν φραπέ. Ο "Διόνυσος" ήρθε, ευκίνητος - παρά την ηλικία του- και μας φόρτωσε για απέναντι. Αφήσαμε τα μπαγκάζια μας μέσα, μαζί με τους υπόλοιπους και καθήσαμε έξω στην πρύμνη, σε ένα πάγκο με τρεις πλαστικές καρέκλες. Ενα ζευγάρι ετεροφυλόφιλων ήρθε να καθήσει σε ένα δεύτερο πάγκο σχηματίζοντας μ' εμάς ορθή γωνία. Εκείνος ψηλός και λεπτός με σώμα, που θα τον έκανε άλτη του ύψους. Μαυρισμένος και αξύριστος. Θα τον έλεγες ωραίο. Ασάλευτος, με τα πόδια απλωμένα απέναντί μας, κοιτούσε τους γλάρους πάνω από τον ορίζοντα. Μπορεί και να κοιμόταν. Εκείνη με μια ξινίλα στα μούτρα, φορούσε μεγάλα γυαλιά ηλίου και μιλούσε συνεχώς στο κινητό. Σα να έδινε οδηγίες, ένα πράγμα. Κοιτώντας τους, δεν μου δημιούργησαν την ανάγκη να πλάσω, όπως κάνω συνήθως, μια ιστορία για λόγου τους.

Περιμέναμε να ξεκινήσουμε, γιατί κάθε τόσο οι εργάτες άνοιγαν και ξανάνοιγαν την πλαϊνή μπουκαπόρτα, τραβώντας κάτι σχοινιά, για ν' ανεβάσουν και άλλους καθυστερημένους επιβάτες. Ενας από αυτούς, πήδηξε πάνω με ένα σάλτο την τελευταία στιγμή. Πρόσεξα το αυστηρό του ύφος. Τράβηξε μαζί του, σχεδόν με το ζόρι και ένα σκύλο, που έσερνε από ένα φθαρμένο λουρί. Εδειχνε να γνωρίζει κάθε σπιθαμή. Εφερε με μια ματιά το πλοίο βόλτα. Στάθηκε στη μεριά μας. Ηρθε και κάθησε δίπλα μας, στην τρίτη καρέκλα.

Τον εξέτασα καλύτερα. Γύρω στα 30, ηλιοκαμμένος και γυμνασμένος αρκετά. Ωραίος το δίχως άλλο. Ξανθός, κουρεμένος με την ψιλή, έχοντας αφήσει μια λεπτή λωρίδα ξυρισμένη στο κεφάλι του, ενωμένη πάνω από το φρύδι με το "κόντρα" ξυρισμένο του πρόσωπο. Δεν μπορούσες να αγνοήσεις τα σκούρα, μελιά του μάτια, που δεν έκρυβε πίσω από γυαλιά. Φορούσε μόνο μια στρατιωτική βερμούδα. Καθώς έσκυψε να δέσει το λουρί του σκύλου στο πόδι του πάγκου, δεν αντιστάθηκα να κοιτάξω μέσα στο άνοιγμα του ρούχου, χαμηλά στη μέση του, που δημιούργησε το λύγισμα του κορμιού του προς τα εμπρός. Δεν φορούσε τίποτα άλλο από μέσα. Τράβηξα το βλέμμα, σχεδόν με ενοχή. Τον κοιτούσα με την άκρη του ματιού μου. Εβλεπα τις ξανθές τρίχες των ποδιών του, που γυάλιζαν χρυσαφένιες σαν τις φώτιζε ο ήλιος, να μπλέκονται με τις δικές μου. Το δέρμα μου τεντωμένο, έτοιμο να αισθανθεί την παραμικρή ζεστή επαφή με το δικό του. Πρόσεξα τα χέρια του. Χοντρά δάκτυλα, με νύχια βαθειά κομμένα. Στα πόδια μαύρα δετά μποτάκια.

Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν ξένος, από κείνους τους βόρειους ξανθομπάμπουρες που μου αρέσουν. Ενας ακόμα Νορβηγός, που βρίσκονται κατά χιλιάδες σε τούτα τα νησιά, σκέφτηκα. Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως, όταν έβγαλε από ένα παλιοκαιρισμένο σάκο, που δεν είχα προσέξει ως τότε, ένα βιβλίο για σκύλους, γραμμένο στα ελληνικά... Κοιταχτήκαμε με τον Αρη, γιατί ήμουν σίγουρος ότι και σε αυτόν θα είχε κάνει εντύπωση ο τυπάκος και ανοιγοκλείνοντας τα χείλια μου τον άφησα να διαβάσει "Ε Λ Λ Η Ν Α Σ".

Την ίδια στιγμή, από τα σιδερένια σπλάχνα του "Διόνυσου" ακούστηκε ένας παρατεταμένος θόρυβος, που έκανε το πλοίο να συρθεί αργά, μακρυά από την προβλήτα. Αφήσαμε το λιμάνι της Πάρου, με το μύλο και τη μικρή εκκλησία με το γαλάζιο τρούλο, τελευταία σημάδια της στα μάτια μας. Ο αέρας ανακάτευε τα μαλλιά μας καθώς τα κύματα τράνταζαν το παλιό καράβι, που γρήγορο ωστόσο έτρεχε προς τον προορισμό μας.

Ο «Ελληνας» δεν σήκωνε τα μάτια του από το βιβλίο. Ο σκύλος του είχε μουλώξει κάτω από το κάθισμα της «ξυνής», που είχε κλείσει το κινητό και τώρα κοιτούσε το κενό μπροστά της. Κανείς δεν έδειχνε να είχε όρεξη για κουβέντες, εκείνο το μεσημέρι της Δευτέρας. Που και που, μόνοι εμείς, πετούσαμε καμιά λέξη για το τοπίο, κάτι είπαμε για το νησί των Γουλανδρήδων. Βγάλαμε και μερικές φωτογραφίες. Ξαφνικά, ο φάτσας δίπλα μου, έκλεισε απότομα το βιβλίο. Ενα ανασήκωμα των ώμων μου το ένοιωσα. Απίθωσε με αργές, προσεχτικές κινήσεις το βιβλίο των σκύλων πάνω στο δεξί του μηρό. Ο σκύλος σήκωσε πρώτα το κεφάλι του, και μετά τα αυτιά του, κοιτώντας στα μάτια το αφεντικό του. Εκεινος έδειχνε μάλλον αναποφάσιστος. Πήρε το βιβλίο στα χέρια και σηκώθηκε. Στάθηκε για μια στιγμή πάνω από τα κεφάλια μας και μας κοίταξε, σχεδόν με αηδία. Πισωπάτησε δυο βήματα και χάθηκε. Προτίμησε να σταθεί όρθιος, παρά δίπλα σε δύο αδελφές. Από τότε προσέλαβε το προσωνύμιο «Νεοναζί». Θα συναντιώμαστε και στο νησί, αφού εκείνος έμενε ήδη στο κάμπινγκ, που ήταν και ο δικός μας προορισμός...


Συνεχίζεται...

1 Αυγούστου 2007

Ταξιδιωτικά 1 - Η επιστροφή

Caro diario

Μερικές στιγμές νομίζω ότι έχω λείψει για μήνες, κάποιες άλλες νομίζω πως ήταν μονάχα ένα πεφταστέρι που έσβησε στη θάλασσα της θύμησης. Οπως και να έχει, βρίσκομαι πίσω, "εις το κλεινόν άστυ", όπως κάποιοι έγραφαν το κέντρο της πόλης μας, όταν ακόμα η Κηφισιά ήταν εξοχή, και στου Γκύζη είχε αμπελώνες.


Εγειρα το κεφάλι πίσω στο "αεροπορικό" κάθισμα του "Χαϊ σπιντ 3" και άπλωσα τα πόδια μπροστά, έως ότου βρουν στο σωσίβιο του μπροστινού τεκνού, με το γυαλί και τη καρώ βερμούδα. Ο Αρης στο παράθυρο να κοιτάζει απ΄ έξω το γαλάζιο του Αιγαίου, που έμενε πίσω μας. Το πλοίο άφηνε στα απόνερα, μια γραμμή λευκή σαν τα μαντήλια των αποχαιρετισμών. Τότε έγειρα μια ιδέα τον ώμο μου για να βρει τον δικό του και φευγαλέα άγγιξα τα δακτυλά του. Ισιωσα το βλέμα μπροστά για να καρφωθεί απαθές πάνω στη βουβή οθόνη μιας τηλεόρασης. Ηταν οι πρώτες εικόνες της επιστροφής.

Ειδήσεις. Κάποια νεαρή διάβαζε από το οτοκιού, ενώ τα κρόουλ περνούσαν κάτω από χέρια της. Φωτιές έβλεπα, πυροσβέστες, μια γυναίκα αλλόφρονη να σηκώνει τα γυμνά της χέρια προς τον ουρανό. Μετά ξανά η νεαρά, γέμισε την οθόνη. Απαθής συνέχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα της, προτού εμφανιστεί ο επί της ναυτηλίας Κεφαλογιάννης. Την ίδια στιγμή ένα κύμα ταρακούνησε το πλοίο, που περίμενε ακινητοποιήμενο επί 20' αντίκρυ στην Πορτάρα. Πρόσεξα καλύτερα το λογότυπο. Σωστά... "Η ώρα της Ρηγίλλης" ή αλλιώς οι ειδήσεις στην ΕΡΤ. Κεφαλογιάννης, λιμάνια, αποκαμωμένοι ταξιδιώτες, μπαγκάζια. Ξανά Κεφαλογιάννης να με κοιτά τώρα κατάματα με το σπινθηροβόλο βλέμμα του. Φρούμαξα! Σηκώθηκα να αγοράσω καφέδες και νερά. 8 ευρώ και 40 λεπτά, το σύνολον! Αντάρα...

Δεν περνούσε η ώρα. Πιάναμε Μύκονο. Σε λίγο ξανά το ηχογραφημένο μήνυμα για την ασφάλεια του πλοίου. Ξανά η κοπέλα με τη μπλε στολή, φορώντας σωσίβιο με το "καρούμπαλο" στα χέρια να περνά τρέχοντας σχεδόν, ανάμεσα στους διαδρόμους. Ξανά να μη της δίνει κανείς σημασία. (Νομίζω ότι ήταν έτοιμη να τα μπίξει). Μερικοί μπορεί να νομίζανε κιόλας, ότι εκείνο το ασορτί πορτοκαλί "πράγμα" γύρω από το λαιμό της είναι κάποιο νέο αξεσοραίζ. "Τι τα θες... Η Μύκονος ήταν πάντα μπροστά στη μόδα. Πες το ψέματα..." Και να 'σου και τα μοδάτα μας. Νεαροί καλοντυμένοι ανά ζεύγη ή κατά μόνας, έτοιμοι να επιβιβαστούν. Τους έβλεπα από ψηλά και αναρωτήθηκα πόσους έχω "συναντήσει" στο gaydar. Ολοι με αθλητικό παπούτσι, (κανείς με σαγιονάρα - είναι πασέ αγάπη μου) βερμούδα μέχρι το γόνατο (πόντο πιο κάτω!) να φαίνεται το τριμαρισμένο πόδι, πουκάμισο λευκό, άντε και μπλε ριγέ -εκείνο των ιστιοπλόων- πάντα ανοιχτό (να δείξει το αποτριχωμένο στήθος), γυαλί στρογγυλό τύπου ρεϊ μπαν, μαλλί τρίποντο το πολύ. Στο χέρι μόνο το ρολόι. Ενα κλάσικ τατσ. Και να μη παραλείψω μια σημαντική λεπτομέρεια. Η βερμούδα κατεβασμένη μέχρι τα πλαϊνά της λεκάνης, να φαίνεται λίγο από το τατού και τουλάχιστο το μισό CK. "22 ευρώ - Ε, όχι και στις εκπτώσεις χρυσσσσό μου- από του Vardas, ξέρειςςςςςς..."

Διάβασα, άκουσα μουσική, κοιμήθηκα. Μας πήρε απόγευμα. Βγήκαμε έξω για λίγο με τον Αρη, να πάρουμε μια στάλα αέρα. Το καμπαναριό της Παναγιάς, ξεπρόβαλε για λίγο μέσα από τους λευκούς τοίχους των σπιτιών. Ο αέρας πήρε το καπέλο ενός λιμενεργάτη και το πέταξε πάνω στα αφρισμένα νερά καθώς το πλοίο προσπαθούσε να δέσει. Ενοιωσα ένα σφίξιμο, με την εικόνα αυτή. Ξαφνικά κρύωνα. Πέρα στο υπόστεγο ένα τσούρμο ταξιδευτές περίμεναν να τους ανοίξουν για να ξεχυθούν σαν μονομάχοι στην αρένα. Κάτω από τα πόδια μας, λιγοστοί επιβάτες άφησαν το πλοίο για να κατέβουν στην Τήνο. Τα "room to let" τους περίμεναν ακριβώς απέναντι. Ανάπηροι με καροτσάκια, ανήμποροι με μαγκούρες και "πι" προσπαθούσαν να ανέβουν τον καταπέλτη που αυλάκωνε τα τσιμέντα. Ο αέρας της Μυκόνου δεν φτάνει ως εδώ...

Επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Ενα μέλος του πληρώματος (και κούκλος με τη στολή...) με πληροφόρησε ότι θα πιάναμε Ραφήνα την προγραμματισμένη ώρα, παρά την καθυστέρηση στο λιμάνι της Νάξου. Προφανώς τα ταχύπλοα δεν είναι τόσο ταχύπλοα όσο θα μπορούσαν να ήταν... Φτάσαμε Ραφήνα, αργά το απόγευμα με τη ζέστη και την υγρασία του λιμανιού να μας υποδέχονται φουριόζες. Πριν μπούμε στο ταξί, έριξα μια ματιά στο εκκλησάκι, ψηλά στο βράχο, πάνω από τα Καραμανλέϊκα. Ευχήθηκα να έρθει σύντομα η μέρα που θα γυρίσουμε ξανά απ' το Αιγαίο. Α, και ο ταξιτζής, που μου φώναζε να βιαστώ να μην έχει όρεξη για κουβέντα...




30 Ιουνίου 2007

Λειωμένο παγωτό

Caro diario

Βράδυ Σαββάτου. Ξανά μπροστά στο λευκό, οικείο παράθυρο της οθόνης. Σκοτάδι στο δωμάτιο. Η πόρτα κλειστή. Το ίδιο και η τηλεόραση. Μοναδικός ήχος κάτι παλιομοδίτικα τραγούδια που φτάνουν στα αφτιά μου, από τα ακουστικά του κινητού. Το ένα έχει σπάσει από καιρό και πριν μάτωσε το αριστερό μου αυτί. Που και που, ακούγονται και κάτι σκόρπιες χριστοπαναγίες που φτύνω κάθε φορά που κάνω λάθος στο χαρακτήρα του πληκτρολογίου. Από τα νεύρα μου χτυπώ μετά με δύναμη όλα τα πλήκτρα μαζεμένα. Αποφεύγω να ξεσπώ πια στο ποντίκι, γιατί αν το μυριστεί ο Αρης, δε θα μου αγοράσει καινούριο. Ετσι με απείλησε χθες που μου το έφερε ένα καινούριο, πριν με φιλήσει απαλά στα χείλια.

Βράδυ με νεύρα, υπερένταση και μια γαμημένη ζέστη ανάκατη με υγρασία κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Ο Αρης βαριότανε και δεν ήθελε με τίποτα να βγούμε έξω. Εφυγα σχεδόν αμέσως αφήνοντάς τον μόνο του, για να γύρισω εγώ σπίτι μου. Στο δρόμο - μέσα σε όλα - θυμήθηκα ότι ακυρώσαμε και τις διακοπές. Ο "μεγάλος"-όπως το φοβόμουνα- με χρειάζεται μέχρι τα μέσα Ιουλίου. Μέχρι να φτάσω, ξέχασα ότι είχα στο αυτοκίνητο τρεις σακούλες με ανακυκλώσιμα "σκουπίδια". Επέστρεψαν και αυτά μαζί μου... Εκλεισα με δύναμη την πόρτα. Γθύθηκα και αφού έφτιαξα ένα μοχίτο, κουρεύοντας πριν μπω τον δυόσμο από τη γλάστρα στο μπαλκόνι, βάλθηκα να γράφω. Προς γνώση και... εκτόνωση.

Από το πρωί στους δρόμους ψάχνοντας για γαμήλιο δώρο του αδερφού μου και της ξυνής "νύφης" μου. "Που θα το πάρεις; Nα είναι από γνωστή εταιρεία..." Επρεπε να εκτελέσω την παραγγελιά. Για χάρη του αδερφού μου. Ηθελα να 'ξερα, πώς τους βάζουν στο βρακί τους οι γυναίκες; Πέφτουν με τα μούτρα στο 'Νι' (Νανάκο, μπορεί να μην λυποθυμώ, αλλά ναι, σιχαίνομαι) σαν τους γάτους του Γενάρη δεν βλέπουν τίποτα άλλο μετά. Στο τέλος τους "ευνουχίζουν" και μένουν οι ηλίθιες να αναρωτιούννται, που πήγαν όλοι οι άντρες σήμερα; Aντε γαμήσου μωρή σκρόφα, λέω εγώ.

Κατεβάζω μια μεγάλη γουλιά ποτού. Νοιώθω τον ιδρώτα μου ανάμεσα στη δική μου πλάτη και σε εκείνη της καρέκλας. Όπως και κάτω από τα χέρια μου καθώς έρχονται σε επαφή με τη βρώμικη επιφάνεια του γραφείου. Οταν τα σηκώνω, ακούγεται ένας ήχος σαν να ξεκολάς σελοτέϊπ. Τώρα πρόσεξα κάτι παλιούς κύκλους από ιδρωμένα ποτήρια ποτών, καθώς φεγγίζουν στο φως της οθόνης. Η μυρωδιά του δύοσμου μπερδεύεται με εκείνη από τα αποκαίδια του βουνού. Προσπαθώ μάταια να βρω κάποιον σταθμό που να παίζει κάτι που να ακούγεται. Πετώ το κινητό μακρυά, πάνω σε ένα σωρό από κλειδιά. Η κίνηση αυτή, ματώνει ξανά από το ακουστικό το αφτί μου. Στο ποτήρι η σόδα στέλνει και τις τελευταίες φυσαλίδες της στην επιφάνεια. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο φτάνει ως εδώ εκείνο το τραγουδάκι με το λειωμένο παγωτό... "Κι είμαι ακόμα εδώ..."

22 Ιουνίου 2007

To not wake them up

Caro diario

H ζέστη της ημέρας έχει φωλιάσει μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, προσπαθώντας να με υποτάξει. Επεσε με δύναμη απάνω μου, καθώς έμπαινα πριν από λίγο στο σπίτι. Αντεξα. Τώρα γράφω γυμνός μπροστά από το φως της οθόνης. Σκέφτομαι πως πρέπει να ανασύρω τον παλιό ανεμιστήρα από τα υψίπεδα του παταριού. Ο ιδρώτας αργοσέρνεται στο αυλάκι της πλάτης μου. Για ένα περίεργο λόγο μ΄αρέσει αυτό. Ο Αρης από τη δουλειά του, μου γράφει πότε πότε μηνύματα στο "εμ ες εν". Ρωτάει για τη ζέστη της πόλης, αν έφτασα καλά στο σπίτι, αν βρήκα τον ανεμιστήρα. "Φαγητό σου έχω στο φούρνο..." Αναβοσβήνει νέο μήνυμα, σαν γαλάζιο άστρο πάνω από μια φέτα καρπούζι...

Ωραία είναι ετούτη η ζέστη του απομεσήμερου. Ψάχνοντας για σκιές και χαμένες δροσιές. Και γύρω όλα σιωπηλά. Μόνο τα ηχεία σκορπούν μια μελωδία, που μου θυμίζει παλιά καλοκαίρια, ανάκατη με σπανιόλικες αντρικές ανάσες. Σκόρπια λόγια έρχονται. 'Νo more voices... Perfect silence. Why whisper? To not wake them up..." Κρατώ με δύναμη κλειστά τα μάτια. Kαι μετά ένα γέλιο και ήχοι σωμάτων αγγαλιασμένων... Και η ζέστη να πέφτει πάνω μας βαριά και γλυκερή. Αφήνομαι να βυθιστώ στις λέξεις των Radiohead, πριν ο ιδρώτας τσούκσει τα μάτια. "Rows of houses, all bearing down on me. I can feel their blue hands touching me".

Επέστρεψα από τη κουζίνα έχοντας φτιάξει παγωμένο καφέ. Ενα στιγμιαίο αεράκι - ή έτσι νομίζω- αγγίζει την πλάτη μου. Μαζί του κουβαλά αρώματα από την ανθισμένη γαρδένια της βεράντας. Μια δεκαοκτούρα φωνάζει πάνω από τα υπερφορτωμένα καλώδια της ΔΕΗ, που προσπαθούν να κρατήσουν την πόλη ζωντανή. Η χαλασμένη εξάτμιση μιας μηχανής που περνά κάτω στο δρόμο, διώχνει μακρυά το πουλί. Η απογευματινή ραστώνη της γειτονιάς σπάει. Οι κουρτίνες θα ανοίξουν. Οι καρέκλες θα τραβηκτούν πίσω. Οι καφέδες με τα παγάκια θα ετοιμαστούν. Σε λίγο οι πρώτες φωνές από τα σκιασμένα αντικρυνά μπαλκόνια θα ακουστούν. Ξυπνήσαμε τη σιωπή...


14 Ιουνίου 2007

Ζήσε τη στιγμή


Caro diario

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα* αφιερώνω μια σκέψη, μια ευχή στα χρόνια τα εφηβικά. Απόψε σκάρωσα και ένα στιχάκι. Για όσα πέρασαν και τώρα τα κοιτώ πάνω από τους ώμους. Μέτρησα είκοσι χειμώνες και καλοκαίρια. Αχ η ζωή! Μια γλύκα, ένα τραγούδι. Πρόσωπα απ' τον χρόνο που πέφτουν καταπάνω σου χαμογελαστά. Θέλουν να σε πάρουν μαζί τους. Χαμογέλα τους και ας μη σε βλέπουν. Μίλα τους και ας μην σε ακούνε...

Δώσε το φιλί,
σαν ο ήλιος βγει,
θα ΄χει άλλη γλύκα.
Πες το "σ΄αγαπώ",
πριν πέσει η νύχτα.

Γιόρτασε χωρίς γιορτή
και κλείσε την τιβί,
ανάβοντας τα φώτα.
Φώναξέ το δυνατά,
όπως παλιά, όπως πρώτα.

Κοίταζε βαθειά
και δώσε μια αγγαλιά,
γεμάτη.
Ζήσε τη στιγμή
και ας οδηγεί σε λάθη.

Βρες τα λόγια τα παλιά,
να κάψει η καρδιά,
ν΄ανάψουν τ΄άστρα.
Πες το "σ΄αγαπώ"
και τ΄άλλα άστα.

Ηλιος και βροχή
και εγώ να 'μαι εκεί,
για σένα.
Να σου χαρίσω
της ζωής μου τα κρυμμένα.

[...για όλους εκείνους]

* 14 Ιουνίου 1987. Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Η Ελλάδα όλη, είχε μια ανάσα, μια ευχή. Στο γήπεδο μια ομάδα, είχε καταφέρει αυτό που κανείς δεν περίμενε. Χαρά. Οχι! Ηταν η απόλυτη ευτυχία. Ηταν η μοναδικότητα. Ηταν η πρώτη φορά. Ηταν απλά, απίστευτο.

Πρόσωπα, θύμαμαι. Εχω μια εικόνα χωρίς ήχους. Μια ταινία σε αργή κίνηση. Για να χορταίνουν τα μάτια. Ενας λαός στους δρόμους. Οι θεοί κατέβηκαν στο χώμα. Εγιναν ένα με όλους μας. Εγώ σε ένα μπαλκόνι, γύρω από το άσπρο φερ φοζέ τραπέζι με την ασπρόμαυρη τηλεόραση να δείχνει το ακατόρθωτο. Φώναζα, έκλαιγα, χειροκροτούσα, γελούσα. Τι και αν την επόμενη έγραφα "Πανελλήνιες". Ολοι μια αγγαλιά. Και μετά, η Μελίνα στα χέρια του Φασούλα, μ' εκείνο το λαμπρό χαμόγελο της, ήταν σα να φώναζε "Πιστέψτε το. Νικήσαμε..." Και εμείς σε ένα μπαλκόνι. Νέοι και ευτυχισμένοι...

The final countdown



13 Ιουνίου 2007

Jump!

Caro diario


Eχω το φως κλειστό. Οι μισάνοιχτες κουρτίνες μάχονται πίσω από το ανοιχτό παράθυρο , υπερασπιζόμενες τα δροσερά σκοτάδια του δωματίου μου. Γράφω, εξασκούμενος στο τυφλό σύστημα. Η νεαρή στρουμπουλή δεσποινίδα-καθηγήτρια γραφομηχανής των "Σχολών Ωμέγα" βαραίνει ξαφνικά τη μνήμη μου. Κλείνω τα μάτια, για να αποφύγω τη συνέχεια. Μάταια. Η τσιριχτή φωνή της, ολότελα αταίριαστη με το σουλούπι της, φτάνει απόκοσμη ως στα αφτιά μου. "Αλφα, σίγμα, δέλτα, φι - ΓΗ - ξι, κάπα, λάμδα, ερωτηματικό, τόνος" [...] Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί τον τελευταίο καιρό το μυαλό μου επιμένει να τσαλαβουτάει στο παρελθόν. Σαν να κάνει μπάντζι τζάμπινγ, ένα πράγμα.


Επιστρέφω στη νοητή πλατφόρμα. Το λευκό της οθόνης μου ξεχειλίζει πάνω στη ξύλινη επιφάνεια του γραφείου. Πέρασαν τρείς μήνες και ακόμα να συνηθίσω το επίπεδο, αδιάβροχο, λαστιχένιο πληκτρολόγιο μου. Υπάρχουν στιγμές που με εκνευρίζει, αλλά μπρος στα κάλλη τι΄ναι ο πόνος. Η μανία αλλαγών μάλλον έχει έρθει πρώιμα σε μένα φέτος και τώρα που το σκέφτομαι μια χαρά ήταν τελικά ο Σεπτέμβρης. Δεν εξηγείται αλλιώς, γιατί σκέφτομαι διάφορα. Να κουρεφτώ γουλί, ν' αλλάξω θέση στα έπιπλα, μέχρι να μετακομίσω ακόμα ακόμα. Μήπως να έκανα και ένα πίρσινγκ στο πουλί μου;... Οχι. Το επίπεδο, αδιάβροχο, λαστιχένιο πληκτρολόγιο μου, τελικά, δεν θα το αλλάξω.


Τα μάτια μου βάρυναν. Η κούραση αλλά κυρίως η ένταση της ημέρας στο γραφείο- που όσο πάει γίνεται και μεγαλύτερη - με εξουθενώνουν. Την ίδια στιγμή ο "μεγάλος" μου παραχωρεί και νέα οφίτσια. Εννοείται χωρίς συνοδεία μισθολογικής ανόδου. Το καλοκαίρι όμως είναι κοντά. Απέχει μόλις 16 ημέρες. Τόσες απομένουν για τις διακοπές... "Μεγάλου" επιτρέποντος.





Και στα δικά μας...

ΜΕΣΑ

- Η νέα διαφήμιση της ΗΟL (ίσως επειδή δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται...)
- Ο συγκλονιστικός τρίτος τελικός - Με 1π. και να καίει (χρόνια είχα να δω μπάσκετ που να με παθιάσει...) και τα γυμνά αγόρια της εξέδρας...
- Οι τιμές σε κάμπινγκ στο Παρίσι (12 ευρώ για δύο άτομα...)

ΕΞΩ

- To νέο λογότυπο της ΗΟL (...θυμίζει κάτι από sex shop)
- Η πολυλογία στην περιγραφή του τελικού (τέτοια ώρα, τέτοια λόγια...)
- Οι τιμές σε κάμπινγκ Κεφαλονιάς και Λευκάδας (25 ευρώ για δύο άτομα...)

8 Ιουνίου 2007

Caro diario




Μένω ώρα κοιτώντας πάλι ένα λευκό παράθυρο στην οθόνη. Ο καφές μαύρισε κι όλας στο ιδρωμένο ποτήρι του. Ενας νέος φίλος, γυμνιστής μου στέλνει μηνύματα στο msn. Τον βλέπω από την κάμερα. Φαίνεται νορμάλ τύπος. Μετρημένος. Δεν ενθουσιάζομαι φυσικά. Γνωρίζω πόσο... ρευστά μπορούν να γίνουν τα πράγματα. Γράφει ολόκληρες παραγράφους χωρίς "έντερ" και με κουράζει η αναμονή αυτή. Ανοίγω να δω καμιά τσόντα, από όσες έχω κατεβάσει και δεν έχω δει ακόμα. Ανοίγω και το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας. Ο νέος φίλος μού στέλνει να δω γυμνές του φωτογραφίες, παρόλο που τον βλέπω ήδη "ον κάμερα". Ενα μεγάφωνο ενός τσίρκου διαλαλεί έξω από το παράθυρο μου το θέαμα... Αναγουλιάζω μόνο και στην ιδέα. Ο ξεραμένος καφές κάνει ακόμα πιο έντονη τη δυσφορία μου. Ο άλλος με ρωτάει τι έχω. Τι να του εξηγώ τώρα; Οι τύποι στην τσόντα τελειώνουν μονοκοπανιά και οι τρείς. Μένω να θαυμάζω τον συγχρονισμό τους. Και τα άλλα τους, καλά είναι δε λέω...




Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι ότι έχω κάνει το φανελάκι ένα κόμπο που τον στρίβω και τον πιέζω με δύναμη στα πλευρά μου. Από παιδί το΄κανα αυτό και φώναζε η μάνα μου. Οπως και ότα τα πρωινά έβρισκε μασημένες τις άκριες των σεντονιών. Αυτό σταμάτησε πριν την εφηβεία μου. Το πρώτο συνηθείο, εκείνο του κόμπου συνεχίζεται ακόμα.




3 Ιουνίου 2007

L. says

Caro diario


Είναι Κυριακή με ένα [...]


[...] melagxoiko kairo exo
L. says:
de xero an saresun i askopes voltes stin athina
P. says:
μ'αρέσουν και τις κάνω συχνά!
L. says:
na pairno tous dromous xoris na gnorizo pou vgazun
P:
το έχω κάνει με λεωφορεία
L. says:
m' aresoun ta leoforia
L. says:
sta kathismata ton pollon me ta xaragmata sta mprostines plates...
L. says:
ta blemmata aplani exo.

L. says:
na trexei i poli ologira sou
P:
...!
L. says:
staseis... xekinimata. Xana stasi
L. says:
esi ston diko sou kosmo
L. says:
mia mousiki na xaidevi ta aftia sou
L. says:
enas pou skontaftei pano sou sto frenarisma kathos sikonese
L. says:
Patas to kokkino koumpi. Stamatima. katevenis. H porta kleinei piso sou. Efige...
L. says:
pou na pas.., aristera i dexia?
L. says:
telika pernas apenanti
L. says:
kleista magazia
L. says:
rola katevasmena
L. says:
Nearoi metanastes sizitoun sti gonia
L. says:
se koitun gia ligo. Maties petaktes. Tous metras.
L says:
esi kokkinizis mia idea pali. prospathis na mantepsis. Ti?
L. says:
"Oxi", apofenese kai proxoras
L. says:
meta tha vgalei enan ilio pano apo tin Acropoli
L. says:
esi apo kato thes na xapostaseis
L. says:
travas gia to thisio
L says:
"gia meze stis kira lenis"
L. says:
kai pali ta tragoudia kanoun kiklo
L. says:
ki erxontai mesa mas
L. says:
mas tiligoun
L. says:
meta thes na soriastis s' ena krevati
L. says:
Oxi kat' anagki to diko sou
L. says:
To vriskeis
L. says:
kai iparxoun 2 maxilaria
L. says:
kai sou 'rxete na ourliaxis
L. says:
giati to ena einai panta atsalakoto
L. says:
"miso ta atsalokota maxilaria", les
L. says:
sikonese. de se xora o topos
L. says:
koitazis to parathiro
L. says:
esi blepis thalassa kai oxi mia gkriza plati polikatikias
L. says:
A! na kai o glaros pou fonazei st' anixta
L. says:
i akti...
L. says:
thes na xosis ta podia sou stin ammo
L. says:
soriazese kai menis kei gia ores...

P. says:

Πρέπει να κλείσω...

L. says:

ta leme...


P. Appears to be offline


'L. says:
ta leme...'

1 Ιουνίου 2007

Παρασκευή κι απομεσήμερο

Caro diario


Παρασκευή απομεσήμερο στο γραφείο. Καθιερωμένη χαλάρωση μετά από μια "κουτσή" λόγω τετραημέρου για μας τους LA*. Mερικά λευκά σύννεφα αρμενίζουν απέξω. Τα μισάνοικτα παράθυρα αφήνουν ένα αεράκι να χαϊδεύει τους ανθρώπους τριγύρω μου. Αναπολώ τις στιγμές, τότε που είχα μακρυά τα μαλλιά και ένα παλιό αγέρι έπαιζε με τα ατίθασα τσουλούφια μπροστά στα μάτια μου. Με έκανε να αισθάνομαι όμορφος. Μερικές στιγμές το πίστευα κιόλας, ειδικά όταν ήμουν χαρούμενος. Μετά ήρθαν τα χρόνια και πέσαν πάνω μας. Χθες ο Αρης καθώς κοιταζόμασταν ξαπλωμένοι αντικρυστά στο κρεβάτι, με τα χέρια να στηρίζουν τους λαιμούς, είπε "γερνάμε". Και δεν είχε άδικο. "Γερνάμε μαζί και αυτό είναι υπέροχο Αρη", είπα εγώ, όχι για να ελαφρώσω τη στιγμή, αλλά γιατί έτσι πιστεύω.


Το περασμένο τριήμερο του Αγ. Πνεύματος, που άρχιζε για το LA. σαν σήμερα πριν από μια εβδομάδα, με κάνει να μελαγχολώ. Ετοιμασίες. Ρούχα, (μόνο τα απαραίτητα) σκηνή, φακοί, αντιλιακά, ομπρέλες, χάρτες... Η αναχώρηση, το ταξίδι. Προορισμός η Χιλιαδού. Φτάσαμε πρωί Σαββάτου. Σχεδόν έρημη η μεγάλη παραλία. Αφήσαμε το αυτοκίνητο και προχωρήσαμε να βρούμε την παραλία των γυμνιστών. Κάπου προς τα βόρεια είχα διαβάσει. Ανεβήκαμε το δρομάκι. Στην κορυφή, η ανάσα μας δυνάμωσε. Οι κόρες των ματιών μας άνοιξαν. Από κάτω απλώνονταν η παραλία, με τις δεκάδες σκηνές να χρωματίζουν το τοπίο και τα γυμνά σώματα των νεαρών κατασκηνωτών να περιφέρονται στη ζεστή αμμουδιά.


Γυμνοί στον ήλιο, αρχίσαμε να στήνουμε, τελευταίοι πριν τη βόρινη σπηλιά, με το άνοιγμα της σκηνής να έχει θέα τη μικρή παραλία. Στο πλάι σηκώνοταν το βουνό με τα φυτά να έχουν σκαρφαλώσει πάνω στις σκοτεινές του πέτρες. Από απέναντι ο μεγάλος βράχος σαν σκαλινό τρίγωνο, έκοβε τον αέρα. Κάναμε το μπάνιο μας. Φάγαμε γυμνοί πάνω στα βότσαλα. Κοιμηθήκαμε κάτω από τη σκιά του βράχου, με το κύμα να χαϊδεύει τα πόδια μας. Αδειασε το μυαλό μας. Τα κινητά δεν έπιαναν καλά. Τα κλείσαμε. Είμαστε μόνοι μας έτοιμοι να παραδοθούμε στη φύση.


Το Σαββατοκύριακο πέρασε καλοκαιρινό. Κυριακή βράδυ ροζ σύννεφα με γκρίζες πινελιές σκέπασαν τον ορίζοντα. Το φεγγάρι μεγάλωνε και ασήμιζε την άμμο. Οι πρώτες φωτιές άναψαν, μαζί με τη δική μας. Γυμνά κορμιά καθισμένα δίπλα δίπλα, φωτιζόμενα από της φλόγες και το φεγγάρι. Και ο ήχος της θάλασσας να έρχεται από παντού. Και ο αέρας να περνά ανάμεσά μας για να ενώσει συνωμοτικά όλους μας σε κάτι μαγικό. Ηταν μια εικόνα που μου θύμιζε αρχαίο στρατόπεδο πριν από τη μάχη.


Οι πρώτες ψιχάλες έπεσαν στις 2 το πρωί. Τις άκουσα πάνω στη σκηνή, σαν κάποιος να χτυπούσε μια πόρτα. Πατ, πατ πατ... Ψιθυρισμοί και θόρυβοι από τους νεαρούς μας γείτονες. Βρεθήκαμε όλοι έξω στη νύχτα γυμνοί, να μαζεύουμε πράγματα για να μην βραχούν και να δυναμώνουμε τα πασαλάκια των σκηνών. Είχε ακόμα φεγγάρι... Μπορεί τελικά και να μην έβρεχε. Επέστρεψα κάτω από τις κουβέρτες, δίπλα στο ζεστό σώμα του Αρη. Τον πήρα αγγαλιά και κοιμήθηκα.


Ξυπνήσαμε απότομα στις 8 τοπρωί. Ενας δυνατός αέρας απειλούσε να σηκώσει τη σκηνή μαζί με εμάς. Η άμμος χτυπούσε με δύναμη πάνω στο λεπτό ύφασμα, πριν οι πρώτες σταγόνες πέσουν για να ενωθούν με τη θάλασσα. Γελάσαμε δυνατά με την επερχόμενη περιπέτεια. Ανοίξαμε δειλά το παράθυρο της σκηνής, για να δούμε τους υπόλοιπους. Πανικός! Ετρεχαν γυμνοί μες τη βροχή για να μαζέψουν πράγματα, να κλείσουν σκηνές και ομπρέλες. Αλλοι έψαχναν για ρούχα και κλειδιά αυτοκινήτων... Βρισιές και κατάρες για τον κακό μας τον καιρό.


Τα δικά μας γέλια σταμάτησαν απότομα. Κοιταχτήκαμε και αγγαλιαστήκαμε μέσα σε μια δυνατή στιγμή. Βρεθήκαμε να κάνουμε έρωτα, ενώ η καταιγίδα χτυπούσε την παραλία μας. Μέσα στον γενικό πανικό, κανείς δεν θα έδινε σημασία σε μια σκηνή, που κουνιώταν αντίθετα προς τον άνεμο. Ούτε με κάτι ακατάληπτα λόγια που έπεφταν μαζί με τη βροχή. Τελειώσαμε πάνω στα υγρά σεντόνια. Την ίδια στιγμή δύο σύννεφα συγκρούονταν στον ουρανό.


Μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας είχαμε μείνει μόνοι μας μαζί με άλλες δύο τρεις σκηνές κάπου προς τη μέση της παραλίας. Το πολύ δέκα ψυχές όλες και όλες. Μεταφέραμε τη σκηνή κάτω από το άνοιγμα της βορινής σπηλιάς. Ανάψαμε φωτιά και ακούγαμε τη θάλασσα να σκάει δίπλα μας. Το φεγγάρι βγήκε νωρίς εκείνο το βράδυ. Ψήσαμε και φάγαμε πριν νυχτώσει. Ενα ζευγάρι, κατοίκων της περιοχής που έβγαζε βόλτα το σκύλο του, έφτασε ως εμάς. Στο άκρο της παραλίας. "Παιδιά μην μείνετε για το βράδυ σας εδώ. Αν ο καιρός γυρίσει βοριάς, κινδυνεύετε σοβαρά. Πρέπει να στήσετε τη σκηνή σας πάλι πίσω. Δεν θα βρέξει, ο καιρός ανοίγει".


Επιστρέψαμε και πάλι τη σκηνή, στο αρχικό σημείο, που είχαμε στήσει. Μαζέψαμε τα πράγματα. Την επόμενη θα φεύγαμε νωρίς, ότι καιρό και να έκανε. Κοιμηθήκαμε το βράδυ μας χωρίς προβλήματα. Δεν έβρεξε, δεν φύσηξε. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το κύμα που έσκαγε δυνατά κάτω στην παραλία. Ο καιρός είχε γυρίσει... Αγγάλιασα τον Αρη δυνατότερα και κοιμήθηκα βαρύς στην αγγαλιά του, ως αργά το πρωί της Τρίτης.



Ο ήχος του τηλεφώνου με επαναφέρει με μιας στην Αθήνα. Κανείς δεν έχει όρεξη για δουλειά σήμερα. Το διαπιστώνω από τον συνάδελφο της γραμμής που μου εύχεται στα πεταχτά καλό σαββατοκύριακο, μετά από μια σύντομη ερώτηση. Πήγε τρεις η ώρα. Ο Αρης θα περιμένει κιόλας στην είσοδο. Πρέπει να κλείσω. Θα βγούμε για φαγητό με την Μπία. Περιμένει να μάθει πως τα περάσαμε στη Χιλιαδού. Κλείνω πριν με φάει η γκρίνια τους...


* LA. :LyssisAris

31 Μαΐου 2007

Ημέρα με ζωή...

Caro diario

Kοντεύει χρόνος, από τότε που κάποιες ιατρικές εξετάσεις του πατέρα μου, έδειξαν μια σκιά στον πνεύμονα. Οι γιατροί συνέστησαν τότε και νέες εξετάσεις πριν τον παραπέμψουν τελικά σε πνευμονολόγο. Εγιναν και οι άλλες εξετάσεις. Πέρασαν εβδομάδες ωσότου τελικά κλειστεί το ραντεβού με τον γιατρό. Εως τότε οι φάκελοι παρέμεναν σε μια γωνιά του σπιτιού. Ολοι τους βλέπαμε και κλείναμε με δύναμη τα μάτια μας ευχόμενοι να υπήρχαν μόνο σε ένα κακό όνειρο. Αλλά ήταν εκεί. Μια σκιά στις ζωές μας.

Ενα απόγευμα μαζέψαμε όλους τους φακέλους, όλα τα χαρτιά και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για τον πνευμονολόγο. Ο πατέρας μου και εγώ. Εκανε ζέστη και ο δρόμος είχε κίνηση. Οδηγούσε ο πατέρας μου. Αργά, στη δεξιά λωρίδα. Τα πόδια του γυμνά μέσα στα καφέ δερμάτινα παπούτσια, πατούσαν νωχελικά τα πετάλια. Ανέσειρα την ίδια εικόνα μέσα από τις πιο σκουριασμένες μνήμες του μυαλού μου. Ηταν πριν από πολλά χρόνια, τα ίδια αυτά γυμνά πόδια, που στέκονταν γεμάτα δύναμη ακόμα, αντίκρυ στα δικά μου. Περιμέναμε -αμίλητοι- για την εγγραφή μου στη σχολή, καθισμένοι σε δυο παλιές ξύλινες καρέκλες, ενός άδειου γραφείου. Τότε, είχα νιώσει μια απίστευτη συμπόνια βλέποντας εκείνα τα γυμνά πόδια του ανθρώπου. Του πατέρα μου. Ετρεξα γρήγορα προς το παράθυρο ενός σκοτεινού φωταγωγού, πριν κυλήσει ένα δάκρυ.

Περιμέναμε τη σειρά μας στο ιατρείο, καθισμένοι σε άσπρους δερμάτινους καναπέδες. Αντίκρυ και πάλι με τα περιοδικά ανάμεσά μας. Στο πλάι μου οι φάκελοι, περίμεναν μαζί μας τον γιατρό. Ενας νεαρός, ήρθε μετά από λίγο και κάθησε δίπλα στον πατέρα μου. Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε να είχε και εκείνος "σκιά". Σαν να διάβασε τη σκέψη μου, έριξε ξαφνικά το βλέμμα πάνω μου. Μήπως άραγε, είχε και εκείνος αναρωτηθεί το ίδιο για μένα; Τότε, άνοιξε η εσωτερική πόρτα του ιατρείου. Μια γυναίκα, γύρω στα 40 με τους δικούς της φακέλους κάτω από τη μασχάλη, βγήκε από μέσα. Πίσω της η φιγούρα του γιατρού με το χέρι του να αγγίζει σχεδόν τον ώμο της. "Ποιός έχει σειρά; "ρώτησε μετά από μια στιγμή και περίμενε στητός στο άνοιγμα της πόρτας, για να μας υποδεχθεί.

Περάσαμε γρήγορα μέσα και βρέθηκα ξανά να κάθομαι μπροστά από ένα γραφείο αντίκρυ με τον πατέρα μου. Ο γιατρός ζήτησε τους φακέλους. Τους έδωσα. Προσεκτικά τους τοποθέτησε μπροστά του. Μας κοίταξε, μια εμένα και μια τον πατέρα μου. "Εσύ, πρέπει να είσαι ο γιος. Σωστά; " με ρώτησε. "Σωστά", απάντησα. "Και οι φάκελοι είναι του πατέρα σου. Σωστά;" "Και πάλι σωστά" απάντησα. "Πως σε λένε;" Toυ είπα, δείχνοντας με τον τόνο της φωνής μου ότι ήθελα να τελειώνουμε. "Για να δούμε, τι έχουμε εδώ, πατέρα του Λύση", είπε αμέσως μετά ανοίγοντας τους φακέλους σχολαστικά, τον έναν μετά τον άλλο. Δεν ξαναμίλησε για όση ώρα έβλεπε τις εξετάσεις. Αφησε για το τέλος τις ακτινογραφίες. Πήρα μια μεγάλη ανάσα. Εριξα μια ματιά στον πατέρα μου. Είχε ιδρώσει. Ο γιατρός σηκώθηκε για να επιβεβαιώσει πολύ γρήγορα, μπροστά σε εκείνο το φωτεινό πλαίσιο των ακτινογραφιών, όσα του είχαν φανερώσει πριν οι εξετάσεις. Κάθησε και πάλι απέναντί μας, σταυρώνοντας τα χέρια του πάνω στους άσπρους φακέλους.

"Καπνίζεις;" Ρωτούσε εμένα! "Ναι" είπα. Πριν προλάβω να του υπενθυμίσω, ότι δεν ήμουν εγώ ο ασθενής, συνέχισε λέγοντας "Δεν κάνεις καλά. Οσο είναι καιρός σε παρακαλώ να το σταματήσεις. Αν δεν το κάνεις κινδυνεύεις, να ασθενήσεις όπως ο πατέρας σου... " Τότε γύρισε για πρώτη φορά το βλέμα του σ' εκείνον. "Γιατί κάπνιζες, γιατί; Γιατί καπνίζετε όλοι εσείς; Oπου και να κοιτάξεις βλέπεις άνδρες, γυναίκες, νέους, ηλικιωμένους, κοπάδια ολόκληρα, να ξερνάνε καπνούς. Αδιαφορείτε για την υγεία σας. Αδιαφορείτε για το σώμα σας. Το δώρο αυτό, το μέγιστο! Δεν αδιαφορείτε όμως για το νέο σας αυτοκίνητο, που το προστατεύεται από τη λακούβα του δρόμου για να μην καταστρέψετε τα ακριβά του λάστιχα."

Δεν είχε πάρει όση ώρα μιλούσε τα μάτια του από τα μάτια του πατέρα μου. Τώρα, ο ιδρώτας έλαμπε ακόμα πιο πολύ στο μέτωπο του, που ήμουν σίγουρος ότι θα τον πότιζε μέχρι το βάθος των δερμάτινων παπουτσιών του. "Οταν θα επιστρέψεις σπίτι - συνέχισε στον ίδιο τόνο ο γιατρός - θα βγάλεις προσεκτικά το πουκάμισο που φοράς, θα το διπλώσεις, θα το προστατέψεις. Δεν θα το σκίσεις για να το βγάλεις από πάνω σου και ας κοστίζει μόνο 20, 40 ή 100 ευρώ. Καπνίζοντας όμως έσκιζες το σώμα σου, που είναι ανεκτίμητο... Σε παρακαλώ μην ξανακαπνίσεις. Πέταξτε και οι δύο φεύγοντας από εδώ τα τσιγάρα σας. Σώστε έστω και μια μέρα από τις ζωές σας... Θα μου το υποσχεθείς;" Ρωτούσε εμένα. Εγνεψα καταφατικά. "Οποτε νιώσεις ότι θα χρειαστείς βοήθεια, μη διστάσεις να έρθεις να με δεις". Οσο για τον πατέρα μου, δεν χρειάστηκε φυσικά να μας πει τίποτα άλλο. Μας είπε μόνο, ότι έπρεπε να γίνουν και άλλες εξετάσεις, που όμως απαιτούσαν την εισαγωγή του σε νοσοκομείο. Προτίμησα να κοιτάξω τα γυμνά στα παπούτσια τους πόδια του πατέρα μου... Αυτή τη φορά, χωρίς να κλάψω.

Μήνες μετά από εκείνο το απόγευμα, τα λόγια του γιατρού, είναι ζωντανά ακόμα μέσα μου. Ο πατέρας μου έκανε το τελευταίο του τσιγάρο στην επιστροφή, πριν το σβήσει μονολογώντας: "Mακάρι να μην είχα καπνίσει ποτέ στη ζωή μου. Τ'ώρα είναι αργά. Για να μη βρεθείς στη θέση μου μια μέρα, κόψτο σε παρακαλώ." Δεν ξανακάπνισα από τότε. Ο πατέρας μου εγχειρίστηκε λίγες εβδομάδες αργότερα και τώρα παρακολουθείται ανά εξάμηνο. Εχει καρκίνο στον πνεύμονα.

Σήμερα είναι 31η του Μάη. Ημέρα χωρίς τσιγάρο. Αύριο, ας είναι μια μέρα με ζωή!


24 Μαΐου 2007

Τι Νάπα, τι ΟΑΚΑ...

Caro diario

Οι Αγγλοι έφυγαν, οι βροχές έμειναν. Μεσημέρι με τις αστραπές να εισβάλουν βίαια στα μάτια μου, από τα μεγάλα ανοίγματα των παραθύρων του γραφείου. Η καταιγίδα μαίνεται εδώ και ώρα. Χειμωνιάτικο τοπίο, παρόλο που σε λίγες ημέρες εισερχόμαστε - ημερολογιακά τουλάχιστο- στο καλοκαίρι. Τα σχέδια για απόδραση με τον Αρη για κάμπινγ το τετραήμερο - για εμάς- του Αγίου Πνεύματος, παραδίδουν σήμερα το... πνεύμα τους. Στην τηλεόραση τώρα αναφέρονται στις καταιγίδες. "Μια στη Σαλαμίνα, μια στην Επίδαυρο". Αλλη για Χίο τράβηξε άλλη για Μυτηλίνη, σκέφτομαι και απελπίζομαι. Στο τέλος έκλεισε με κάτι ελπιδοφόρο. "Αναμένεται βελτίωση του καιρού..." Μωρέ λες;

Φύγαν τα παιδιά. όπως τραγουδούσε το Μελινάκι. Που, ειρήσθω εν παρόδω, η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας φιλοξενεί έκθεση αφιερωμένη στην "τελευταία ελληνίδα θεά". Και οι τελευταίοι λοιπόν, ευωχούμενοι Αγγλοι- τουλάχιστο πριν τον αγώνα- επέστρεψαν σήμερα στο ηλιόλουστο Λονδίνο τους. Πρηγουμένως βέβαια, σπάσανε και μερικά καθίσματα του Ηλεκτρικού, - του δικού μας- ξέρασαν μέσα στα βαγόνια των τρένων, ή όπου αλλού έβρισκαν, κάπνισαν σαν αράπηδες, ήπιαν μπύρες του σκασμού και γλεντοκόπησαν την εδώ παραμονή τους, σκεπτόμενοι προφανώς "Τι (Αγία) Νάπα, τι ΟΑΚΑ"... Τουλάχιστο - έστω και λίγοι, καιρού γαρ- γδύθηκαν στις πλατείες, χαρίζοντας εικόνες ημίγυμνων ασπρουλιάρικων σωμάτων, ως αποζημίωση στους λάτρεις του είδους.

Mισή ώρα έμεινε ακόμα πριν βουτηχτούμε με τον Αρη στα γκρίζα νερά του δρόμου, για να φτάσουνε ως το αυτοκίνητο. Η δουλειά όσο πάει ανεβάζει στροφές, εγώ γίνομαι ακόμα πιο πιεστικός στους υπαλλήλους μου, εκείνοι αντιδρούν ενώ παράλληλα έχω να αποφεύγω τα χτυπήματα κάτω από τη μέση. Τελικά πρέπει να είσαι μέλος μια κλίκας γιατί αλλιώς μένεις εκτός εξελίξεων, μόνος, να κυνηγάς ανεμόμυλους.

22 Μαΐου 2007

Επαναφορά

Caro diario

Πήρε πάλι να συννεφιάζει, καθώς ένας γκρίζος ουρανός πολιορκεί την Tρίτη. Πατ πατ πατ, ακούω ξανά τη βροχή στο περβάζι της τζαμαρίας, που με κάνει να κοιτάξω έξω. Χαζεύω για ώρα την πόλη από ψηλά, που αλλαφιασμένη τρέχει να κρυφτεί από τις απειλητικές ψιχάλες. Ενας σκονισμένος αέρας λικνίζει τα δέντρα των δρόμων, δίνοντας μου μια εικόνα περισσότερο φθινοπωρινή.

Βρίσκομαι στο γραφείο, μεσημέρι πια, να γράφω μετά από τόσο καιρό. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα, δεν το επεδίωξα, να το κάνω. Μερικοί από εσάς έστειλαν μήνυμα, ρωτώντας με. Τους ευχαριστώ από εδώ. Ενοιωθα όμως την κούραση, να με κρατά καθηλωμένο, ανήμπορο να κάνω κάτι άλλο, εκτός από το να κοιτώ το ταβάνι, οριζοντίως από το κρεβάτι.

Ο καφές έχει ξεθυμάνει πια. Οι δουλιές μου δείχνουν να έχουν έναν τελειωμό. Τα δύσκολα τα άφησα για αύριο. Την Παρασκευή πρέπει να πάω στο γάμο ενός συναδέλφου. Ωραίο παιδί, που θα είναι ακόμα πιο ωραίος μέσα στο κοστούμι του. Αυτές οι κοινωνικές υποχρεώσεις με εξουθενώνουν. Ο,τι με βγάζει έξω από την καθημερινότητά μου. Ειδικά, όταν πρέπει να πάω μόνος. Και αν αυτά έχουν και ένα γκλαμουρ, καλή ώρα ο γάμος, τότε είναι που προτιμώ να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η Μπία είναι σίγουρη ότι έχω ωροσκόπο στον Ταύρο. "Ναι, παιδί μου, φως φανάρι..."

Η Μπία που έπρεπε ήδη να μου είχε τηλεφωνήσει, γιατί το πρωί κανονίζαμε να πάμε - μαζί με τον Αρη - στο ΙΚΕΑ και στο "γαλικό", για ψώνια. Πάλι θα αγοράσουμε λίγη ευφήμερη ευτυχία, για να θρέψουμε τον καταναλωτισμό μας. Από την άλλη πλευρά του κτιρίου, ο ήλιος πρέπει να έχει προβάλλει πίσω από μια χαραμάδα στα σύννεφα. Ενα γλυκό, κιτρινωπό φως κυλιέται στους τοίχους των αντικρυνών κτιρίων. Ξαφνικά θέλω να βρεθώ έξω. Κοιτάζω το ρολόι και περιμένω τη στιγμή.

11 Απριλίου 2007

Μαγεμένος Απρίλης

Caro diario

Mπήκα στο σπίτι, κλείνοντας με ανακούφιση τη ξαφνική απριλιάτικη ζέστη απ΄έξω. Στήριξα την πλάτη μου στην ξύλινη πόρτα για να νοιώσω τον ιδρώτα μου να κολλάει περισσότερο πάνω μου. Εμεινα για μια στιγμή να κοιτάζω το σκοτεινό ταβάνι. Αφουγκράστηκα. Κανένας ήχος. Βρισκόμουν μόνος ή... σχεδόν μόνος. Το γατί μου με κοίταζε αγουροξυπνημένο, με μια δόση απορίας από την πολυθρόνα. Δεν ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την εισβολή μου. Μετά από ένα παρατεταμένο, μεγαλόπρεπο χασμουριτό, απίθωσε το κεφάλι στα πόδια του και συνέχισε να ονειρεύεται κονσέρβες. Πέρασα από το δωμάτιο, ελευθέρωσα από τα ρούχα το δέρμα μου και τρέχοντας σχεδόν, γλίστρησα στο λευκό της μπανιέρας.

Ανοιξα το νερό στο χλιαρό, στερέωσα το ντους στο αγκίστρι πάνω από το κεφάλι μου και άφησα τη βαρύτητα να φέρει το νερό ως απάνω μου. Η λύτρωση υγροποιημένη, μαζί με την μυρωδιά από το κορμί μου και την ένταση της πρώτης -μεταπασχαλινής- ημέρας στο γραφείο, έτρεχε τώρα φουριόζα προς τη βαλβίδα με τις σκοτεινές και πάντα απειλητικές για μένα μικρές της τρύπες. Υπάρχουν στιγμές που φοβάμαι ότι μπορεί να γίνω λεπτός και διαλυτός - σαν καρτούν - και να παρασυρθώ ουρλιάζοντας προς το μαύρο άγνωστο μιας λευκής μπανιέρας.

Με το σαπούνι να στέκεται ανάμεσα στα σκέλια μου, έγειρα πίσω το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα πόσο μ' αρέσει να ακούω τον ήχο του νερού που περνάει έξω από τα αφτιά μου. Είναι μια στιγμή, που με κάνει να σκέφτομαι ότι το πνεύμα μου κατοικεί προστατευμένο μέσα στο σώμα. Μαζεύτηκα, φέρνοντας τα χέρια να τυλίξουν τα πλευρά. "Εκέντησαν με λόγχη την πλευρά Αυτού...", "...αίμα και ύδωρ". Σκέφτηκα ότι το Πάσχα, πέρασε και δεν το κατάλαβα. Δεν έβρισκα κάτι για να ανασύρω στη μνήμη μου, πέρα από αυτές τις σκόρπιες λέξεις. Κάτι ωστόσο γλύστρισε μέσα μου όπως το νερό. Ηταν εκείνο το δάκρυ της Μεγάλης Παρασκευής, στο άκουσμα τού "Οίμοι φως του Κόσμου! Οίμοι φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν, η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς", που μέχρι να φτάσει το "Ω, γλυκύ μου έαρ", είχε γίνει κι όλας ποτάμι.

Ανακάθησα οκλαδόν στο πάτο της μπανιέρας, με τα εξωτερικά των γονάτων να συγκρατούνται στα κρύα τοιχώματα. Εκλεισα το νερό και έπιασα να πασαλείβω το σαπούνι με άρωμα πορτοκαλιού και κανέλας πάνω στο δέρμα μου. Το μάτι μου στάθηκε για λίγο στο άτριχο κομμάτι δέρματος χαμηλά στα πλευρά, στο ύψος των γλουτών. Η επιθυμία να "χτυπήσω" ένα τατουάζ στο σημείο αυτό, ήρθε και πάλι, σημάδι ότι το καλοκαίρι είναι κιόλας εδώ. Θέλησα καφέ. "Και μάλιστα φραπέ" σκέφτηκα μεγαλόφωνα. Σηκώθηκα για να διώξω τους αφρούς απ' τα εσπεριοειδή, αφήνοντας το ξύρισμα των... απόκρυφων σημείων, για αύριο. Σκουπίστηκα στα γρήγορα και έτρεξα γυμνός προς την κουζίνα. Ανοιξα το παράθυρο. Ο μαγεμένος Απρίλης έστεκε ακόμα 'κει έξω.





20 Μαρτίου 2007

Περιμένοντας τη βροχή

Caro diario

Ο ήλιος μάς σημάδευε από ψηλά, καθώς ανέβαινε λαμπερός και ζεστός πάνω από τον Μαραθώνα πολιορκώντας κάθε κυτταρό μας. Η ανάσα της θάλασσας έφτανε υπόκωφη ως τα αφτιά μας καθώς ψιθήριζε κάτι στα βράχια. Ενας κίτρινος καταρράκτης από αγριολούλουδα πάσχιζε να κρατηθεί ζωντανός στις σχισμές των βράχων, πριν γλυστρίσει στην κρύα θάλασσα.

Στην άλλη άκρη, πέρα στα αριστερά μας, θα ΄ταν δε θα ΄ταν, άλλοι τέσσερις, πέντε άνδρες. Ολοι τους γυμνοί, όπως και εμείς. Ξαπλωμένοι στα ζεστά βράχια με τα χέρια σε έκταση, τα σκέλια ανοιγμένα για να υποδεχθούν τον πρώτο ήλιο. Δίπλα μου ο Αρης. Προσπάθησα να ακούσω την ανάσα του, κυριακάτικη προσευχή σε άγνωστους θεούς. Να αισθανθώ τη ζεστή, λευκή του γύμνια. Τον αγγίζω στους οικοίους λαγώνες με τα ακροδάκτυλά μου. Την ίδια στιγμή ένας γλάρος κραυγάζει από κάπου, θέλοντας ίσως να χαρεί για το τέλος της χειμερινής του μοναξιάς. Ανοίγω τα μάτια που καίγονται στο φως, πριν βουτήξουν στο μπλε της θάλασσας. Η σκιά του γλάρου κυλάει κάτω από τον μηρό μου και χάνεται δίπλα στο απλωμένο τραπεζομάντηλο, ανάμεσα από άδεια μπωλ και λερωμένα πιάτα. Τα ψίχουλα σκόρπισαν στον αέρα.

Γυρίζω στο πλάι, στέλνοντας την ανάσα μου στο πρόσωπο του Αρη. Γυρίζει και εκείνος με τη σειρά του προς εμένα. Γρήγορα βολεύεται πάνω στην τραχιά επιφάνεια. Απλώνει το χέρι του προς εμένα. Απλώνω και εγώ το δικό μου για να ενωθεί τελικά με το δικό του. Τα δάκτυλα μπλέκονται με τις γαλάζιες ρίγες τις πετσέτας. Φτιάχνω το φουσκωτό μαξιλάρι κάτω από τον ιδρωμένο σβέρκο μου. Πλησιάζω μια ιδέα περισσότερο προς τον Αρη. Σχεδόν αγγιζόμαστε πια. Από το μέτωπο έως τα δάκτυλα των ποδιών. Γέρνει και αυτός λίγο, σπρωχμένος από την κλίση για να βρεθεί με μιας μες την αγγαλιά μου. Κλείσαμε τα μάτια και αφεθήκαμε...

Ξύπνησα αλαφιασμένος. Εξι! Η ματιά μου έψαξε την μικρή πράσινη ώρα που μετρά αέναα πάνω στον αδιάβαστο σωρό βιβλίων του κωμοδίνου. Το λιγοστό φως πίσω από την κουρτίνα μ΄ έκανε να πιστέψω ότι είναι πρωί. Πατώ το 4 στο τηλεκοντρόλ και η Μάρω Λεονάρδου δεν εμφανίζεται. Κάτι δε πηγαίνει καλά. Ξανακοιτώ το ρολόι. Προσπαθώ να σκεφθώ. Απόγευμα Τρίτης... Επεσα ξέπνοος στο μαξιλάρι μέσα στην αλμύρα του ιδρώτα μου. Σηκώθηκα ανακουφισμένος και βγήκα στο μπαλκόνι. Ενα μοναχικό σύννεφο σκαρφαλώνει ψηλά τραβώντας για το άκρο της Αττικής. Κάπου θα βρέξει. Ευχήθηκα τα κίτρινα αγριολούλουδα να ξεδιψάσουν απόψε.




16 Μαρτίου 2007

Η ευτυχία του χρυσόψαρου

Caro diario

Βγήκα ξέπνοος στον απογευματινό αέρα, σπρώχνοντας με δύναμη τη μεγάλη γυάλινη πόρτα με το λογότυπο της εταιρείας. Επιτέλους βρισκόμουν έξω ξανά. Κοντοστάθηκα για να πάρω μια γερή δόση κρύου αέρα και με μάτια κλειστά ευχήθηκα η άνοιξη να φτάσει έως το πιο μακρυνό ακρωτήρι των πνευμόνων μου. Κατόπιν, άρχισα να κατεβαίνω βιαστικά τις σκονισμένες σκάλες, σκεπτόμενος την ευτυχία του χρυσόψαρου, όταν επιστρέφει στην καθαρισμένη του γυάλα.

Συνειδητοποίησα, ότι είναι Παρασκευή και ότι δεν έχω βράγχια. Χαμογέλασα με μια υποψία ανακούφισης. Από κάπου μακρυά άκουσα τις καμπάνες του εσπερινού. Τελευταίοι Χαιρετισμοί απόψε, σκέφτηκα, ενώ βάλθηκα να ψάχνω στην τσέπη του σακακιού, για το εισιτήριο του λεωφορείου. Τελικά το ανέσυρα τσαλακωμένο από την κωλότσεπη. Ανοιξα το βήμα προς την στάση, ενώ στα ακουστικά του κινητού μου ξεκινούσε το τραγούδι της Ισπανίας για το Ελσίνκι. Τι κρίμα, για μια χώρα με μουσική παράδοση και τέτοια κελαριστή γλώσσα - λατρεύω τα ισπανικά- να μην μπορεί να επιλέξει ένα αξιόλογο τραγούδι. Χρόνια τώρα. Με τέτοιες σκέψεις, προσπάθησα να ξορκίσω την κούραση της ημέρας. Είχα φτάσει πια στη στάση.

Στήριξα τον ώμο στο μπλέ σίδερο, λύγισα το πόδι και έριξα το βλέμμα στο βάθος του δρόμου. Ανυπομονούσα να φανεί το λεωφορείο μου, να σωριαστώ σ΄ένα κάθισμα των πολλών. Να κοιτώ τα χαραγμένα γράμματα στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος, "Χ + Γ = LOVE FOR EVER", ανάκατα με ημερομηνίες και σκόρπια βρισίδια. Και πίσω από την αντανάκλαση του προσώπου μου, ν' αναζητώ από ψηλά τους στενούς καβάλους των οδηγών στα πλαϊνά αυτοκίνητα, καθώς περιμένουν με το πόδι πάνω στο γκάζι, ν΄ανάψει το πράσινο.

Ο ήλιος έγερνε πια πίσω στη δύση. Το εισιτήριο κουρέλι τώρα, ανάμεσα στα δάκτυλά μου. Ενα λεωφορείο θα έκανε σε λίγο στάση μπροστά μου. Δεν ήταν το δικό μου. Είδα το φλας να με σημαδεύει. Ξεβολεύτηκα κάνοντας ένα βήμα πίσω, για να αποφύγω τη σκόνη του δρόμου. Οι πόρτες άνοιξαν. Δίπλα στον οδηγό, πρόσεξα έναν νεαρό με στρατιωτική στολή. Δεν συγκράτησα αν ήταν του Ναυτικού ή του Πεζικού. Οι ματιές μας συναντήθηκαν, πίσω από το λερωμένο τζάμι του οχήματος. Δύο καστανά μάτια ήρθαν να σταθμεύσουν πάνω στα δικά μου. Το μέρος της καρδιάς του το σκέπασε ένα ξεθωριασμένο κόκκινο οπαδικό αυτοκόλλητο. Η ματιά μου σκαρφάλωσε διστακτικά για να συναντήσει και πάλι τη δική του. Αραγε θα ήταν ακόμα πάνω μου; Ηταν! Για μια στιγμή ακόμα. Ξαφνικά η μαγεία χάθηκε και η ενοχή κούρνιασε βαριά επάνω του. Γύρισε και κοίταξε μπροστά. Οι πόρτες έκλεισαν. Το παλιό όχημα φύσηξε μια ανάσα μόλυνσης προς το μέρος μου και απομακρύνθηκε για να βρει τη νύχτα.

Επέστρεψα στο μπλε στήλο. Εβγαλα τα ακουστικά από τα αφτιά μου και η βουή της πόλης έπεσε με δύναμη απάνω μου. Το λεωφορείο μου δεν έλεγε να ΄ρθεί. Εβαλα τα χέρια στις τσέπες, σήκωσα και τον γιακά. Η υγρασία διέγραφε αχνούς κύκλους γύρω από τα φώτα των δρόμων. Κοίταξα μια αριστερά και μια δεξιά. Τελικά πήρα να κατηφορίζω ως την επόμενη στάση. Ηθελα να περπατήσω πριν βουτήξω ευτυχισμένος στην γυάλια μου...


6 Μαρτίου 2007

Της εξοχής τα πρωινά

Caro diario

Aκόμα έχω στα μάτια τη λάμψη του φεγγαριού, που μας καλοσώριζε την Κυριακή το βράδυ, πίσω στην πόλη. Ετρεχε και αυτό δίπλα μας, πάνω από τα ναυπηγία, πίσω από τα ηχοπετάσματα της Αττικής οδού έως ότου χαθεί τελικά κάπου πάνω από τα Μεσόγεια. Οπως πάντα ήταν ωραία στης Αλίκης. Φίλη από τα παλιά. Μας έδωσε τα κλειδιά του πατρικού της σπιτιού στο κτήμα με τις πορτοκαλιές και τα περγαμόντα. Καταμεσίς του Αργολικού κάμπου. Το λατρεύω αυτό το μέρος και πάντα αφήνω κάτι από την καρδιά μου σε κείνα τα χώματα.

Που και που κοιτούσα δίπλα μου τον Αρη, που οδηγούσε συγκεντρωμένος. Κάθε τόσο του έλεγα να κοιτάξει πότε δεξιά, πότε αριστερά για να δει και εκείνος -φευγαλαία έστω- τον υπερμεγέθη δορυφόρο. Νομίζω ότι ακόμα κρατούσε κάτι από τα χρώματα της σαββατιάτικης έκλειψης. Την οποία, ερείσθω εν παρόδω, απαρνηθήκαμε για να κάνουμε παθιασμένα έρωτα. Πριν εμφανιστεί ξανά η σελήνη στον ουράνιο θόλο, εμείς προσπαθούσαμε να ξαναβρούμε τις ανάσες μας, κρυμμένοι ο ένας στην αγγαλιά του άλλου.

Τα μάτια μου πονούσαν από τον ήλιο του Σαββατοκύριακου και τα φώτα των μπροστινών αυτοκινήτων της εθνικής οδού. Εγειρα το κεφάλι και βάλθηκα να παρατηρώ τους οδηγούς των αυτοκινήτων, που έτρεχαν δίπλα από το παραθυρό μου. Μερικοί με πρόσεχαν και άφηναν μια παρατεταμένη ματιά απορίας επάνω μου. Από τα ηχεία οι πρώτες αναγνωριστικές μπαλιές στο "Γ. Καραϊσκάκης", με έκαναν να χτυπώ κάπου κάπου δυνατότερα του συνηθισμένου τα βλέφαρα. Ηξερα όμως ότι θα δραπετεύαμε. «Αρη, κάτι έχει η νύχτα απόψε, ε;» είπα γυρίζοντας προς την μεριά του, για να με ακούσει καλύτερα και να επιβεβαιώσει με τη συμφωνία του, τη δική μου ελπίδα περί "απόδρασης". «Κίνηση έχει, η νύχτα μωρό μου. Κίνηση...» είπε χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο. Χαμογέλασα και συνέχισα να ψάχνω με τα μάτια, τους οδηγούς, των διπλανών αυτοκινήτων.

Τις Κυριακές τα βράδια, πάντα με πιάνει μια μελαγχολία για τις ημέρες που κύλησαν τόσο γρήγορα. Παιδιώθεν. Για τις στιγμές που μας ξέφυγαν. Για τα σχέδια, που καταστρώθηκαν την Παρασκευή. Την βόλτα του Σαββατιάτικου πρωινού ή τον καφέ του απογεύματος. Το σμίξιμο της νύχτας. Το Κυριακάτικο ξύπνημα στο ίδιο μαξιλάρι. Την μυρωδιά του καφέ και την ψύχρα στους ώμους. Για τον σκοπό που σιγοψιθηρίζουμε, πριν ενωθούν ξανά τα χείλη.

«Πού ταξιδεύεις πάλι, παιδί μου;» Ο Αρης ρώτησε με δυνατή φωνή, για να ακουστεί μέσα στον θόρυβο. Εβαλα απαλά το χέρι μου, πάνω στο δικό του, που έστεκε πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων. Την ίδια στιγμή ο σταθμός στο ραδιόφωνο χάθηκε. Η μετάδοση καλύφθηκε από ηχητικά παράσιτα. Μετακίνησα το χέρι μου, από το χέρι του Αρη, λίγο πιο δεξιά για να βάλω το τιούνιγκ. «Αστο να το ακούσουμε, αυτό...» είπε ο Αρης. Θα το άφηνα...

"Της εξοχής τα πρωινά θα τα βρούμε ξανά αγκαλιά στο κρεβάτι και δεν πειράζει που τόσο νωρίς θα κοιτάμε χωρίς να γυρεύουμε κάτι. Της σιγουριάς τα υλικά είναι λόγια γλυκά σε κασέτες γραμμένα γι’ αυτά που ήρθανε τόσο αργά μα τα πήρε η καρδιά με τα χέρια ανοιγμένα...

Η σωτηρία της καρδιάς - είναι πολύ μεγάλο πράγμα σαν ταξιδάκι αναψυχής - μ’ ένα κρυμμένο τραύμα.

Μια παραλία ερημική και ν’ απλώναμε εκεί της ζωής μας το βήμα και δεν πειράζει που τόσα φιλιά πριν να γίνουν παλιά θα τα πάρει το κύμα. Κι εκεί στην άκρη της γραμμής θα χαρίζουμε εμείς τα παλιά μας κομμάτια σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά μα που ρίχναν σκια για να μοιάζουν παλάτια "

27 Φεβρουαρίου 2007

Ο λάθος... Ταρζάν

Caro diario... θα παρεκτραπώ.

Βράδυ Δευτέρας βρίσκομαι μπροστά στην οθόνη. Αυτή τη φορά όμως θα εκτραπώ από τη θεματική των όσων κατά καιρούς γράφω - και ας με συγχωρήσουν οι επισκέπτες- θα προσπαθήσω να κρατήσω τα μάτια μου ανοικτά, για να δηλώσω τον θυμό ή ότι άλλο είναι αυτό που νοιώθω από το πρωί όταν από το γραφείο, έψαχνα τις ειδήσεις της ημέρας. Αντιγράφω από το ethnos.gr:

Tην απόταξη και τον υποβιβασμό σε απλό στρατιώτη αντιμετωπίζει ο σκανδαλιάρης ταξίαρχος της Aεροπορίας Στρατού, που αποκαλύφθηκε ότι ως μέλος διεθνούς γκέι κλαμπ στο Iντερνετ, έστελνε καυτές φωτογραφίες του σε άγνωστους και δήλωνε ότι κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών! O εν λόγω αξιωματικός είχε εντοπιστεί εδώ και καιρό από τη δημοσιογραφική ομάδα του M. Tριανταφυλλόπουλου και επικοινωνούσε μαζί τους, χωρίς φυσικά να γνωρίζει την πραγματική τους ιδιότητα. O ταξίαρχος με περίσσια άνεση από την πρώτη κιόλας επικοινωνία που είχε με τους συνεργάτες της «Zούγκλας» απέστειλε φωτογραφία του, που τον δείχνει να στέκεται μπροστά σε καθρέφτη και να ποζάρει με κόκκινο στρινγκ έχοντας ένα περίτεχνο τατουάζ στα οπίσθιά του! O σκανδαλιάρης ταξίαρχος ζήτησε επίσης και είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη... Zούγκλα μέσω καρτοτηλεφώνου για να κανονιστούν τα περαιτέρω...

Μάλιστα. Στη χώρα μας έτσι έχουν τα πράγματα. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί αναζητούσε ερωτικούς -ομόφυλούς του- συντρόφους στο Ιντερνετ. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί φορούσε στρινγκ και δη κόκκινου χρώματος. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί είχε τατουάζ στα οπίσθιά του. "Σκανδαλιάρης ταξίαρχος" λοιπόν, γιατί έστειλε 'καυτές' φωτογραφιές του σε ...αγνώστους και στο τέλος τηλεφώνησε κι όλας και για τα περαιτέρω...

Και το αδίκημα, με βάση το οποίο θα υποβιβαστεί σε απλό στρατιώτη, ποιό είναι; Δηλώνω ότι νομικές γνώσεις δεν έχω και αν κάποιος γνωρίζει καλύτερα τα θέματα αυτά, ας μας πληροφορίσει - αλλά τι από από όλα αυτά συνιστά αδίκημα ικανό για να υποβιβάσει έναν ταξίαρχο σε στρατιώτη; Το ότι έψαχνε ερωτικούς συντρόφους στέλνοντας φωτογραφίες του; To ότι έψαχνε για ομόφυλούς του; - κατηγορηματικά 'ΟΧΙ', γιατί ως γνωστό τοις πάσοι, ζούμε σε μια Δημοκρατική χώρα. To ότι φορούσε ένα συγκεκριμένο είδος εσωρούχου, μήπως; To ότι είχε τατουάζ σε απόκρυφο σημείο του σώματός του, ίσως; Το μόνο κολάσιμο - αλλά και πάλι μπορεί να κάνω λάθος - είναι η κατά δήλωσή του χρήση ναρκωτικών ("social") στο... "διεθνή γκέι κλαμπ του Iντερνετ, όπου ήταν μέλος" (Nα υποθέσω ότι αναφέρονται στο gaydar.co.uk)

Δηλαδή, αν ο συγκεκριμένος ταξίαρχος ή ο οποιοσδήποτε αξιωματούχος τούτου του κράτους, έψαχνε ετεροφυλόφυλους ερωτικούς συντρόφους, αν φορούσε σκελέα ή έστω άσπρο σώβρακο, αν είχε τατουάζ στο μπράτσο, αν έστελνε ..."καυτές" φωτογραφίες άλλου σημείου του (δεν γράφω άλλα γιατί θα παρεκτραπώ ) αναρωτιέμαι λοιπόν, αν και σε αυτή την περίπτωση θα έχανε τους βαθμούς στην ιεραρχία (που είναι το λιγότερο) και αν θα αντιμετώπιζε τη δημόσια διαπόμπευση, που του επιφύλασσε η τύχη, πέφτοντας πάνω στον λάθος Ταρζάν, εκείνον της τηλεοπτικής μας - και όχι μόνο) ζούγκλας...

Αυτά συμβαίνουν λοιπόν σε μια ευρωπαϊκή χώρα, που λέγεται ότι γέννησε τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου ο πρωθυπουργός της δήλωνε (προεκλογικά πάντα) ότι δεν θα είχε κανένα κώλλυμα να υπουργοποιήσει έναν ομοφυλόφυλο βουλευτή του. Αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα που η ιεραρχία -της πλειοψηφούσας θρησκείας- αποφασίζει (για να αθωώσει, αργότερα) ότι η ομοφυλοφυλία δεν αποτελεί αδίκημα για τα υψηλόβαθμα στελέχη της.

Αυτά συμβαίνουν στη χώρα που ζω...

ΥΓ1. Απορία Αρη, όταν συζητήσαμε το θέμα: "Δηλαδή και οι Αγγλοι θα έπρεπε να είχαν ξαποστείλει τον Μπέκαμπ από την Εθνική, γιατί γουστάρει τα φοράει τα στρινκγ της Βικτώριας;"

Καληνύχτα σας...

22 Φεβρουαρίου 2007

Το φιλί

Caro diario

Ξανά μετά από καιρό τα μάτια μου εστιάζουν σε μια άσπρη επιφάνεια προσπαθώντας να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου και να τις μετατρέψω σε μυστικά 0 και 1. Και τι θαύμα - γιατί μόνο έτσι το εξηγώ- να γράφω από το γραφείο. Δίπλα από το θαμπό παράθυρο, πίσω από έναν εξίσου θαμπό ουρανό. Παράξενη μέρα...

Ενα φλιτζάνι καφέ χάσκει ακόμα πάνω στο γραφείο μου. Τα τηλέφωνα δεν χτυπούν δαιμονισμένα, οι συνάδελφοι αμίλητοι - αυτό και αν είναι θαύμα- κρυμένοι πίσω από τις οθόνες. Ούτε τον ήχο των πληκτολογίων τους δεν ακούω. Η τηλεόραση δεν ουρλιάζει - δείχνει ανώδυνα βίντεο κλιπ - ο "μεγάλος" έχει να με καλέσει από την Δευτέρα. Τώρα, αναρωτιέμαι αν αυτό είναι καλό ή κακό. Γιατί ως συνήθως όλο και κάποιος από τους παρατεταγμένους "καρέκλάδες", επωφθαλμιεί και τη δική μου καρέκλα για να στρώσει τον τρυφιλό του κώλο. Ρε μπας και γίνομαι Νέρωνας βλέποντας παντού εχθρούς; Mπα, δεν με έχουν φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Ή έτσι θέλω να νομίζω. Θα το ξανασκεφθώ αργότερα.

Φέρνω το φλιτζάνι με τον καφέ στα χείλη μου, για να διώξω τις αγχωτικές σκέψεις. Κρύωσε, ξεθύμανε αλλά πίνω μια γουλιά. Θυμάμαι το χθεσινό βράδυ - βράδυ γενεθλείων για τον Αρη - που είχαμε ανοικτά τα παράθυρα στο σπίτι, για να μπει μέσα ένας ανοιξιάτικος αέρας. Νομίζω και με μια ιδέα μακρυνής βροχής. Στεκόμουν πάνω από την αχνιστή κατσαρόλα προσπαθώντας να δω πίσω από τα θολωμένα μου γυαλιά, όταν ο Αρης με ρώτησε αν ακούω τα βατράχια. Τα άκουγα. «Ανοιξη» είπε, χωρίς να καταλάβω αν μονολογούσε ή το έλεγε σε μένα. Πάτησα το κουμπί και δυνάμωσα τον απορροφητήρα. Τα κοάσματα χαθήκαν. Κλείσαμε και τα παράθυρα.

Φάγαμε αντικρυστά πίσω από ένα ψιλόλιγνο πορτοκαλί κερί. Βγάλαμε και το "καλό" μας σερβίτσιο. Λόγω της ημέρας. Κλείσαμε την τηλεόραση. Προτίμησα ένα σάιτ που έπαιζε χαλαρωτική μουσική. «Ολα μας πάνε τόσο καλά, τον τελευταίο καιρό, ε;» Ρώτησα, περισσότερο για να πω κάτι. Η μύχια σκέψη που επακολούθησε ήταν ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ακολουθεί συνήθως κάτι πολύ κακό. Δεν το ανέφερα. «Ναι, όλα πάνε καλά.» είπε ο Αρης, χωρίς να με κοιτάξει. Μιλήσαμε για τη νέα του δουλειά, τις σχέσεις με τους συναδέλφους, το νέο εργασιακό περιβάλλον. Θα συνεργαζόμαστε κι όλας. Προς το τέλος, θυμήθηκα το περιστατικό στο Μπάντιμγκτον. Το είχε ξεχάσει και βάλθηκα να το λέω, εκεί λίγο πριν φέρω την τούρτα.

Βγήκαμε από το θέατρο - κονσέρβα, ενώ η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει (Ενα και μοναδικό Ολυμπιακό έργο είχε πρόβλεψη κονδυλίου κατεδάφισης στον φάκελο των Αγώνων, αυτό στου Γουδή, και το ξεπούλησαν πρώτο απ΄όλα οι πεινασμένοι.) Τα παντελόνια μούσκεμα ως τα σώβρακα, τα παπούτσια ως τις κάλτσες. Ο αέρας αχρήστευε εν πολλοίς τις ομπρέλες μας ενώ προσπαθούσαμε - μαζί με άλλους συνοδοιπόρους- να περάσουμε ανάμεσα από τα χιλιάδες ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Ξεκόψαμε από τον ορυμαγδό για να βρεθούμε στο δρομάκι για το 401. Είχαμε μια γλυκιά διάθεση παρά την κουραστική και εν ολίγοις αδιάφορη παράσταση των "Κύκνων". Ξαφνικά μου 'ρθε η επιθυμιά να τον φιλήσω. Ετσι, κάτω από εκείνη την ξαφνική κυριακάτικη βροχή, με τις ομπρέλες στους ώμους. Του το΄πα. Κοντοστάθηκε, προτάσσοντας - μια ιδέα- τα κεφάλι του, που το έγυρε ελαφρά στο πλάι. Χαμογελούσε διαβολικά...

Σταμάτησα επί τόπου διστακτικός. Τον κοίταξα προσπαθώντας να διακρίνω τα μάτια του στο λιγοστό φως, πριν βρω να πω τελικά: «Χάθηκε να βγει και στο δικό μου κρεβάτι ένας κύκνος και όχι ένα... ασχημόπαπo;» έκανα περιπαιχτικά, για να αποφύγω την πρόκληση. Γέλασε δυνατά και αμέσως μετά κινήθηκε προς το μέρος μου, σχεδόν... απειλητικά. Τώρα πια είχαν ενωθεί οι ώμοι μας. Χαμήλωσε την μαύρη ομπρέλα πάνω από τα κεφάλια μας. Το άσπρο του ματιού μου γύρισε μια αριστερά και μια δεξιά. Κανείς δεν φαινόταν. Σκοτείνιασε. Με φίλησε τρυφερά στα χείλη, ενώ η βροχή δυνάμωνε...

1 Ιανουαρίου 2007

007

Caro diario

Περασμένες ήδη οι τρεις πρώτες ώρες του 2007. Δεν ξέρω αλλά μου φαίνεται αδιάφορο και κουραστικό όπως και τα τριάντα τόσα προηγούμενα, που θα μπορούσα να θυμηθώ αυτή την στιγμή. Το οικογενειακό - βαρετό - δείπνο ευτυχώς δεν κράτησε ως αργά. Για μένα τουλάχιστο. Με δικαιολογία την σημερινή μας άφιξη - την δική μου και του Αρη- από ολιγοημέρες χειμερινές διακοπές, κατάφερα και έφυγα νωρίς. Λίγο η κούραση των ημερών, λίγο η ταλαιπωρία του ταξιδιού και κάτι η παρουσία των πεθερικών του αδερφού μου, μαζί με τη ξυνή νύφη μου, με έκαναν να φύγω μια ώρα αρχίτερα από το πατρικό με τη βασιλόπιτα ανά χείρας. Ο Αρης προτίμησε να κάνει πρωτοχρονιά σε κάτι συναδελφούς του για να αποφύγει τη ξυνή και το σόι της και εγώ μετά έπρεπε να δικαιολογώ την απουσία του από το οικογενειακό δείπνο. Στην αλλαγή του χρόνου δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε γιατί για μια ακόμη χρονιά το δίκτυο κινητής είχε υπερφόρτωση. Του έστειλα ωστόσο ένα μήνυμα.

Την ώρα του δείπνου απαντούσα με τυπικές ευχές, ενώ από θαύμα απέφυγα πολλάκις τον πνιγμό στην ευχή "Στα δικά σου - Και γρήγορα". Στην περίπτωσή μου αυτά συντάσσονται μαζί. Οπως και το "Ενα πράγμα, τόοοσοοο - Με το συμπάθειο", αλλά δεν είναι της παρούσης. Οι ευχές για τα δικά μου παντρολογήματα κράτησαν ως τη στιγμή που ευχήθηκα με τη σειρά μου στην συμπεθέρα "Και εσείς καλά γεράματα. Στην υγειά σας". "Χριστός, Χριστός", ακούστηκαν οι φωνές ολόγυρα, με προεξέχουσα την τσιριχτή φωνή της κόρης της, που μου έριξε ένα βλέμμα πιο κόκκινο και απ' το κρασί, που μόλις είχε ξεροκαταπιεί η μάνα της. Αργότερα, καθώς τους είχα ήδη καληνυχτίσει, η μέλλουσα νύφη μου, πέταξε ένα "Χαιρετισμούς στον Αρη" κοιτάζοντας με στα μάτια για να δει την αντίδρασή μου. Δεν της έδωσα σημασία, απλά την ευχαρίστησα τυπικά. Εδωσα ένα φιλί ακόμη στον αδερφό μου. Εσπρωξα απαλά την πόρτα και βγήκα.

Παρόλο που είμαι κουρασμένος, ξέρω καλά πως δεν θα με έπιανε ύπνος. Ετσι βρίσκομαι τέτοια ώρα - σπάνιο πράγμα για μένα, που κοιμάμαι πριν από τις κότες- να γράφω. Ισως και να θέλω να αποφύγω την ερημιά στο μεγάλο διπλό κρεβάτι. Σήμερα δεν θα έχω τον Αρη δίπλα μου και αυτό με πονάει. Το πρωί δεν θα ξυπνήσω με το ξανθωπό του κεφάλι πάνω στο στήθος μου, με την ανάσα του να κινεί τις τρίχες στο μπράτσο μου, με τη ζέστη του κορμιού του να τυλίγει το δικό μου και τη μυρωδιά του να ποτίζει το σεντόνι.

Κοντεύει 4.30. Το πρώτο ξημέρωμα στο 007 είναι κι΄όλας εδώ...

23 Δεκεμβρίου 2006

Λούγκρα και παραλλαγή

Caro diario

Επιστρέφοντας απόγευμα Σαββάτου από το γραφείο, οδηγούσα σαν τρελός. Το σαραβάλο μου όμως, αρνούνταν να πάει γρηγορότερα. Παρόλο που δεν ήθελα να επιστρέψω σπίτι, κόλλησα το πόδι στο γκάζι. Από νεύρα. Η μόνη αντίδραση ήταν το αυτοκίνητο να ρετάρει. Σαν να 'χε λόγγιξα. Κάποιοι βιαστικοί πίσω μου, κόρναραν βρίζοντας με. Τους κοιτούσα ατάραχος - φαινομενικά- καθώς περνούσαν δίπλα μου, με τα φρεσκοπλυμένα, ακριβά τους αυτοκίνητα. Τα πίσω καθίσματα γεμάτα από παραφουσκωμένες τσάντες του "Χόντος σέντερ". Σαν τι, ήθελα να μου μιλήσει κάποιος εκείνη τη στιγμή...

Τελικά, την πλήρωσε η γάτα, που με μιας βρέθηκε κλεισμένη στο μπάνιο. Επεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, κοιτώντας πότε το ταβάνι και πότε μια φέτα γκρίζου ουρανού έξω από το παράθυρο. Ακόμα να κρεμάσω και τις κουρτίνες. Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι για ένα ακόμη μεσημέρι. Γύριζα συνεχώς μέσα στην καρώ κουβέρτα, που την έννοιωθα γύρω μου περισσότερο σαν ένα κολλώδη ιστό αράχνης. Μια κρύωνα, μια ζεσταινόμουν. Πιθανό να φταίει αυτή η γαμημένη ίωση, που με πιλατεύει εδώ και είκοσι μέρες με κομάρες, πονόλαιμο και μια θολούρα στο μυαλό. Από τα πολλά και την πίεση του Αρη, την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στο γιατρό, που διέγνωσε - τί άλλο; - ίωση. Μου έγραψε ωστόσο εξετάσεις αίματος, ακτινογραφίες - θώρακος, παρραρινίων- και φάρμακα. Αντισταμινικά και αντιφλεγμονώδη. Τρέχαμε σαν τους τρελλούς όλη την εβδομάδα σε ιατρεία και εργαστήρια.

Ανοιξα το ραδιόφωνο με το τηλεκοντρόλ, βγάζοντας το χέρι έξω από το κρεβάτι, για να φτάνει το στερεοφωνικό. Συνεχώς τιούνιγκ, σκέτη ζαλάδα. Ολο και περισσότεροι σταθμοί της μνήμης παίζουν πια ελληνικά για σκυλάδικα. Αφήνω έναν μέϊνστριμ με τον Φράνκι να τραγουδά μετά μανίας για την Νιου Γιορκ. Ηλίθιες διαφημίσεις επί μισάωρο, διακόπτουν τα χαζοχαρούμενα τραγούδια με τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες και τα καμπανάκια. Κουράζομαι και πάλι. Ανοίγω την παλάμη, αφήνωντας το τηλεκοντρόλ να πέσει πάνω στη βρώμικη μοκέτα. Κλείνω τα μάτια μόλις πάψει ο ήχος της πτώσης. Φέρνω το χέρι κάτω από το σώμα μου, για να ψάξει τη ζέστη του εσωρούχου μου. Την ίδια στιγμή, μια ακόμη εκδοχή του "Λαστ κρίστμας" με πολιορκεί πάνω από τα σκεπάσματα. Είμαι θυμωμένος. Είμαι κουρασμένος. Είμαι όλα και ότι δεν πρέπει να είμαι "χρονιάρες" μέρες.

Πολλοί θεωρούν τα Χριστούγεννα μια γιορτή φτιαγμένη ειδικά για λούγκρες. Χρυσόσκονη, φωτάκια, στρας, γκλάμουρους ατμόσφαρα, τυπικά δωράκια και τηλεφωνήματα, φιλιά στον αέρα και πούστηκες ευχές. Κολλημένα χαμόγελα γύρω από κατάλευκες οδοντοστοιχίες. Koυραμπιέδες και δίπλες. Βασιλόπιτες και σαμπάνιες. Και η ψευτιά να ρέει παντού. Να παρασύρει τα πάντα στην χρυσαφένια ευδαιμονία της.

Εγώ θέλω να είμαι τσαντισμένος, θυμωμένος, θλιμμένος. Να είμαι αξύριστος, άσχημος και άπλυτος. Να θέλω να μείνω μόνος - Εστω, θα ξεκλειδώσω το γατί από το μπάνιο. Να μην κρεμάσω φωτάκια στο φίκο του μπαλκονιού. Να μην δωρήσω τίποτα. Να μην ανοίξω την πόρτα στις μουλάρες, που θα΄ρθουν να μου πουν τα κάλαντα στις 6 τα χαράματα. Να μην αγοράσω καινούριο κοστούμι. Να μην τρέχω στα ιν μπαρ και στα ακριβά εστιατόρια. Να μην περιμένω δώρα. Και στο τέλος θέλω...

...να κάψω ένα ομοίωμα του καλοζωισμένου αγίου της "κόκα κόλα", στην πλατεία Συντάγματος. Μπορώ;

ΧΑΛΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

19 Δεκεμβρίου 2006

"Από εκείνους τους καιρούς"

Caro Diario

Mεσημέρι Tρίτης προσπαθώντας να γράψω κάτι από το γραφείο, ενώ περιμένω τους δείκτες να δείξουν την ώρα για να φύγω. Εξω από το παράθυρο ένα γκρίζο απομεσήμερο κυλά αργά. Γαλαζωπά σύννεφα, κυνηγιούνται ανάμεσα από τ' αντικρυνά κτίρια. Στο ύψος των ματιών μου, δυο ζευγάρια αγριπερίστερα - που κάπως αλλιώς λέγονται, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα- ξαποσταίνουν ασάλευτα πάνω στα καλώδια της ΔΕΗ. Από κάτω περαστικοί και αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται αέναα. Ο κόσμος σαν να πλύθηνε ξαφνικά. Το ίδιο και οι τσάντες που κρατάνε. Οσο πλησιάζουν απάνω μας απειλητικά τα Χριστούγεννα, τόσο πιο πολλοί θα στριμώχνονται στα πεζοδρόμια. Τόσες περισσότερες και οι τσάντες, που θα κρέμονται βαριές απ' τα χέρια.

Ανοίγω το παράθυρο να μπει μέσα ο ήχος της πόλης. Μαζί του ένας αέρας άγουρης άνοιξης κατακλίζει βίαια τον χώρο. Ξαφνικά νοσταλγώ κρύο και χειμώνα. Καπέλο και μάλλινο πουλόβερ. Πεθύμισα τα σκοτάδια της καρώ κουβέρτας. Να χουχουλιάσω γυμνός με τον Αρη δίπλα μου. Σκεπασμένοι μέχρι πάνω απ' τα κεφάλια μας. Να λέμε χαζομάρες, να αγγιζόμαστε στα τυφλά, να του λέω αστεία και κείνος να γελά ανέμελα. Να με ρωτά αν κοιμάμαι. Να γελώ κι εγώ με τη σειρά μου, ως απάντηση.

Κάθομαι σε μια από τις πίσω θέσεις του λεωφορείου. Απ΄τη μεριά που να με βλέπει ο ήλιος. Η κούραση των τελευταίων ημερών με κυριεύει. Απλώνω τα πόδια μου μπροστά. Κλείνω τα μάτια πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά. Θέλω να κοιμηθώ. Προσπαθώ να μείνω ζωντανός. Αναπολώ την Κυριακή, που πήγαμε στο Σούνιο, μετά από πολλά χρόνια. Αγαπημένος τόπος. Εκεί είχαμε περάσει μερικά υπέροχα σαββατοκύριακα τον καιρό που είχαμε πρωτογνωριστεί. Η φύση, αν και είμαστε μέσα στα Χριστούγεννα, ντυμένη με την πράσινη της χλόη. Που και που μικρά κίτρινα αγριολούλουδα, ξεμίτηζαν ξεγελασμένα από την καλοκαιρία. Οι γλάροι πάνω στις αρχαίες πέτρες, παρατηρούσαν τα πάντα. Κάναμε τον γύρο του ναού περπατώντας δίπλα δίπλα. Χωρίς να μιλάμε. Και οι δύο είχαμε βυθιστεί στις αναμνήσεις που γένναγε ο τόπος. Βγάλαμε και φωτογραφίες. Στο ίδιο σημείο, χρόνια μετά. Πιάσαμε να κατηφορίζουμε, ενώ πίσω από τις αρχαίες κολώνες έγερνε ο ήλιος. Μια ροζ πληγή στο σώμα τ΄ ουρανού. Εφυγα χωρίς να κοιτάξω ξανά πίσω μου. Μοναχά, βάλθηκα να θυμηθώ το στίχο του τελευταίου Σεφέρη.


ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες,
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…

Γαλήνη.
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια:
Τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν παράμερα, τον καταξέσκισαν
πάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος Αρδιαίος, ο πανάθλιος Τύραννος."

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

13 Δεκεμβρίου 2006

Μια νύχτα

Caro diario

Ανοιξα και απόψε μια σελίδα σου. Να αφεθώ στην ησυχία του λευκού σου. Να κρύψω τη μοναξιά της νύχτας ετούτης και την τρέλλα της μέρας, που κύλησε επώδυνα πάνω μου. Δεν ξέρω αν θα μουτζουρώσω κάτι για να πληγιάσω τις σάρκες σου. Τ' αφτιά μου ενώνονται με τη μουσική από τη σελίδα του manifestogr μέσα από τα παλιά ακουστικά. Τώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα κλαμπ, κάπου στο κέντρο όπου μας είχαν καλέσει με τον Αρη . Με αφορμή την απεργία στο μετρό δεν πήγαμε.

Ο Αρης αποκοιμήθηκε ήδη στο κρεβάτι μου. Πήγα κοντά του. Ενοιωσα τη θέρμη του κορμιού του, τη στιγμή που τον ρώτησα αν θα κοιμηθεί εδώ. Σχεδόν άγγιξα με τα χείλη μου το αφτί του. Εκείνος κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. Το εξέλαβα ως κατάφαση. Τον ευχαρίστησα μ' ένα φιλί στο μέτωπο, σαν και αυτά που μου κόλαγε η μάνα στα μικράτα μου, σαν ήθελε να δει αν είχα πυρετό. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε πάλι και με πλάκωσε εκείνη η αγάπη και η φροντίδα, που θέλω να του δίνω. Υποθέτω ότι έτσι πρέπει να νιώθει ένας γονιός για το παιδί του. Ποτέ δεν θα μάθω αν είναι στ΄αλήθεια έτσι...

Τον σκέπασα, χαμήλωσα τα φώτα και σύρθηκα ξανά ως το λευκό σου, χτυπώντας σιγά σιγά τα πλήκτρα. Η γάτα, με έχει απαρνηθεί και αυτή, χαζολογώντας βαριεστημένα με τον Τζέρι, εκείνο το ανόητο πλαστικό ποντίκι, που της έχει φέρει ο Αρης. Ανοίγω το SJphone ψάχνοντας τον κατάλογο για τη μαγική λέξη: "Μπία". Πατώ το πράσινο κουμπί του. Αναμονή. Κι άλλη αναμονή. Επιτέλους η φωνή της, έστω και κάπως μακρυνή. «Ελα παιδί μου, που είστε; Σπίτι είστε, - απαντά μόνη της- πάντα γνωρίζει τις απαντήσεις, είδα πάλι κάτι παλαβά στην αναγνώριση κλήσης. Εσύ θα ήσουν, είπα. Ενιγουέϊ. Εγώ πηγαίνω με μια φίλη - τη Ματίλντα, στην έχω γνωρίσει; - Παύση - Οχι ε; Δεν έχει τύχει, αλλά θα κανονίσω να βγούμε. Πηγαίνουμε, σε μια μεταμεσονύχτια θεατρική παράσταση, μιας πειραματικής σκηνής. Ηθελες κάτι;» «Ναι. Να σκάσεις για λίγο, μπορείς;», έκανα και εκείνη γέλασε. «Οχι, Μπία μου, δεν ήθελα κάτι, συγκεκριμένο.» «Εντάξει, κατάλαβα θα σε πάρω αύριο. Κλείνω γιατί φτάσαμε. Φιλιά» Η γραμμή έκλεισε. Κανένας ήχος στο δωμάτιο. Ισως πάλι και ν' ακούω κάτι...

Σηκώνομαι με κόπο για να σταθώ μπροστά στη μπαλκονόπορτα. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω από το τζάμι. Αθλια φωτάκια, κρέμονται από παντού για να πληγώνουν τις νύχτες μας. Χριστούγεννα, μια περίοδος που δεν θέλω να τη ζω. Που παρακαλώ να μην έρθει και όταν έρχεται σφίγγω τα μάτια για να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Που δεν αντέχω τόση επίπλαστη ευτυχία. Tόση καταπίεση να μας φραγγελώνει με χιλιάδες αιχμηρά "πρέπει". Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να κάνεις δώρα, πρέπει να δεχθείς δώρα, πρέπει να πας διακοπές, πρέπει να γοητεύσεις συγγενείς, φίλους, γνωστούς, πρέπει να πιεις, να φας, να ξενυχτήσεις, να γαμίσεις ή να γαμηθείς.

Κάτι με σπρώχνει να βάλω να πιώ. Η γάτα με παίρνει στο κατόπι. Φέρνω ένα ποτήρι με λίγα παγάκια. Ρίχνω κάτι μέσα, από ένα σκονισμένο μπουκάλι. Τα παγάκια ραγίζουν με μιας. Γίνονται διάφανα, χτυπιούνται στο γυαλί. Μετά ησυχάζουν πάλι. Βουτάω τα χείλη μου, ενώ προσπαθώ να ακούσω την ανάσα του Αρη. Ευτυχία...

11 Δεκεμβρίου 2006

Tο κύμα

Caro diario

Mόλις ξεκίνησαν τα δελτία των 8. Πατάω το "Χ" και κλείνω το παράθυρο της TV, πάνω από την οθόνη του υπολογιστή μου. Προτιμώ να κοιτάζω το λευκό μπακγκράουντ, που περιμένει να γράψω κάτι. Για ώρα... Τα μάτια μου θολώνουν. Τινάζω με δύναμη τα βλέφαρα. Για μια στιγμή, σκέφτομαι να εγκαταλείψω - για άλλη μια φορά - την απόπειρα να γράψω κάτι.

Γύρισα σπίτι εξαντλημένος , μετά από 10 ώρες παραμονής στο γραφείο. Μίτινγκ (μη χέσω τώρα) και τηλέφωνα να χτυπούν πιο γρήγορα από τα μηνίγκια μου. Αποφάσεις σημαντικές που εκρεμούν στο μυαλό μου από ημέρες. Αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν σήμερα, το δίχως άλλο. Το έλεγα και στον Αρη την Παρασκευή, που χαλαρώναμε αγγαλιά στον κίτρινο καναπέ. "Αισθάνομαι ότι είμαστε στην τελευταία σκηνή της "Καταιγίδας". Το ψαροκάϊκο πρέπει να ανέβει το κύμμα που ορθώνεται μπρος του. Το κοιτάζουμε και ελπίζουμε. Θα το περάσει άραγε; Ετσι είμαστε Αρη μου" και εκείνος έσφιξε πιο δυνατά τα δάκτυλά του μέσα στα δικά μου. "Θα το περάσουμε... Τζορτζ" έκανε εκείνος και γέλασε πάνω από το αφτί μου. Γέλασα και εγώ.

Η τελευταία συνάντηση της ημέρας προγραμματίστηκε για τις 5. Επρεπε να μείνω συγκεντρωμένος. Κάθισα ρίχνοντας μια φευγαλαία ματιά στους αντικρυνούς μου. Ολοι φαινόντουσαν κουρασμένοι. Τους μοίρασα το υλικό. Ξεκίνησα τη συζήτηση όπως την είχα σχεδιάσει. "Ας αφήσουμε τους προλόγους. Στο θέμα μας, παρακαλώ" με διέκοψε ο "μεγάλος", βγάζοντας για λίγο το στυλό απ' το στόμα. Είπα όσο πιο σύντομα μπορούσα όσα είχα να πω. Ο "μεγάλος" δέχθηκε τις προτάσεις μου χωρίς πολλά πολλά. "Σου έχω εμπιστοσύνη. Συνέχισέ το. Δώσε κατευθύνσεις όπου χρειάζεται και να το τελειώσουμε" είπε, με τρόπο που δεν επιδέχοταν αντίρηση. Το στυλό κρεμάστηκε ξανά στα χείλη του. Κάτι δειλά "ναι, βεβαίως, σύμφωνουμε όλοι" ακούστηκαν τριγύρω, από τα κατεβασμένα κεφάλια των υπολοίπων. Βγαίνοντας, κάποιο χέρι με χτύπησε στην πλάτη, λες και είχα πνιγεί. Γύρισα ξαφνιασμένος. "Μπράβο μεγάλε. Πρέπει να σε πηγαίνει τρελλά το μπος, ε;"
- Μεγάλε, πρέπει να είσαι μεγάλος μαλάκας , το ξέρεις ε; Εσφυξα τα δόντια για να μη το ξεστομίσω.

Σύρθηκα για το γραφείο, συνοδεία ενός ύπουλου πονοκέφαλου που κούρνιαζε κάτω απ' το μέτωπό μου. Για ώρες. Η γραμματέας του "μεγάλου", που με συμπαθεί - και το δείχνει - μέχρι παρεξηγήσεως, με κοιτάει προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την καλή έκβαση της συνάντησης. Την κοιτάζω ανέκφραστος όσο πλησιάζω μπροστά από το γραφείο της. Χαλαρώνω μια ιδέα τη γραβάτα, χωρίς να διακόψω το βάδισμα. Περνώ από μπροστά της και τότε της χαμογελώ, αποκαλύπτοντας έτσι το αποτέλεσμα της συνάντησης.
- Ολα καλά ε; Α! Πολύ χαίρομαι. Πάρα πολύ.
- Και εγώ...

Πηγαίνοντας για το γραφείο μου, κουρασμένος αλλά ικανοποιημένος, θυμήθηκα τα λόγια του Αρη για τους άνδρες με τις οθόνες στο κεφάλι τους, που είδαμε το Σάββατο στο "2" του Δημήτρη Παπαϊωάνου, ή απλά Δ.Π., όπως εν συντομία γράφαμε το όνομά του στο φόρουμ του www.stadia.gr τα χρόνια της Oλυμπιακής προετοιμασίας. Κάθισα στην καρέκλα μου. Απλωσα τα πόδια μου μπροστά, τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Εκλεισα τα μάτια. "Ο άνθρωπος - οθόνη". Τον έφερα στο νου ξανά. Εγειρε τον ώμο του προς τον δικό μου και με την παλάμη του να κρύβει τα χείλη μας, μου είπε, όσο στην σκηνή του Παλλάς παρέμεναν οι χορευτές με τις γαλαζωπές οθόνες στα κεφάλια τους, "Eτσι έχεις καταντήσει... αλλά εγώ σ΄αγαπώ. Το ξέρεις;.."
- To ξέρω
Ενα μακρόσυρτο "τστστστστσ..." ακούστηκε από την ημιλυπόθημη κυρία της πλατείας Κολωνακίου του πίσω καθίσματος . Δεν έμαθα αν αναφερόταν σε εμάς ή σε όσα έβλεπε πάνω στην ολόφωτη σκηνή του θεάτρου Παλλάς.

Μάζεψα τα πράγματα. Εσβησα τις οθόνες μου και βάλθηκα να στείλω ένα μήνυμα στον Αρη. "Το περάσαμε το κύμα..."

2 Νοεμβρίου 2006

Χελιδονάκι γειά

Caro Diario

Απόγευμα, λίγο πριν οι τελευταίες ακτίδες φωτός συρθούν πίσω απ΄ τα βουνά. Και ας είναι ακόμα πεντέμιση. Αλλαξε πια και η ώρα, σημάδι ότι το καλοκαίρι - και εμείς μαζί - χάσαμε τη μάχη. Μαζί με την αλλαγή στα ρολόγια, προέκυψαν και κάτι τροπικοί μουσώνες. Αρον άρον ψάχναμε με τον Αρη για αδιάβροχα και ομπρέλες. Πουλόβερ και μπουφάν. Καφετιέρες πήραν τη θέση τους στον πάγκο της κουζίνας. Παραγγελίες για πετρέλαιο δόθηκαν. Τα τηλέφωνα για τα χαλιά ακόμα τα ψάχνουμε. Τα πρώτα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια στις βιτρίνες, ήρθαν για να μας αποτελειώσουν.

Στο σπίτι τα πάντα είναι για μένα πηγές εκνευρισμού. Θέλω να μένω έξω από την τρέλλα του. Ο πατέρας μου γέρασε κατά είκοσι χρόνια μέσα σε δύο νύχτες. Ωρες ώρες, νομίζω πως γέρασα και εγώ. Ενα βάρος στους ώμους με καθηλώνει. Δεν βρίσκω κανένα ίχνος νεότητας να τρέχει μέσα μου. Αισθάνομαι όμως το μίσος για την αρρώστεια. Που μας διέλυσε. Το 'πε και εκείνος προχθές, κοιτάζοντας με βλέμμα απλανές το κιτρινισμένο από τους παλιούς καπνούς ταβάνι. Διαλύσαμε, είπε.

Υπάρχουν στιγμές, που δεν θέλω να τον κοιτάξω, που δεν θέλω να τον ακούσω. Κατηγορώ τον ευατό μου για αυτή τη σκοτεινή σκέψη. Αναρωτιέμαι πόσος καιρός πάει από το τελευταίο άγγιγμα μου προς αυτόν. Ποιά φράση μου, άντεξε μέσα της τέσσερις, πέντε λέξεις το πολύ. Εύχομαι όλα αυτά να ήταν ένα όνειρο. Σαν αυτό, που μ' έμπλεξε ψες στα μαβιά του φώτα. Μπροστά σ' έναν καθρέπτη μπάνιου κοιτάχτηκα. Με είδα γερασμένο, χωρίς δόντια, χωρίς μαλλιά. Φοβήθηκα τόσο, που ούρλιαξα χωρίς ήχο. Μετά, βρίσκοντας μια δύναμη χαμένη, σήκωσα το χέρι μου, σαν σε μπουνιά. Εκανα κομμάτια το γερασμένο είδωλο. Μα εκείνα συνέχιζαν να με κοιτάζουν ακόμα και έτσι. Διάσπαρτα. Πρόσεξα καλύτερα εκείνο με το στόμα μου. Ενα μαύρο άνοιγμα, που γελούσε χάσκοντας στο πάτωμα. Γύρισα και έχωσα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση ενός ελεϊνού νιπτήρα. Ξύπνησα μούσκεμα, σ' έναν κρύο ιδρώτα...

Η γάτα προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου, τεντώνοντας τα πόδια της πάνω στο τζάμι της πόρτας. Της ρίχνω μια φευγαλέα ματιά. Αποφασίζω να σηκωθώ και τη μπάζω μέσα. Τρίβεται με μιας στα πόδια μου. Της δίνω ένα χάδι. Αισθάνομαι τη μύτη της παγωμένη μέσα στη ζεστή μου παλάμη. Μου ανταποδίδει με ένα σύντομο γουργουριτό. Ενας υγρός αέρας μας προσπερνά για να εισβάλει φουριόζος στο δωμάτιο. Κλείνω την μπαλκονόπορτα. Οι κοψιές μας αντανακλώνται στο τζάμι. Πίσω τους τα πρώτα φώτα της πόλης υποδέχονται τη νύχτα. Ρίχνω το κεφάλι πίσω για να ξεμουδιάσει. Ακούω το κλικ στη βάση του αυχένα μου. Η γάτα κοντοστέκεται, έχοντας σηκώσει ψηλά την ουρά της. Δείχνει προς τα έξω, στο ένωμα ταβανιού με τοίχου. Βλέπω την άδεια φωλιά των χελιδονιών. Ναι, έχουν φύγει από καιρό. Μονολογώ.

...του φθινοπώρου μήνας, χελιδονάκι γειά.

10 Οκτωβρίου 2006

Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ

Caro diario

Ο καιρός μολύβι, έτοιμος να πέσει και να μας τυλίξει. Από το ανοικτό παράθυρο, φτάνει ο ήχος ενός ελικοπτέρου, που μπερδεύεται προς στιγμή με ένα τραγούδι των Archive, που παίζω στο cd. Στους τοίχους του δωματίου χορεύουν οι σκιές, που προβάλλονται μπροστά από τις φλόγες των κεριών. Αισθάνομαι εξουθενωμένος. Ετοιμος να παραδώσω τα πάντα στην τύχη τους. Εχω τέτοια υπερένταση και εκνευρισμό (ταυτίζονται πάντα αυτές οι καταστάσεις άραγε;) που μου έρχεται να ουρλιάξω.

Με προλαβαίνει το πρώτο μπουμπουνιταριό, όπως λέει και ο Αρης, που κοιμάται στον καναπέ. Ετσι όπως τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά - εκτός icq. To πρώτο μας βλέμμα. Το πρώτο άγγιγμα. Τα πρώτα μας λόγια. Αλήθεια πως πέρασαν τόσα χρόνια; Hταν σαν χθες που μετρούσα τις μέρες, τους μήνες... Σχεδόν γεράσαμε. Μου το θυμίζει μια παλιά φωτογραφία που άλλαξε τώρα στο desktop. Τόσο νέοι, τόσο ερωτευμένοι. Τόσο ανυπόμονοι να ζήσουμε όσα δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε ως τότε. Το βλέπω τώρα σ' εκείνα τα μάτια. Πίσω στο 1997...

Ο Αρης σαν να τα βλέπει λες σ΄ένα όνειρο, κάνει να ξυπνήσει. Σταματώ να χτυπώ τα πλήκτρα (...) Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν στο μπαλκόνι. Πατ, πατ, πατ. Δείχνει να κοιμάται πάλι. Μου περνά από το νου, να πάω να χωθώ στην αγγαλιά του. Να με καταλάβει και να με τραβήξει πάνω του. Να με κλείσει μέσα στα δυνατά του χέρια. Να μπλέξω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά του. Να αισθανθώ το δέρμα του να ανασηκώνεται, την ανάσα του ζεστή σαν το λίβα, στο λαιμό μου. Σε στάση κουταλιού...

Τραβώ το βλέμμα μου από το σώμα του Αρη και το βουλιάζω στο κενό του παραθύρου. Βλέπω ένα κιτρινωπό φως να έχει μετατρέψει τα πάντα σε σέπια. Ετσι κίτρινο έχει γίνει πια κι εκείνο το όνειρο. Κατά καιρούς έρχεται να στοιχειώσει και πάλι τους ύπνους μου. "Φακ γιου, ανιγουέϊ", λένε τώρα οι στίχοι του τραγουδιού, που ξερνούν τα ηχεία. Δεν δίνω σημασία στα σημεία. Εχω πάψει να το κάνω από χρόνια. Παύση. Φοράω τα ακουστικά και δυναμώνω την ένταση, όσο νομίζω ότι θα αντέξουν τα αφτιά μου. Παύση. Μουσική ξανά. Φοβάμαι ότι αν κλείσω τα μάτια θα τον δω πάλι. Τα χείλια του. Σαρκώδη και ζεστά. Ασάλευτα. Κοντά μου ωστόσο, σαν μάκρο φωτογραφία. Θέλω όσο τίποτα άλλο να κολλήσω πάνω τους τα δικά μου. Εστιάζω το βλέμμα μου στη γραμμή που τα χωρίζει. Κλείνω τα μάτια. Γέρνω μια ιδέα το κεφάλι μου και τον γεύομαι για μια φορά ακόμη.

Ενα δάκρυ είναι έτοιμο να χαρακώσει το μάγουλό μου. Χτυπώ με δύναμη τα βλέφαρά μου μια, δυο, τρεις φορές για να ανακόψω την πορεία του. Τα κατάφερα πάλι. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ξανάρχονται στην επιφάνεια του μυαλού μου, γιατί προχθές διάβασα απνευστί το "Μπριγιόλ" ή γιατί είχε τα γενέθλιά του. Λίγο έλειψε να τον έψαχνα στην εταιρεία που δουλεύει. Και τι να του έλεγα; "Xρόνια πολλά, Βασίλη". Και μετά τι; Πάνε τόσα χρόνια... "Ποιός είναι;" "...", "Ποιός;", "...", "Α! Eλα ρε, τι γίνεσαι;"...

Χρόνιος έρωτας. Δυνατός, παθιασμένος, ολοκληρωτικός. Ανομολόγητος εντέλει. Σημάδεψε την εφηβεία μας μέχρι τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Και αργότερα. Ναι, τώρα που το σκέφτομαι... Τον θυμάμαι στο πρώτο επισκεπτήριο στο στρατόπεδο της Αυλώνας. Σαν να ΄ταν χθες. Τον διέκρινα από μακρυά, πιο εύκολα απ΄ότι την μάνα μου. Βάδην, με τον ιδρώτα να πλημμυρίζει τα καινούρια άρβυλα. Πιο γρήγορα, τροχάδην. Σε λίγο έτρεχα πια προς το μέρος του, χωρίς να πάρω στιγμή τα μάτια μου από τα δικά του. Και εκείνος χαμογελούσε από ευτυχία, καθώς με έβλεπε να πλησιάζω πάνω του σαν μαχόμενο θηρίο. Επεσα στην αγγαλιά του, χωρίς άλλη ανάσα. Πέταξε πέρα μακρυά στο χώμα, το "Κλικ", που μου είχε φέρει, για να με αγγαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η ειρωνεία είναι ότι εκείνη τη μέρα ο Αρης ήταν κάπου εκεί κοντά μου. Χωρίς να γνωριζόμαστε τότε. Ετρεξε και αυτός όπως όλοι μας, παρόλο που κανείς δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά για να τον αγγαλιάσει... Ηταν μεσημέρι πια, όταν επιστρέφοντας προς την Iλη, είδα από μακρυά πεταμένο στο χώμα, το περιοδικό του Βασίλη. Ζήτησα άδεια από τον Λοχία, να επιστρέψω για να το πάρω. Δεν με άφησε. Εκλαψα ως το βράδυ για το ποδοπατημένο "Κλικ". Χωρίς ντροπή.

Η σχέση αυτή πότισε τις ψυχές μας, τις μπόλιασε με μια παράξενη αγάπη, που ήταν τα πάντα και την ίδια στιγμή δεν ήταν τίποτα. Που ήταν μαρτύριο και συνάμα ευτυχία. Φιλία, έρωτας, αγάπη, πάθος. Κωδικοποιημένα σε ματιές, αγγίγματα, σιωπές. Κυρίως αυτό. Σιωπή. Για χρόνια ολόκληρα. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ή το πιο εύκολο... να πράξει. Ωσπου μια μέρα, μετά από χρόνια βρεθήκαμε να έχουμε μεγαλώσει στα ξαφνικά. Η κάθε κίνηση είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Οι ματιές αποτραβήχτηκαν βαριές. Τα γόνατα και οι ώμοι δεν κολλούσαν συχνά. Οι σιωπές στο τηλέφωνο μίκρυναν και αυτές. Η αφορμή δεν θα αργούσε να φανεί. Πιαστήκαμε και οι δύο πάνω της σαν ναυαγοί. Και μετά αφεθήκαμε ψάχνοντας στη λήθη, τη λύτρωση.

Βρεθήκαμε ξανά μετά από χρόνια να τα λέμε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, μπροστά από δύο φλιτζάνια καφέ. Είχα πάει αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος ή μήπως μια αρχή; Δεν είχαμε πάψει στιγμή να θέλουμε ο ένας τον άλλο. Ή μήπως έκανα λάθος; Αραγε, τι είχε απομείνει μέσα μας, από εκείνα τα δύο παιδιά; Μπορούσαμε ν΄ ανασύρουμε αυτό, που για χρόνια είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σκοτάδι; Θέλαμε να το φέρουμε πίσω; Ηθελα..;
- Τι σκέφτεσαι, ρώτησε.
- Εχεις σχέση, αυτό τον καιρό; Δεν τα είπαμε αυτά, έκανα αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
- Την αλήθεια θέλεις ν΄ ακούσεις;
- Και μόνο την αλήθεια... απάντησα με ύφος εισαγγελικό
Μετά από μια μικρή σιωπή, έγνεψε καταφατικά... Ηταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν έδειξα ούτε έκπληξη, ούτε ταραχή.
- Ελα ρε. Πως την λένε;
- Γιώργο...
- ...

- Τι κάνεις τόση ώρα εκεί; Aκόμα να τα παρατήσεις πια αυτά τα γραψίματα όλη την ώρα; Eλα δω...
Πρόσεξα το κερί, που άφηνε μια λεπτή στήλη καπνού καθώς έσβηνε πάνω στο γραφείο. Οι σκιές μίκρυναν, ώσπου χάθηκαν. Το σκοτάδι πλημμύριζε τώρα το χώρο. Μύρισα τη βροχή. Σηκώθηκα και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Ξαφνικά κατάλαβα ότι κρύωνα. Ενοιωσα τα χέρια του Αρη να με τραβάνε πάνω στο ζεστό κορμί του. Σε λίγο θα με άφηναν ολόγυμνο, παραδομένο στα χάδια του. Από τα ηχεία ακούστηκε "Ιτ γουόζ α λαβ σονγκ". Εκλεισα τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν είδα τίποτα...

20 Σεπτεμβρίου 2006

Νύχτες

Caro diario

Αποφάσισα ότι ήταν ώρα να αφήσω το κρεβάτι. Από το παράθυρο το τελευταίο φως της ημέρας συναντιέται με τα μάτια μου. Πείθω τον ευατό μου, ότι χρειάζεται καφέ. Σέρνομαι γυμνός ως τη κουζίνα και ανάβω το μάτι. Στέκομαι σε στάση προσοχής μπροστά στο μικρό σκεύος. Σχεδόν σκοτάδι. Η ώρα στο ρολόι της κουζίνας έχει χαλάσει. Υποθέτω ότι θα είχε πτώση η τάση του ηλεκτρικού. Ρίχνω καφέ. Ψάχνω για τη ζάχαρη. Βρίσκω μόνο κάτι μαύρους κύβους. Πιάνω έναν και τον πετάω. "Καλάθι"...

Με τον καφέ ανά χείρας επιστρέφω στο κρεβάτι. Αφήνω το φλιτζάνι στην προέκταση του κρεβατιού, πάνω στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία. Ψάχνω για το τηλεκοντρόλ του στερεοφωνικού. Δεν το βλέπω, πουθενά. Σηκώνομαι και πατάω το "ΟΝ". Από τα ηχεία κατρακυλά μουσική. Αναρωτιέμαι τι να ΄ναι αυτό που φτάνει στα αφτιά μου. Υποθέτω πως είναι κάτι από το bajofondo. Δυναμώνω την ένταση. Βουτάω τα χείλη μου στο φλυτζάνι. Χάλια τον έφτιαξα πάλι. Δίνω δίκιο στον Αρη, που δεν με αφήνει να του φτιάχνω καφέ.

Από κάπου μυρίζει βροχή. Φθινωπόριασε ξαφνικά. Ενα ασημένιο φως χαρακώνει προς στιγμή τον απέναντι τοίχο. Μια αστραπή. Περιμένω να ακούσω τον επερχόμενο ήχο. Δεν άκουω τίποτα. Αντί για αυτό, χτυπάει το τηλέφωνο. "MPIA" ...is blinking στη γαλαζωπή οθόνη. Δεν έχω όρεξη να μιλήσω. Ωστόσο σε λίγο την ακούω από το διπλανό δωμάτιο. "Εκεί είσαι! Aκόμα κοιμάσαι; Σήκωσέ το. Εχω σχέδια για απόψε..." Πατάω το κουμπί και ο τηλεφωνητής ησυχάζει. "Αυτά φοβάμαι... " της απαντώ. Γελάει δυνατά μέσα στο αυτί μου.
"Σιγά μήπως δεν καταλάβαινε η Μπία, ότι ήσουν εκεί. Κοιμόσουν; O Aρης που είναι;..."

Πάτησα σύντομα το κόκκινο κουμπί, βάζοντας ένα τέλος στον χείμμαρο της φίλης μου. Συγκράτησα κάτι για "φεστιβάλ", "πρόσκληση", "πρεμιέρες", "Αλντομόβαρ", "ξενέρωτε!"... Η βροχή έφτασε κι όλας έξω από το παράθυρο. Ο καφές κρύωσε πριν τον πιω. Ξαφνικά αναπόλησα τη ζεστασιά ενός ρούχου. Μαζί συνειδητοποίησα πως είναι πια μέσα Σεπτέμβρη. Εποχή για Νύχτες Πρεμιέρας και Πανόραμα. Ας έχει και κάτι καλό αυτός ο μήνας, σκέφτομαι. Καλώ την Μπία. "Ετοιμάσου. Περνώ σε μισή"...

6 Σεπτεμβρίου 2006

Ονειρο θα γίνω και θα ΄ρθώ

Caro diario

Oι μέρες μου αρχίζουν πια τη νύχτα. Ο ήλιος σηκώνεται όταν ήδη βρίσκομαι στη δουλειά, σημάδι πως το καλοκαίρι οδεύει προς τα νότια του κόσμου. Και σαν ανοίξουν τα δημητριάτικα στις γλάστρες και αλλάξει η ώρα, όλα τότε θα έχουν τελειώσει. Το ευτήχημα είναι πως η ζέστη κρατά για ακόμη λίγο. Αν και το πρωί, έχω δει τους πρώτους συνεπιβάτες των λεωφορείων με μακρυμάνικα και μπουφάν.

Μπαίνω σπίτι κατάκοπος, αφού για να φτάσω πρέπει πρώτα να περάσω πάνω από τα δεκάδες χαντάκια-προεκλογικές βιτρίνες, που έχουν ανοίξει παντού και έχουν μετατρέψει τους δρόμους σε πεδίο εκπαίδευσης λοκατζίδων. Να βλέπαμε και κανά λοκατζή, χαλάλι. Τέλος πάντων. Μια βδομάδα στο γραφείο ήταν αρκετή για να ξεχαστούν με μιας οι μέρες - και κυρίως οι νύχτες - των διακοπών με τον Αρη. Ολα επέστρεψαν στο μυαλό μου, που προσπαθεί να βρεί τις άκρες. Κάτι απονευρώσεις στα δόντια μου, μέρες τώρα, δεν μ΄αφήνουν να ησυχάσω. Με δυσκολία καταπίνω, τρώω, μιλάω, κοιμάμαι. Και από αύριο επιστρέφουμε ξανά -για λίγο έστω- στον "μικρόκοσμο του πατρικού πόνου". Ολα αυτά, τώρα που τα καταγράφω, με κάνουν να σκέφτομαι τον ύπνο. Για να ξεχνιέμαι. Αλλά δεν μου είναι εύκολο να κοιμηθώ. Κατεβάζω με περισσή δυσκολία το σάλιο μου και ανοίγω το ραδιόφωνο. Στο μεταξύ κάηκε και η τηλεόραση...

Οι κολώνες των δρόμων, οι τοίχοι, τα φανάρια, γέμισαν αφίσες υποψηφίων δημάρχων. Ακόμα και στις γέφυρες ή στα εξωτερικά τοιχώματα της Αττικής Οδού, που έως τώρα είχαν γλιτώσει από τα γκράφιτι και τα οπαδικά συνθήματα ανεγκέφαλων οπαδών, "κοσμούνται" πια από επίδοξους τοπικούς άρχοντες. Πρόσωπα άσχημα κρέμονται πρόχειρα τυπωμένα, σε χοντρό χαρτί. Φωτογραφημένοι σε διάφορες στάσεις - πολλοί αλά Τρίτση, με το σακάκι στους ώμους- και γύρω τους οι ίδιες πάντα λέξεις, που φανερώνουν κενότητα και γύμνια. Ανθρωποι, που ζητούν μια θέση να βολέψουν την ασημαντότητά τους. Και ανάμεσα στις άθλιες αυτές αφίσες το λαμπερό πρόσωπο του Ρουβά, τονίζει ακόμη περισσότερο την κρεμάμμενη μιζέρια των υπολοίπων.

Από τα ηχεία οι Α-ΗΑ τραγουδάνε το "Summer move on". Το αγέρι του Σεπτέμβρη, κινεί τα κοχύλια που κροταλίζουν έξω από το παράθυρό μου και ο ήχος τους μπερδεύεται με την φωνή του Νορβηγού. Προς στιγμή το βλέμμα μου σκοντάφτει στο μπράτσο μου. Εχει γεμίσει ανοιχτόχρωμες "κυλίδες". Το μαύρισμα αρχίζει να χάνεται στο χρόνο. Κλείνω τα μάτια. Θέλω να δω μια θάλασσα. Να ακούσω ένα κύμμα. Να με τυφλώσει ο ήλιος. Και ας είναι σ' ένα όνειρο.

1 Σεπτεμβρίου 2006

Στις εσχατιές του καλοκαιριού

Caro diario

Στις εσχατιές του καλοκαιριού και επισήμως από σήμερα. Πήρε κι όλας να χαλάει ο καιρός. Το πρωί ένα μαύρο τοίχος από σύννεφα ορθώθηκε απειλητικό γύρω την πόλη, φράζοντας τον ήλιο. Με τον ίδιο καιρό επέστρεφα στο σπίτι. Μόνο που τότε τα σύννεφα είχαν γίνει ένα τεράστιο μανιτάρι που μας σκέπαζε όλους. Τελικά, αποφύγαμε τα πρωτοβρόχια. Κάτι ήταν και αυτό.

Οπως και να είχε, οι περισσότεροι σκέφτονταν στην πρόκριση της ομάδας μπάσκετ στον τελικό. Το 'βλεπες στα μάτια τους. Είχαν κιόλας αρχίσει να μακραίνουν. Μερικοί μου φάνηκαν και κάπως κίτρινοι... Οπως κάθε φορά δεν έλειψαν οι υπερβολές σε μια επιτυχία. Ο καθένας μπορεί να θεωρεί μεγαλύτερη διάκριση, ότι εκείνος φρονεί. Ωστόσο υπάρχει μια ιεράρχιση, που μερικοί καλά θα κάνουν να μην παραβλέπουν. Μεγαλύτερη διάκριση σε ομαδικό άθλημα παραμένει το αργυρό μετάλλιο της εθνικής πόλο γυναικών, στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Και αν ακόμα κερδίσουμε το παγκόσμιο κύπελλο στο μπάσκετ, ένα ολυμπιακό μετάλλιο, ακόμα και στο... ντρέσινγκ της ιππασίας, είναι μεγαλύτερη επιτυχία. Αυτά...

Η πρώτη εβδομάδα στο γραφείο μετά την άδεια πέρασε σαν νερό, σκεφτόμουν στο λεωφορείο. Αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν καλό ή κακό. Δεν έμεινα πολύ για να σκέφτομαι την απάντηση. Προτίμησα να κοιτάζω τους βιαστικούς περαστικούς έξω από το παράθυρο και να ρίχνω που και που κλεφτές ματιές στον τύπο του αντικρυνού καθίσματος. Αμυδρά μου θύμιζε έναν Ιταλό "γείτονά" μας στο κάμπινγκ.

Τελικά, πήγαμε και τις διακοπές μας με τον Αρη. Μείναμε δέκα μέρες περίπου στο νησί. Καλά ήταν. Οπως κάθε φορά, τις πρώτες μέρες υπήρχε μια ένταση, ένα κακό αλλά μετά όλα έγιναν καλύτερα. Και με λίγη πεζοπορία βρήκαμε και παραλία για να κάνουμε γυμνοί το μπάνιο μας. Οπως και στα ομαδικά ντους της κατασκήνωσης. Από τις διακοπές νομίζω πως αυτό που θα μείνει περισσότερο στο μυαλό μου, θα είναι εκείνος ο νυχτερινός ουρανός της εχοξής με τα πεφταστέρια πάνω από τα κεφάλια μας, στην έρημη παραλία. Ειδικά, όταν τα κοιτούσα ανάποδα...

Πάει τώρα μια εβδομάδα που έχουμε επιστρέψει. Ολα είναι, όπως τα είχαμε αφήσει πίσω μας, τη μέρα που φύγαμε για το νησί. Μόνο που τώρα είμαστε μαυρισμένοι ακόμη περισσότερο. Ισως και μια ιδέα πιο φρέσκοι. Ο χειμώνας ορθώνεται μπρος μας, μαύρος και παγερός. Ευτυχώς, τα χελιδόνια είναι ακόμα εδώ.